Καίτη Παπαδάκη, «Τα κέρματα»
13Φεβ
Θα της έδιναν, δεν μπορεί. Τόσοι περαστικοί, τόσοι άνθρωποι. Μέχρι να πάει παρακάτω θα γέμιζαν τα χέρια της κέρματα. Μετά Θα πήγαινε σπίτι, να τα βάλει μαζί με τα υπόλοιπα. Είχε ένα συρτάρι από δαύτα. Της άρεσε ο ήχος τους. Γι αυτό, δεν έπαιρνε τα χάρτινα λεφτά. Της άρεσε κι ο ήχος της φωνής των ανθρώπων. Γι αυτό, αν κάποιος δεν της έδινε, της αρκούσε που της μίλαγε. Μέχρι να φτάσει στο μπακάλικο, θα συναντούσε πολύ κόσμο. Αν μπορούσε, θα τους καθυστερούσε . Θα τους έλεγε για τον καιρό, θα τους έδινε ευχές… Θα μάζευε τις λέξεις τους σαν νομίσματα. Θα τις έκρυβε στο συρτάρι του μυαλού της για ν’ ακούει την ηχώ τους όταν θα ‘μενε μόνη. Θα της έδιναν. Ένα ευρώ, μια ματιά, ένα λόγο, κάτι να πιαστεί.
Ως το μπακάλικο ο δρόμος ανηφόριζε. Έσερνε μαζί της το καρότσι της λαϊκής που έτριζε τόσο, ώστε ακόμα κι αν ήθελες να την αγνοήσεις, δεν τα κατάφερνες. Κατά διαστήματα στηριζόταν στη λαβή του να ξαποστάσει. Σήμερα ένιωθε εξαντλημένη. Ήταν κι αυτός ο ήλιος … Ίδρωνε, λαχάνιαζε… Κάποιος της είπε να βγάλει Μάη μήνα το παλτό μην πάθει τίποτα, μα δεν τον άκουσε. Εκείνη κρύωνε , από μέσα κρύωνε. Έτσι του απάντησε. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να εξηγήσει τι ένιωθε. Από μέσα… αλήθεια τι ήταν εκεί μέσα που την πάγωνε; Μετά βίας θυμόταν τα πρόσωπά τους πια. Καμία φορά τα ξέχναγε εντελώς. Μόνο το κλάμα εκείνου όταν τον γέννησε, το κλάμα των εγγονιών της όταν τα κράτησε στα χέρια της. Κλάματα μωρών. .. Ή μήπως το δικό της κλάμα; Κάποτε όλοι χάθηκαν. Όλοι μαζί; Ο ένας μετά τον άλλο; Έφυγαν; Πέθαναν; Τι έγινε; Αχ, δεν θυμόταν ακριβώς… Όσο δεν θυμόταν, τόσο κρύωνε. Πλησίαζε στο μαγαζί. Θα έμπαινε, θα έλεγε καλημέρα, θα την χαιρετούσαν όπως συνήθως. Θα κοιτούσε τα τρόφιμα, μα δεν θα ψώνιζε. Θα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της. Θα άδειαζε τις τσέπες της στο συρτάρι μόλις θα έφτανε, ρίχνοντας ένα ένα τα νομίσματα πάνω στα προηγούμενα. Γκλιν γκλιν γκλιν ο αντίλαλος στο άδειο σπίτι θα την έκανε να αισθάνεται μια κάποια παρουσία…
Διαβάστε περισσότερα





