Τάσος Μιχαηλίδης, Καταμέτρηση Απωλειών
27Αυγ
Σε έπαιρναν τηλέφωνα συχνά, όλη μέρα χτυπούσαν τα τηλέφωνα
των φίλων, δικών σου ανθρώπων
κι εσύ με το ξυρισμένο ακόμα πρόσωπο των καλών ημερών, με των πρόσφατων γιορτών
το κομψό σου ντύσιμο, με τις ρυτίδες ακόμα των χαμόγελων κοντά στα χείλη…
καθώς και την πρόσχαρη διάθεση της κεκτημένης ταχύτητας αντάλλασες φιλοφρονήσεις
μαζί τους συγκινημένος, αν και όπως και να το κάνουμε ήδη ολίγον τι καταβεβλημένος.
Είναι πολύ παρήγορο, πολύ παρήγορο… επέμενες το ότι δικαιολογούσαν, καταλάβαιναν
της θλίψης σου το βάρος, τους είπες.
Μετά από κάποιο διάστημα, όχι πολύ ομολογουμένως, χτυπούσαν τα τηλέφωνα περιοδικά.
Μια εβδομάδα ο ένας, την επόμενη ο άλλος. Σαν να είχαν συνεννοηθεί ακόμα και
άνθρωποι μεταξύ τους άγνωστοι… μεταξύ τους ξένοι.
Έπαιρνε πότε ο ένας, πότε κάποιος άλλος και μόλις ολοκληρωνόταν η κάπως αδύναμη
της χρονικής περιστροφής φορά… τανάπαλιν… ξανά.
Δεν είχες κουράγιο να αρνηθείς την καλή τους πρόθεση, την άψογη υπεροψία της
καλοσύνης τους. Γιʼ αυτό δεν τους βάραινες με τα δικά σου φορτία που σε καθήλωσαν εδώ
και καιρό θλιμμένο. Για τα δικά τους άγχη τους μιλούσες, για τη δική σου γνώμη, τη δική
σου παλιά εμπειρία στην αποφυγή σκοπέλων ή την επανόρθωση της πλεύσης
μετά τα απόνερα ριψοκίνδυνων ελιγμών.
Είναι πολύ παρήγορο, πολύ παρήγορο… επέμενες το ότι δικαιολογούσαν, καταλάβαιναν
της θλίψης σου το βάρος, τους έλεγες.
Με βαριά καρδιά το έκλεινες ανήσυχος και μόνος, άδειος από λόγια.














