Uncategorized

Αθηνά Κακούρη, «Ο χαρταετός», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002

(απόσπασμα)

Το καφενείο ήταν αδειανό. Όλες οι πόρτες του ανοιχτές, να μπάζουν τον λιγοστό αέρα. Έρημα και τα πεζοδρόμια.

Ο Θανάσης ανέσυρε το ρολόι του, έριξε μια ματιά– αργούσε ο Μανώλης. Σίγουρα είχε βρει στον Φρουρό πολύ περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι είχε υπολογίσει. Να πάρει ο διάβολος και τον Φρουρό και τα δοκίμια!

Η ιδέα του Μανώλη να κάνει διορθώσεις στην εφημερίδα του Λάμπη τον ερέθιζε. το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Υπήρχε κάτι σ’ αυτή την ανατροπή που δεν μπορούσε να το χωνέψει. Ο Μανώλης είχε χάσει σε λίγους μήνες μέσα όσα οι πρόγονοί του τού είχαν κληροδοτήσει. Ήταν κρίμα – αλλά δεν ήταν αυτό που κακοφαινόταν του Θανάση. Πολλά λεφτά είχαν χάσει και άνθρωποι έμπειροι σαν τον Καλλίτση, πονηροί σαν τον Καραδήμα, ένα πλήθος κόσμου είχε χάσει την περιουσία του ολόκληρη ή ένα μέρος της.

Την περιουσία του την είχε χάσει ο Μανώλης αγοράζοντας μετοχές με την ελαφρομυαλιά που μπορεί να έχει ένας νους οξύς όταν στρέφεται σε θέματα που τα θεωρεί κατώτερα της προσοχής του. Αλλά, για τον Θανάση, τα άλογα, οι επισκέψεις στον Ιλισό και τα εξεζητημένα ρούχα δεν ήταν αυτά που δικαιολογούσαν την ύπαρξη του φίλου του επί γης – όχι, καθόλου. Αν δεν έμεναν του Μανώλη αρκετά για να συνεχίσει το είδος της ζωής που του άρεσε, του έμενε όμως ο μεγάλος πλούτος γνώσεων μέσα στο καλό μυαλό που του είχε δώσει ο Ύψιστος και, αντλώντας απ’ αυτόν τον θησαυρό, χρωστούσε ο Μανώλης να δώσει καρπούς.

Διαβάστε περισσότερα