Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937), «Η Πασχαλιά της λευτεριάς»
20Απρ
Ετελείωνε η εκκλησιά. Ο παπάς στεκότανε μπροστά στην Ωραία Πύλη κι αντί Δι΄ευχών και των αγίων πατέρων ημών …… έλεγε Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω….
Όλο το χωριό σταυροκοπιόταν , και διπλή χαρά ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Τέτοια χαρούμενη Λαμπρή δε θυμόνταν κανείς να έχει ιδεί εκεί- πέρα.Τελειώνοντας ο παπάς το τελευταίο του Χριστός ανέστη είπε:
-Χριστός ανέστη , χωριανοί! Και του χρόνου να είμεστε καλά. Κι ο Μεγαλοδύναμος να μας φέρει καλά τ΄αδέρφια μας που πολεμούνε στο γεφύρι της Πλάκας, στο Λούρο , στην Πρέβεζα και στα Πέντε Πηγάδια….
Την τελευταία του φράση την επρόφερε με δάκρυα ,κι όλο το χωριό , άντρες και γυναίκες , έκλαψαν μέσα στην εκκλησία, αλλά έκλαψαν από χαρά κι από αναγαλλιασμό , και φιλιόνταν γκαρδιακά ο ένας με τον άλλον για την Ανάσταση του Χριστού και για την ανάσταση , που νόμιζαν , της σκλαβωμένης Πατρίδας.
Ο παπάς ξαναμπήκε στο Ιερό για να αποτελειώσει τη λειτουργία, και το χωριό άρχισε να βγαίνει από την εκκλησιά φαμίλιες -φαμίλιες .Πρώτα έβγαιναν οι μεγαλύτερες οι φαμίλιες κι ύστερα οι μικρότερες ,κι από τις φαμίλιες πάλι πρώτοι έβγαιναν οι γέροντοι με τις γριές , και παραπίσω οι νιοι και οι νιες και τα παιδιά.
Πρώτος -πρώτος βγήκε ο προεστός του χωριού , ο γερο-Λιόλιος , γέρος μ΄εβδομηνταπέντε χρόνια και πλιότερο στη ράχη του και με κάτασπρα μαλλιά και με κάτασπρα μακριά μουστάκια , κρατώντας με το ζερβί του χέρι την άσπρη του λαμπάδα κι ακουμπώντας με το άλλο σε μιά ροζιάρικη και χοντρή πατερίτσα.
Αποπίσω ερχόνταν δύο παιδιά του , απάνω από σαράντα ή σαρανταπέντε χρόνων το καθένα , δυό παντρεμένα αγγόνια, εφτά νυφάδες από παιδιά και δυό αγγονονύφες , και καμιά εικοσαριά αγγόνια από είκοσι χρόνων και κάτω.Απ΄ τα επίλοιπα πέντε παιδιά του γερο-προεστού , που δεν ήτανε στην εκκλησιά , δυό ήταν πεθαμένα και τρία ξενιτεμένα , κι από τα τρία πάλι το ένα ήταν εθελοντής στον ελληνικό στρατό.






