Ακαδημία Ποιείν

Αντρέας Πολυκάρπου, «Ο αρλεκίνος του Θεού»

 

Ο αρλεκίνος λένε ήταν του Θεού.

Τις ώρες που ο Ύψιστος μελαγχολούσε

αναθυμούμενος τον επίγειο βίο του,

τα πάθη της σάρκας του

όταν ξυπνούσαν μανιασμένα

και οι φαύλες τον έπνιγαν επιθυμίες

– αυτές που δεν τον άφησαν να ζήσει

κάθε που το σάπιο αίμα κόχλαζε στα σωθικά του-

ο αρλεκίνος φορούσε το χαμόγελό του

την πλήξη της ιουδαϊκής να σκορπίσει αποστείρωσης

αυτού που κλήθηκε κάποτε σε μια της Μεσογείου γη

να πλύνει του Ορφέα τα χέρια με το αγίασμα

που ξερνούσαν των προφητών οι τοιχογραφίες

ζωγραφισμένες στο σκήνωμα του σαλού Βαπτιστή.

 

Τις ώρες, όμως, που της Παρθένου ο γιος αφηνόταν

στη νωθρότητα της θλίψης του,

ο αρλεκίνος έξυνε με τα γαμψά του νύχια

– ίδια με του αρπακτικού που ξελόγιασε τον Προμηθέα

στην κορφή καθώς αναπαυόταν του Καιάδα

εκεί που ποδηλατούσε η ματαιωμένη των νιογέννητων ζωή –

το ψεύτικο χαμόγελο και τις ξεφτισμένες

του προσώπου του έβγαζε μπογιές

που κάλυπταν τα ίχνη της αμαρτίας και του θανάτου.

Βουτούσε το πρόσωπό του στο αγίασμα.

Σ’ αυτό που μούλιαζαν τα βράγχια τους

ερμαφρόδιτοι γυρίνοι και ανθρωπόμορφα βατράχια

με τις παλάμες τους στιγματισμένες από τον ακτινωτό ήλιο

ριζωμένο στα άρρωστα σπλάχνα των σκιάχτρων

που τρομάζουν τα πετούμενα των Ευαγγελιστών λόγια

στα πάντερπνα του Γηρυόνη λιβάδια.

Διαβάστε περισσότερα