André Breton, «Γνωρίζω την απελπισία» (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)
5Ιου
Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Η απελπισία δεν έχει φτερά, δεν κάθεται απαραίτητα σ΄ένα στρωμένο τραπέζι πάνω στην βεράντα, το βράδυ, δίπλα απ΄τη θάλασσα. Είναι η απελπισία και δεν είναι η επιστροφή μιας ποσότητας μικρών γεγονότων όπως οι σπόροι που φεύγουν καθώς πέφτει η νύχτα απ΄τη μια αυλακιά στην άλλη. Δεν είναι τα μούσκλια πάνω στην πέτρα ή στο ποτήρι. Είν΄ένα πλοίο κοσκινισμένο από χιόνι, αν θέλετε, όπως τα πουλιά που πέφτουν και το αίμα τους δεν έχει το παραμικρό πάχος.
Γνωρίζω την απελπισία σε γενικές γραμμές. Ένα σχήμα πολύ μικρό, ορισμένο από ένα κόσμημα των μαλλιών. Είναι η απελπισία. Ένα κολιέ από μαργαριτάρια που δεν ξέρεις που κλείνει και που η ύπαρξή του κρατιέται από μια κλωστή, ιδού η απελπισία. Για τα υπόλοιπα δεν μιλάμε. Δεν σταματήσαμε να απελπιζόμαστε, όταν αρχίσουμε. Εγώ απελπίζομαι με το αμπαζούρ γύρω στις τέσσερις η ώρα, απελπίζομαι με τον ανεμιστήρα γύρω στα μεσάνυκτα, απελπίζομαι με το τσιγάρο των καταδικασμένων.
Αφήστε ένα σχόλιο






