Αναγνώσεις

«Jean-Baptiste Poquelin (Μολιέρος) /15 Ιανουαρίου 1622 – 17 Φεβρουαρίου 1673» (γράφει ο (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

 

Η θερινή ψύχρα βολτάριζε ντροπαλά στα βόρεια της πόλης. Πήρα το λεωφορείο από rue de la Chapelle στη συμβολή με την οδό des Roses. Το σκοτάδι ήταν ακόμα πυκνό. Τα φώτα της πόλης και των λιγοστών αυτοκινήτων τανύζονταν να θραύσουν τη μαυρίλα. Ο οδηγός κι εγώ μόνοι στο λεωφορείο. Κοντά στην Place de la Chapelle μπήκαν κάτι μελαμψά αγόρια, τι μελαμψά δηλαδή κατάμαυροι ήταν και τι αγόρια είχαν περάσει τα 60. Ήθελε καμιά ώρα ακόμα για να ξημερώσει, το ρολόι του λεωφορείου έδειχνε 4.50. ‘’Ρε μάγκα μου πόση τρέλα κουβαλάς, επιτίμησα τον εαυτό μου, που σηκωνόμουν από τα άγρια χαράματα για να ψαχουλέψω την πόλη του Φωτός, αλλά χαμογελούσα κιόλας γιατί ένιωθα ότι αυτό το λεωφορείο δεν ήταν ένα απλό λεωφορείο, ήταν το magic bus μου. Σε λίγο θα έβγαζε φτερά και θα σηκωνόταν πάνω από το Παρίσι. Και θα το έβλεπα λίγο πριν φέξει, λίγο πριν φύγει το σκοτάδι, την ώρα που ο ουρανός δεν είναι μόνο μαύρος αλλά έχει και λίγο μπλε, την ώρα που τα φώτα αδυνατίζουν αλλά ακόμα φωτίζουν τους δρόμους και τις πλατείες, την ώρα που τα περίφημα βουλεβάρτα τανύζονται να συναντήσουν τα όρια της πόλης κρατώντας από τη μια πλευρά τους το φως των λαμπτήρων κι από την άλλη το επερχόμενο ισχνό ακόμα φως της μέρας. Θα έτρεχε το λεωφορείο μου κατά μήκος του Σηκουάνα και θα έβλεπα τα νερά του να τρυπώνουν στη ράχη του Παρισιού και να διακλαδίζονται στα κανάλια του. Θα έβλεπα όλες τις αψίδες, θριάμβου και μη, θα έβλεπα τον πύργο του Άιφελ, μπορεί και να τον ταπείνωνα και λίγο, τόσο ψηλά που θα ήμουν. Μπορεί αν είχε κέφι κι ο οδηγός μου να περιδιαβαίναμε λίγο τις Βερσαλλίες, να γυρίζαμε πάνω από τη Sacre Cere, να πέρναγα πάνω από το ξενοδοχείο που κοιμόταν η οικογένεια, να κόρναρα από το λεωφορείο, να έβγαινε στο μπαλκόνι αγουροξυπνημένος και θαμπωμένος ο γιός μου ο Άλεξ μου και πίσω του να σταυροκοπιέται η γυναίκα μου ‘’με τον τρελό που έχει μπλέξει’’. Και θα γύριζα πάλι πάνω από το Λούβρο και το Ile de la Cite, τους κήπους του Λουξεμβούργου, μέχρι και πάνω από τον πύργο του Μονπαρνάς. Από ψηλά θα έβλεπα το κορμί της πόλης ολόγυμνο όπως δεν το έχει δει κανείς, μόνο θα μπορούσε να το έχει φανταστεί ο γλυκός παππούς Μελιές. Ένα γερό φρενάρισμα με ξύπνησε για τα καλά. Δεν το είχε αποφασίσει ο οδηγός αν θα το περάσει ή όχι το φανάρι και να τ’ αποτελέσματα. Δέχτηκε και κάτι ‘’γαλλικά’’, αν κατάλαβα καλά από τις εκφράσεις των ‘’μελαμψών αγοριών’’.

Διαβάστε περισσότερα