«Για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο» (Γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)
25Ιαν
Θόδωρος Αγγελόπουλος / 27 Απριλίου 1935 – 24 Ιανουαρίου 2012
Κατέβαινα την Αλεξάνδρας με την κόκκινη τετρακοσάρα XJ μου, με το ένα χέρι στην τσέπη του μπουφάν μου. Δεν οδηγούσα έτσι, για λόγους επίδειξης ή κάτω από την επήρεια κάποιας κακοφορμισμένης εφηβείας, εξ άλλου είχαν περάσει προ πολλού και το ένα και το άλλο.
Πήγαινα σιγά και με το ένα χέρι, γιατί το κρύο ήταν τσουχτερό, καθώς εκείνος ο Φεβρουάριος δεν αστειευόταν. Είχε ρίξει κάνα δυο πασπάλες χιονιού και μια φορά μάλιστα το είχε στρώσει. Η μέρα κόντρα στον θυμωμένο μήνα μεγάλωνε διαρκώς. Στο ύψος του Αρείου Πάγου έκανα αριστερά τη ματιά μου και τις πολυκατοικίες τις στεφάνωνε ένα αναποφάσιστο κόκκινο που στο κάτω μέρος έσβηνε στο κίτρινο των ηλεκτρικών λαμπτήρων, των κάθετων προς τη λεωφόρο δρόμων. Από την Ασκληπιού μέχρι τη ΖΙΝΑ και σίγουρα πριν συναντηθώ με το Πεδίον του Άρεως το κόκκινο του ουρανού είχε γίνει μωβ και βυθιζόταν στις αχανείς εκτάσεις του μαύρου.
Έτσι είναι ο χρόνος, όπως μας δίδαξαν όλοι οι σοφοί, τόσο σχετικός που μπορεί να εκτροχιάσει κάθε προσμονή της ημέρας, κάθε πεποίθηση της εποχής μέχρι και κάθε απόχρωση από τους μέχρι πρότινος γνωστές παλέτες της βεβαιότητας. Μας βασανίζουν οι αβεβαιότητες μας, κάποιος σοφός έλεγε από το πόσες από δαύτες μπορούμε να αντέξουμε, κρίνεται και η δύναμή μας. Αλλά μήπως η αβεβαιότητα δεν είναι αυτή η τρελή κατάσταση που μας ωθεί να φτάσουμε στα όριά μας, να ξεψαχνίσουμε τις δυνατότητές μας, να βρούμε και να σημαδέψουμε τα αδιέξοδά μας και τους γκρεμούς μας; Πρέπει να παίρνει κανείς ρίσκα. Πρέπει να επιδιώκει καταστάσεις που τον βγάζουν από τα γνωστά, την πεπατημένη, που τον ξεβολεύουν και τον κάνουν να νοιώθει αβέβαιος. Μόνον έτσι υπάρχουν αποτελέσματα και δημιουργία, σκέφτηκα και κει που είχα φτάσει στην Πατησίων κι έστριβα μαλακά τη μηχανή να μπω στην Ιουλιανού, παρά λίγο να φάω τα μούτρα, καθώς ο μπροστινός τροχός κάπου βρήκε. Ρίσκα είπαμε αλλά το τιμόνι της μηχανής καλύτερα να το κρατάμε και με τα δυο χέρια, σκέφτηκα και πάρκαρα έξω από τη «Μεγάλη του Γένους σχολή του Σταυράκου».
Ανέβηκα την στρογγυλή παμπάλαια ξύλινη σκάλα του νεοκλασικού, που αγκομαχούσε κάτω από τα βήματά μου και μπήκα στην αίθουσα που είχαμε μάθημα. Πρώτη ώρα ο πιο γλυκός αναρχοκομουνιστής, που γνώρισα ποτέ – με ότι καλό τρυφερό και ανθρώπινο, απέμεινε στην έννοια, από τους επιγόνους του Προυντόν, του Μαρξ, του Μπακούνιν και των άλλων – ο παχουλός άγγελος της Ιουλιανού και περιχώρων ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Συνήθως μας περίμενε, αλλά σήμερα τον περιμέναμε και μάλιστα είχε αργήσει αρκετά. Κάποια στιγμή ξεπρόβαλε το κεφάλι στην πόρτα και μετά το σώμα του.
Διαβάστε περισσότερα





