Μίλτων Νικολάου, Δύο ποιήματα
3Ιου
Ομίχλη
Η μπλε ομίχλη απλώνεται με βαριά πέπλα
Αργή θεότητα που βάζει τον κόσμο σε γάζες
Φαινομενικά, η ζωή συνεχίζεται κανονικά
Ο χώρος όμως χάνει τις γνωστές του αξίες
Συγκεντρώνει τα πλάτη σε πυκνό αιώρημα
Με μελαγχολικά φάσματα που φαίνονται
και χάνονται ήσυχα.
Περπατώ μόνος, μέσα στη θαμπή άρνηση
Κλείνει μ’ αγκαλιά πίσω από κάθε μου βήμα
Ανοίγει μπροστά σε αναιμική παρουσία.
Όπως οι μέρες που εναλλάσσονται άσκοπα.
Σουρουπώνουν σιγά με μια μικρή δίνη
Χαράζουν με μια άλλη, το ίδιο σεμνά
Κάτω απ’ τις κεραίες του κόσμου.
Σπουργίτι που κοιτά τρομαγμένα, πάνω σε μοναχικά καλώδια.
Βλέπω τις σκιές που πλέουν απαλά, μέδουσες
Επιτρέπουν στο φως να παίξει μαζί τους
Αναδύονται απ’ τα βάθη της ζωής κάποιου άλλου
Μου κρατούν συντροφιά, προβάλλουν στη λευκή οθόνη
Σκηνές τραβηγμένες σε παλιό φιλμ
Με κόκκους, ραγίσματα, και ξαφνικά άλματα χρόνου.
Εκείνο το τρυφερό φιλί που ήρθε απρόσμενα.
Μια φορά μόνο, ποτέ ξανά.
Κι έπειτα οι δίνες σταματούν. Η επιφάνεια ηρεμεί.
Διαβάστε περισσότερα





