Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, «Ρεμβασμοί του μοναχικού περιπατητή» (Μετάφραση-εισαγωγή: Θάνος Σαμαρτζής), εκδ. Δώμα, 2024
22Νοε
Ξαφνικά, όταν είχα πια κλείσει τα εξηνταπέντε μου χρόνια, έχοντας χάσει και τη λίγη μνήμη που μου είχε απομείνει, μα και τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να μπορώ να τρέχω στην εξοχή, χωρίς οδηγό, χωρίς βιβλία, χωρίς κήπο, χωρίς φυτολόγιο, με ξανακατέλαβε η ίδια τρέλα, αλλά με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο απ’ ό,τι την πρώτη φορά. Και νά με λοιπόν, αφοσιωμένος στα σοβαρά στο σοφότατο σχέδιο ν’ αποστηθίσω ολόκληρο το Regnum vegetabile του Μούρραιυ και να μάθω όλα τα γνωστά φυτά πάνω στη γη. Μιας και δεν είχα τη δυνατότητα να ξαναγοράσω τα βιβλία βοτανικής, αναγκάστηκα ν᾽ αντιγράψω τα βιβλία που μου δάνεισαν. Έχω αποφασίσει να ξαναφτιάξω ένα φυτολόγιο πιο πλούσιο από το πρώτο. Κι όσο περιμένω να περιλάβω σ’ αυτό όλα τα φυτά της θάλασσας και των Άλπεων, όλα τα δέντρα των Ινδιών, ξεκινώ με τα πιο απλά: με την αναγαλλίδα, το μυρώνι, το μποράγκο, τον μαρτιάκο. Μαζεύω με προσοχή φυτά στο κλουβί για τα πουλιά μου, κι όταν συναντώ κάποιο καινούργιο φυτό, λέω μέσα μου με ικανοποίηση: Νά άλλο ένα χορταράκι.
********************************************************
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
του Θάνου Σαμαρτζή
Είναι Απρίλης του 1776 και στους δρόμους του Παρισιού ο 64χρονος Ζαν-Ζακ Ρουσσώ μοιράζει στους διαβάτες ένα χειρόγραφο φυλλάδιο με τίτλο: Προς κάθε Γάλλο που εξακολουθεί ν’ αγαπά τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Ξεκινά ως εξής:
Γάλλοι! Έθνος άλλοτε αγαπημένο και τρυφερό, τι έχετε απογίνει; Τι σας έκανε ν’ αλλάξετε στάση απέναντι σ’ έναν κακότυχο ξένο, που είναι μόνος του, στο έλεός σας, χωρίς κανένα στήριγμα, χωρίς κανέναν υπερασπιστή (…); Τι σας έκανε ν’ αλλάξετε στάση απέναντι σ’ έναν άνθρωπο άκακο και άδολο, εχθρό της αδικίας, μα καρτερικό στο να την υπομένει, ο οποίος ποτέ δεν έκανε, ποτέ δεν ευχήθηκε, ποτέ δεν ανταπόδωσε κακό σε κανέναν, και ο οποίος εδώ και δεκαπέντε χρόνια, βουτηγμένος, κυλισμένος από εσάς στο βούρκο της ατίμωσης και της διαβολής, βλέπει και νιώθει να του φορτώνουν χωρίς σταματημό αισχρότητες που όμοιές τους δεν ακούστηκαν ποτέ για κανέναν άνθρωπο, δίχως ποτέ να μπορέσει τουλάχιστον να μάθει την αιτία!
Ούτε ένας σχεδόν απ’ τους περαστικούς δεν δέχτηκε να πάρει το φυλλάδιο.
Λίγες βδομάδες νωρίτερα, στις 24 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο Ρουσσώ είχε μπει κρυφά στην Παναγία των Παρισίων από μια πλαϊνή είσοδο, σε μια ώρα που πίστευε πως θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Σκόπευε να εναποθέσει στην αγία τράπεζα της εκκλησίας το έργο που ετοίμαζε τα τελευταία τέσσερα χρόνια: το Ο Ρουσσώ κριτής του Ζαν-Ζακ, γνωστό και με τον υπότιτλό του, Διάλογοι. Στο έργο αυτό αναλαμβάνει ρόλο κρινόμενου, κριτή και συνηγόρου, επιχειρώντας να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να ξεσκεπάσει τη συνωμοσία που έχει εξυφανθεί σε βάρος του. Μόνο που η συνωμοσία είναι οικουμενική, έχει απλωθεί σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Κάθε άνθρωπος που συναντά, όσο φιλικός κι αν δείχνει, συμμετέχει στην πλεκτάνη. Δεν έχει νόημα, πιστεύει, να δοκιμάσει να μεταστρέψει τις απόψεις των συγκαιρινών του. Απευθύνεται λοιπόν στον θεό και μπαίνει στο ναό του. Ξάφνου, όμως, παρατηρεί πως υπάρχει ένα κιγκλίδωμα που τον εμποδίζει να πλησιάσει την αγία τράπεζα. Το σχέδιό του αποτυγχάνει. Για μια στιγμή σκέφτεται, μας λέει, πως ούτε ο θεός δεν είναι διατεθειμένος να τον ακούσει.






