Δήμητρα Καλλιγέρη, Τρία ποιήματα
9Ιου
Είμαστε τα πάντα
Γίνεσαι σπίρτο
όταν καμία φωτιά δεν υπάρχει για μένα στον ορίζοντα.
«Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε,»
έγραψε ο Ρίτσος.
Άξιζε να υπάρξουμε,
σκέτο, θα γράψω εγώ.
Σε αυτόν τον πλανήτη των πιθανοτήτων,
αγαπάω την απιθανότητά σου.
Άκουσα να λένε:
«Τίποτα δεν είμαστε,»
κι έσκυψαν πάνω απ’ τον τάφο,
με μάτια γεμάτα χώμα.
«Είμαστε τα πάντα,
τους απάντησα.
Αν δεν ήμασταν,
τότε γιατί θρηνείτε;»
Πετάω τον οχετό μου
σε ό,τι αποτελεί λόγο ύπαρξης.
Πετάω τον οχετό μου
όταν γύρω μου βλέπω καμένη γη.
Από φόβο γίνομαι οργή.
Όσο έχω οργή, είμαι φωτιά.
Δεν είμαι στάχτη.
Συγχώρεσέ με
που όταν περισσότερο σε χρειάζομαι,
λιγότερο στο δείχνω.
Συγχώρεσέ με.
Είναι στη φύση του ανθρώπου ο παραλογισμός
και στη δική μου φύση ο απολογισμός.
Απολογούμαι στην καρδιά σου—
γιατί, κι αν δεν χτυπά μέσα στο δικό μου στήθος,
είναι αυτή που μου δίνει ζωή.
Έχω τόσα που θέλω να πω—
είναι όλα αίτια απολογισμών
των τελευταίων ημερών.
Είναι τόσο ακατέργαστη η ενηλικίωση,
κι εγώ νιώθω τόσο βίαια επεξεργασμένη.
Άξιζε να υπάρξουμε.
Είδαμε ήδη αρκετά,
μα με εσένα στο πλευρό μου
αντέχω κι άλλα.
Γίνεσαι λίμνη
όταν γύρω μου χάσκουν μόνο βάθη.
Αξίζει που υπάρχουμε.






