Αναγνώσεις

Δημοσθένης Σταυρινίδης, «Κυπριακά Διηγήματα», Λευκωσία, Κοινόν Κυπρίων, 1898]

Ο εισπράκτορας

 

Μήν Ιούνιος. Γλυκεία αύρα πρωινή, ελαφρά ως το πτερύγισμα της πεταλούδας, έπνεε και εζωογόνει την φύσιν. Ο ήλιος δεν είχεν έτι υψωθεί αρκετά εις τον ορίζοντα, ώστε να κατακαίει και να περιχύνει με ιδρώτα τους χωρικούς και τα ζώα των, οι οποίοι πρωί πρωί με τα παιδιά του και την γυναίκα του ο καθείς εγέμισαν τ’ αλώνια.

Από του μικρού παραθύρου του δωματίου της οικίας του φιλοξενούντος με έβλεπα μέσα εις τ’ αλώνια, εκτεινόμενα εις μεγάλην έκτασιν, τα σιτάρια σωρευμένα εις διάφορα σχήματα, κανονικά ως επί το πλείστον, και ευδιάκριτοι σχεδόν έφθαναν εις τα ώτα μου αι φωναί των χωρικών αναμίξ με τας φωνάς των υποζυγίων των και τους ήχους τους ρυθμικούς των κωδώνων των προβάτων, τα οποία έβοσκον ήσυχα-ήσυχα επί τινος υψώματος υπό την φύλαξιν μικρού βοσκού.

Όλη η γη της Μεσαορίας, όπως είναι αυχμηρά το θέρος, δεν ηξεύρω πώς επαρουσίαζε τόσα θέλγητρα την πρωίαν εκείνην με την δροσερότητα της πνεούσης αύρας, με τα ξηρά χόρτα τα φρίσσοντα  εις την επαφήν αυτής, με τους γλυκείς κωδωνισμούς των προβάτων, με τον ουρανόν ανέφελον, βαθέως κυανούν, ως να εβάφη δύο φοράς, καθώς είπε τις, με το πινέλο του μεγάλου της Κτίσεως Δημιουργού. Ως συμπλήρωμα δε εις τα τόσα θέλγητρα της φύσεως προσετίθετο το θέαμα το ωραίον των χωρικών καταγινομένων εις την τέχνην της Δήμητρος, με τας γραφικάς των μακρόθεν βράκας, με τα γραφικότερα των γυναικών των φορέματα και τα ποικιλόχροα μανδήλια των κεφαλών των.

Και έμεινα προσηλωμένος και έβλεπα επί ώραν πολλήν, συνεχώς τους αληθείς αυτούς βιοπαλαιστάς εργαζομένους αδιακόπως, χωρίς κανέν παράπονον, ως να ήσαν ευχαριστημένοι από την συγκομιδήν των, βρέχοντες κάθε σπιθαμήν της γης με τον ιδρώτα των, της γης αυτής της τρισευλογημένης, της παχείας και ευφόρου, εις την οποίαν προ ολίγου έτι τα σιτάρια υψούντο πυκνά-πυκνά μέχρι του αναστήματος ανθρώπου, της γης, εις την οποίαν θάλλουσιν αι ελαίαι και γεμίζουσι με το άρωμά των αι πορτοκαλέαι τον αέρα και κύπτουσιν υπό το βάρος των σταφυλών αι άμπελοι και πρασινίζουσι τα βαμβάκια.

Ο ήλιος εντοσούτω ανυψούτο ολονέν φωτίζων τους τοίχους και τα αντικείμενα του δωματίου εις το οποίον ευρισκόμην. Μεγάλο δωμάτιον, πολύ μεγάλο, μαζί μ’ ένα άλλο συνεχόμενον μετ’ αυτού και ολίγον μικρότερον απετέλουν το σπίτι του «μουχτάρη» του χωριού. Οι τοίχοι του νεωστί ασπρισμένοι παρ’ όλην την μαυράδα της στέγης και των ξυλίνων καγκέλλων των παραθύρων εξετείνοντο γυμνοί και μόνον επί του ενός εξ αυτών ολίγα πιάτα βαμμένα με ζωηρά χρώματα εγυάλιζαν υψηλά κολλημένα εις σχήμα σταυρού. Και εις το ράφι επάνω, το οποίον περιέτρεχε και τους τέσσερις τοίχους ήσαν κατά σειράν τοποθετημένα άλλα πιάτα και κανδήλαι ποικιλόχρωμοι και μερικά βάζα από μέσα από τα οποία εξήρχοντο ολίγοι ξηροί στάχεις.

Διαβάστε περισσότερα