Αναγνώσεις

«Μικρασιατική Καταστροφή: Από τις φλόγες της κόλασης στην αναδημιουργία του χαμένου παράδεισου» (γράφει η Έφη Μπουκουβάλα-Κλώντζα)

 

 

«Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα

που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.

Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε μ’ ολολυγμούς

κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά

κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο

και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.

Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά

με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια

τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας».

(Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

 

Το απόσπασμα προέρχεται από την ποιητική συλλογή του μεγάλου μας δημιουργού, Μικρασιάτη στην καταγωγή, Γιώργου Σεφέρη, η οποία φέρει τον τίτλο Μυθιστόρημα. «Ένα είδος ποιητικής παράστασης ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα. Μια αυτοβιογραφία από την εσωτερική ζωή του ποιητή», απόηχος από μνήμες, αναπολήσεις, σπαραγμούς της Μικρασιατικής καταστροφής.

Φαίνεται βέβαια πως κάποια ανάρια, αόρατα νήματα κλώθουν το υφάδι της τέχνης και στην περίπτωσή μας μέσα από μυστικά, αθέατα μονοπάτια σμίγουν, κρυφά συνομιλούν και συμπορεύονται ποιητικός και πεζός λόγος. Γιατί, κατά μια παράξενη σύμπτωση, ο τίτλος Μυθιστόρημα του Σεφέρη έμελλε να είναι προφητικός για το είδος του λόγου που κατεξοχήν καλλιεργήθηκε κι ευδοκίμησε εμπνευσμένο από τη μικρασιατική τραγωδία και μέσω του οποίου το ευρύ αναγνωστικό κοινό που δεν του έλαχε ευτυχώς ο μοιραίος κλήρος να τη βιώσει, γνώρισε έστω και έμμεσα, προσέγγισε και προσέλαβε, ελεύθερα μεταπλασμένη βέβαια, τη στυγνή ιστορική πραγματικότητα.

Μύθος και συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες γίνονται το γονιμοποιό στοιχείο της δημιουργίας και η πεζογραφία, με προεξάρχον είδος το μυθιστόρημα, τότε που οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και το χώμα υγρό, νοτερό από τα δάκρυα και το αίμα, ανασυνθέτοντας λογοτεχνικά τα ιστορικά συμβάντα, απεικόνισε παραστατικά τον ζόφο της μικρασιατικής πανωλεθρίας, ιδωμένο φυσικά μέσα από την οπτική και διυλισμένο από το προσωπικό φίλτρο του εκάστοτε δημιουργού.

Κορυφαίοι, επίλεκτοι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, αλλά και σπουδαίοι μεταπολεμικοί πεζογράφοι, σφράγισαν με τα μνημειώδη έργα τους και μπόλιασαν με τον οίστρο τους τη λογοτεχνική παραγωγή. Από ένα τεράστιο πλήθος σημαντικών έργων, ενδεικτικά μόνο και σε καμιά περίπτωση αξιολογικά, αναφέρω: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου, Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, Οι πρώτες Ρίζες της Τατιάνας Σταύρου, Η ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα, Η αστροφεγγιά του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Οι πρόσφυγες του Γρηγόριου Ξενόπουλου, η άτυπη τριλογία του Ηλία Βενέζη Αιολική γη, Το νούμερο 31328 και η Γαλήνη, Ματωμένα χώματα και Οι νεκροί περιμένουν της Διδούς Σωτηρίου. Ελλείψει χρόνου να μνημονεύσει κανείς την πνευματική προσφορά όλων αυτών των δημιουργών, θα περιοριστώ σε δύο μόνο συγγραφείς, τον Ηλία Βενέζη και τη Διδώ Σωτηρίου. Κι αυτό γιατί το έργο τους, χωρίς αμφιβολία, είναι στην κοινή συνείδηση άρρηκτα συνδεδεμένο με την μικρασιατική τραγωδία σε όλο της το φάσμα: την πρότερη ευτυχία με την ευημερούσα ειρηνική ζωή και την αρμονική συνύπαρξη των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, τις εφιαλτικές μνήμες της καταστροφής, τις δυσβάσταχτες δοκιμασίες της αιχμαλωσίας, αλλά και τον συγκλονιστικό, βαθιά σπαρακτικό αγώνα του ανέστιου, ρημαγμένου πρόσφυγα να αναστηλώσει τα ερείπια της ζωής του.

Διαβάστε περισσότερα