Αλεξάνδρα Μπακονίκα, «Η Τελετουργία του Χορού», εκδ. Κουκκίδα, 2023 (γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης)
10Οκτ
Η τελετουργία του έρωτα στο έργο της Αλεξάνδρας Μπακονίκα
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα (πρώτη εμφάνιση το 1984) αποτελεί τη βασικότερη εκπρόσωπο –εδώ και δεκαετίες–της έμφυλης ερωτικής ποίησης. Έχει ήδη μελετηθεί ο αντιπατριαρχικός χαρακτήρας του ποιητικού της έργου, καθώς πυρήνας του έργου της είναι ο έρωτας με τη σαρκική διάσταση. Η έμφαση στη θηλυκή σεξουαλικότητα εντοπίζεται και στην τελευταία της ποιητική συλλογή Η τελετουργία του χορού (Κουκκίδα, 2023), μολονότι πλέον αποκτά υπαρξιακά χαρακτηριστικά (ωριμότητα, μνήμη, αναπόληση της νεότητας κτλ).
Στο έργο η Μπακονίκα επιχειρεί να δημιουργήσει μια διασταύρωση προσωπικής εμπειρίας και συλλογικής σύμβασης μέσα από έναν αποστασιοποιημένο, σχεδόν αδιάφορο λόγο. Όμως, ενώ στην έμφυλη εξομολογητική ποίηση, το πρωτοπρόσωπο ποιητικό υποκείμενο εκθέτει ακόμα ντροπιαστικές στιγμές της ζωής του (Sylvia Plath, Ann Sexton κ.ά.) και “καταρρέει” στη συνείδηση του αναγνώστη, η Μπακονίκα στρέφει την προσοχή της στα πρόσωπα και τον έρωτα και όχι στην αποκάλυψη προσωπικών στιγμών. Ακόμη και στην πιο προσωπική της φωνή, η ποιητική φωνή είναι μια αλληλεπίδραση με την ποιητική παράδοση που θέλει τη γυναίκα να καταστρέφεται από τον έρωτα ή να γίνεται έρμαιό του.
Η μεσοπολεμική και μεταπολεμική θηλυκή ερωτική ποίηση στην αναζήτηση μιας νέας γυναικείας γραφής είχε εισαγάγει το πρωτοενικό εξομολογητικό υποκείμενο (Πολυδούρη, Καρέλλη, Αγγελάκη-Ρουκ κ.ά.). Η Μπακονίκα ακολουθεί τούτη την παράδοση, αλλά είναι λίγες οι φορές που το ποιητικό εγώ ταυτίζεται με τη δημιουργό (συχνότατα πρόκειται για μίμηση). Βασικό υποκείμενο της Μπακονίκα πίσω από τον “ποιητικό” φακό είναι μια γυναίκα, συχνά ερωτευμένη[1]. Η γυναίκα στα ποιήματά της ερωτεύεται, ποθεί, διακόπτει σχέσεις[2] ή θυμάται με τρυφερότητα το παρελθόν. Αντικείμενο ερωτικού πόθου (έστω και μνημονικού) είναι σταθερά ο άνδρας.
Η φόρμα και η στιχουργική της Μπακονίκα αμφισβητούν κάθε ορισμό για το ποίημα. Με έντονες επιρροές από το αντιλυρικό ύφος του Ντίνου Χριστιανόπουλου, καταθέτει μία αισθητική πρόταση υιοθετώντας ένα ύφος που αποτελείται από ολιγόλεκτα ποιητικά αφηγήματα που θρυμματίζονται σε στίχους. Η προφορικότητα και ο αφηγηματικός χαρακτήρας του έργου αποτελούν την πρώτη ύλη για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου κι εύκολα αναγνωρίσιμου ύφους. Από τη ρητορική της απουσιάζει κάθε ποιητικότητα (μεταφορές ή υπερρεαλίζουσα συνειρμικότητα κ.ά.), ενώ συχνά καταγράφεται ένας υποτυπώδης εσωτερικός ρυθμός. Χαρακτηριστική στην ποιητική της Μπακονίκα είναι η ευρεία χρήση διαλόγων[3].Οι συνθέσεις πάντα ξεκινούν inmedia res και συχνά κινούνται στον χώρο της μνήμης, όπως αποδεικνύει η ευρύτατη χρήση παρελθοντικών χρόνων[4]. Το αφηγηματικό υποκείμενο θυμάται σκηνές ή συναισθήματα του παρελθόντος.
Διαβάστε περισσότερα





