Άσε με να σε φιλήσω
και στο λαιμό να κατοικήσω
σαν ψάρι σε ποτάμι
που δεν έχει πια λιμάνι,
γιατί χρόνια τώρα χάνει
τον δρόμο στην ακτή,
στην αφιλόξενη γραμμή
της πραγματικότητας,
της απτής αιωνιότητας.
Άσε με να είμαι ρέμα
και να έχω εγώ για στέμμα
μια τούφα των μαλλιών σου
σαν κηλίδα των παλιών σου
πληγών και του λυσιτελούς πόνου
ώσπου να γίνω πια του χρόνου,
εκβολή αλλά και πηγή
σε μια όμορφη φυγή.
Άσε με να κυλάω σαν τη φλέβα
πάντα στης καρδιάς το αίμα,
πάντα στο δέλτα της αγάπης
με τις δίνες και όσα δίνει
η Αφροδίτη σε εραστές,
για να δροσίσουν τις πληγές.

Αναζητώ την προσμονή
στην φυλακή.
Ένοχος είμαι,
δεν έχω διαφυγή.
Με κυνηγά μια απόγχη
θεϊκή.
Γιατί απάτησα ό,τι αγαπώ,
εσένα Ιθάκη που ποθώ
σε κάθε ύπνο μου πικρό.
Σε ψάχνω σε ποταμό
απάτητο και σιγανό.
Σε κοιτώ με λύπη.
Ξέρω τι μου λείπει.
Ο δικός μου εγωισμός,
ένας μικρός κυματισμός
που μας χωρίζει.
Μας προσπερνά,
όρκους πατά
και μας βυθίζει.
Η δική σου η φυγή,
μια κατ’ επίφαση ζωή
που με φοβίζει.
Αντανακλά
πάθη βαθιά,
με καθρεφτίζει.
Είμαστε δυο φύλλα τσακισμένα
που κολυμπάνε αντικριστά.
Έχω κουπιά κατεστραμμένα,
μα δε θα ζούμε χωριστά.
Πρώτο κύμα θα’ ρθει
και θα φέρει σιωπή
και θα νιώθεις βαρύ
τον καημό πως εσύ
δεν υπάρχεις.
Όμως κύμα γλυκό
που δεν έχει βυθό
θα σου πει πως εγώ
μόνο εσένα αγαπάω.
Εσύ φεύγεις κι εγώ σε τραβάω.
Δε με νοιάζει αυτό, σ’ αγαπάω.
Θα γίνω φως μες στο σκοτάδι.
Σ’ ακολουθώ μέχρι τον  Άδη.
Γιατί είσαι εσύ η  ελευθερία,
πικρής ζωής ευδαιμονία.
Άσε με να σε υμνήσω
και τους θεούς να συγχωρήσω
που ομορφαίνεις την κοιλάδα,
της καρδιάς μου τα σημάδια
που τα κρύβει η ζωή
σαν πόλη αρχαία  μυστική.
Άσε με να βουτήξω
και στον πάτο να αρχίσω
να μαζεύω λίγα βρύα
από της ψυχής σου πια τη λεία,
κοχύλια που πεθαίνουν,
καθώς πέφτουν και σωπαίνουν
και με κύκνειο άσμα ξαποσταίνουν
στο έρεβος του βάθους,
στην απάτη κάποιου πάθους.
Γιατί ,όταν γδύνεσαι
και στον κόσμο απευθύνεσαι,
βλέπω άστρα μες στα μάτια,
γιασεμιά κι όλο παλάτια
στο δωμάτιο που πενθείς
και σημαία απαιτείς
με εσώρουχα να φτιάξεις,
την αγάπη για να σφάξεις.
Γιατί ,όταν κλαις,
πιότερο πάλι σ’ αγαπώ
και λοφίσκους καρτερώ
με οάσεις διαλεχτές
στου μετώπου τις γραμμές,
που θυμίζουν ένα τραίνο
που στο δάκρυ βάζει φρένο,
καθώς το παίρνει μακριά,
μες του Κάφκα τη σπηλιά.
Γιατί ,όταν αγαπάς,
πάλι θυμάσαι την αυγή,
την Ιθάκη την απτή,
την Εδέμ όλων των αγγέλων
και ναυάγια των σκοπέλων.
Είμαι εγώ που τραγουδώ
σαν κοχύλι στον παλμό
μιας θάλασσας πικρής
σαν τους λωτούς μιας ειρκτής
που σε τρώει σαν τη βρεις.
Μοίρες ένα κόβουν νήμα,
ψάχνουν πόθοι ένα ποίημα,
πριν σβηστεί από το κύμα
που το φέρνει η ακτή
σε Ιθάκη διαλεκτή,
πριν κάνω ένα βήμα
και χαθείς με την αυγή.
Πλέει μεσίστια η σημαία
και πενθεί η ηδονή.
Χάνει ύψος η ιδέα
να επουλώσω την πληγή.
Σ’ αγαπώ σαν ωκεανό
απέραντο και γαλανό.
Ακολουθώ ένα ποτάμι
στη δική σου την παλάμη.
Σου είπα: « Μείνε εδώ,
θα έρθω εκεί,
στης αγάπης  το νησί ».
Τώρα νόστους αψηφάς,
όσο εγώ σε καρτερώ
σαν κύμα σε παλμό,
που γλύφει τα νησιά σου,
την απρόσιτη καρδιά σου.
Σ’ αγαπώ σαν ουρανό,
καθάριο δάκρυ, σκοτεινό.
Είναι αργά για το λιμάνι
και βρωμίζω με μελάνι.
Δέξου την πνοή μου
για τα δύο της τα χείλη.
Άσε Άδη τη χορδή μου,
γιατί άδει σαν κοχύλι.
Σ’ αγαπώ σαν  σιγανό
ρέμα βαθύ και δυνατό.
Κυλάς σαν βακίλου * στεφάνι
στων φλεβών μου το δρεπάνι.
Όταν είσαι εκεί,
στης θάλασσας το κύμα το μεγάλο,
τ’ ακρογιάλι έχεις μνήμα και γραμμή.
Όταν είσαι εκεί,
στην όχθη που κάνεις το σινιάλο,
ξέρω πως ρέμα είσαι και βαθύ,
βλέπω να μοιάζεις στη σιωπή.
Όταν είσαι εκεί,
δε γράφω ποίημα να αντέχει
στης μνήμης τ’άγονό της κέφι.
Της Ιθάκης  είσαι το νησί
κι όποιος το έχασε επιμένει
στην καρδιά του να προσμένει
δάκρυ να’ χει η γραφή.
Όταν είσαι εκεί,
στις βάρκες που μένουν γεμάτες,
τον πόθο να έχεις για κουπί.
Όταν είσαι εκεί,
στις φλέβες μου σαν βάκιλος κυλάς,
σαν ποταμός σε εμένα καταλήγεις.
Όταν είσαι εκεί,
την πηγή του πάθους μου κοιτάς
και τ’αστέρια ονοματίζεις,
πυξίδα να έχεις σαν ενδίδεις.
Όταν είσαι εκεί,
στις λίμνες των χεριών μου,
στα  σκοτεινά δάση των ματιών μου,
η μοίρα μας έχει πια κοπεί
κι ο χωρισμός μας υπερέχει
σαν νησίδα που εξέχει
και τις φουρτούνες λησμονεί.
Όταν είσαι εκεί,
στα πλοία που έρχονται πια άδεια,
η ελπίδα κρύβει μόνο μια κραυγή,
ένα απέριττο παντοτινό «εσύ».
*βακτήριο σε σχήμα ράβδου