Άρη Μπινιάρη, «”Όρνιθες” του Αριστοφάνη» (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)
5Ιου
Μια μελαγχολική και ονειρική Νεφελοκοκκυγία
Με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο και τον Γιώργο Χρυσοστόμου στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μετά τη θριαμβευτική τους πορεία στην Επίδαυρο και σε άλλα θέατρα της χώρας, οι “‘Όρνιθες” του ‘Άρη Μπινιάρη ανοίγουν ξανά τα φτερά τους και πετούν για νέες πολιτείες, αρχής γενομένης από την Αττική και τα θέατρά της.
Η ιστορία ξεκινά με δύο Αθηναίους φίλους, τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη, οι οποίοι ξεκινούν ένα ιδιότυπο ταξίδι. Η αναζήτησή τους καθοδηγείται από μια απλή αλλά βαθιά επιθυμία: να βρουν μια πόλη όπου θα μπορούν να ζήσουν ειρηνικά, ευημερώντας και χωρίς τα βάρη της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι δυο Αθηναίοι φίλοι, λοιπόν, ο παμπόνηρός Πεισθέταιρος και ο καλόγνωμος Ευελπίδης, αναζητούν τον τσαλαπετεινό Έποπα για να τους πει σε ποια πόλη μπορούν να ζήσουν ήρεμα, πλούσια και ειρηνικά. Όταν επιτέλους βρίσκουν τον τσαλαπετεινό, εκείνος τους στεναχωρεί, γιατί δεν έχει να προτείνει καμία πόλη που να καλύπτει τις επιθυμίες τους. Ο εύστροφος Πεισθέταιρος συλλαμβάνει την ιδέα να ιδρύσουν μαζί με τον Έποπα την πόλη των πουλιών στους αιθέρες, στο μεσοδιάστημα δηλαδή μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών. Ο τσαλαπετεινός πείθεται και καλεί τα πουλιά για να τους ανακοινώσουν μαζί το σχέδιο του Πεισθέταιρου.
Ο ραδιούργος, κατά τον Αριστοφάνη, αλλά όχι κατά τον Παπασπηλιόπουλο, Πεισθέταιρος, πείθει τα πουλιά για το μεγάλο όραμα τη Νεφελοκοκκυγία. Αυτή η πόλη θα είναι μια ουτοπία όπου τα πουλιά, και όχι οι θεοί ή οι άνθρωποι, θα κατέχουν την απόλυτη εξουσία. Η ιδέα είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη και παράλογη, αντανακλώντας την ικανότητα του Αριστοφάνη να συνδυάζει σοβαρά θέματα με χιούμορ και γελοιοποίηση. Το σχέδιο του Πεισθέταιρου είναι επαναστατικό: τοποθετώντας τα πουλιά ως μεσάζοντες μεταξύ θεών και ανθρώπων, μπορούν να ελέγχουν τη ροή των θυσιών από τη γη στον Όλυμπο, ρυθμίζοντας έτσι την ίδια τη θεϊκή δύναμη.
Οι «Όρνιθες», γραμμένες από τον Αριστοφάνη το 414 π.Χ., παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της κορύφωσης του Πελοποννησιακού Πολέμου και αντανακλά τη βαθιά απογοήτευση του Αριστοφάνη για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Αθήνας και τη συνεχιζόμενη σύγκρουση. Παρόλο που το έργο του χάρισε τελικά το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια, ξεχωρίζει ως ένα καυστικό σχόλιο για τους συκοφάντες και τους κόλακες που είχαν εισχωρήσει στο δημοκρατικό σύστημα, καθώς και ως κριτική των ιδεαλιστικών αλλά συχνά ανεφάρμοστων θεωριών της νέας διακυβέρνησης.
Διαβάστε περισσότερα





