Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Το ποτάμι»


`
Μετά τη δουλειά συνήθιζε να κάνει ένα μεγάλο περίπατο σε μικρούς δρόμους προτού επιστρέψει στο σπίτι. Ίσως γιατί έτσι πίστευε ότι πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να συναντήσει μικρές ιστορίες ανθρώπων που πάντα τον γοήτευαν; Όχι, βέβαια. Δεν ήταν αυτό. Στους μεγάλους δρόμους οι άνθρωποι μεγεθύνονται στη συνθήκη της ανωνυμίας. Σαν τις συναυλίες που ο καθένας είναι λίγο ή πολύ παράφωνος, όμως όλοι μαζί βγάζουν έναν μελωδικό τραγούδισμα, έτσι αυτό το μωσαϊκό ψυχών που λέγεται πόλη, αποκτά ένα συμπαγές σώμα που φαντάζει καλλίγραμμο. Και εκεί κρύβεται η μαγεία της κάθε ιστορίας, να ψάχνεις να βρεις τις ατέλειές του. Και τότε το κάθε μέλος του σώματος όσο προσπαθεί να παραμείνει άδηλο τόσο αποκαλύπτεται. Βλέπεις δεκάδες μάτια να διασταυρώνονται με τα δικά σου και μπορείς να διακρίνεις πολύ γρήγορα τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά. Και φυσικά δεν έχει καμία σημασία αν πέφτεις μέσα, αν μάντεψες σωστά. Σημασία έχει το πώς ε σ ύ τις φαντάστηκες με τα λίγα υλικά που είχες στα χέρια σου χωρίς να σε παρασύρουν όλες εκείνες οι αποπροσανατολιστικές λεπτομέρειες, τα ρούχα, το βάδισμα, το δέρμα κ.τλ. που εύκολα μπορούν να σε οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Ιδίως το βλέμμα των άλλων προς τους ανθρώπους που ακτινογραφείς. Ή αλλιώς αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη». Έκανε, λοιπόν, περίπατο σε στενά σοκάκια ακριβώς για να μη βαραίνει το νου του εξετάζοντας τις λεπτομέρειες των αγαλμάτων που θα συναντούσε.
`
Εκείνο το απόγευμα όμως αποφάσισε να πάει από το ποτάμι. Υπήρχε ένα μικρό ποτάμι στο κέντρο της πόλης, το πλέον πολυσύχναστο μέρος. Οι άνθρωποι φημίζονται ότι μόλις δουν μια φυσική ομορφιά τρέχουν να την οικειοποιηθούν ενώ θα έπρεπε να την επισκέπτονται όσο το δυνατόν πιο αραιά αφήνοντας τις αναμνήσεις τους να ενεργοποιήσουν αυτό που αποκαλείται «συναίσθημα». Εκείνο όμως το απόγευμα το ποτάμι τον καλούσε όπως έναν θανατοποινίτη το τελευταίο σάλπισμα πριν την εκτέλεσή του. Παρόλο που είχε δει το ποτάμι αρκετές φορές και ακόμα περισσότερες το είχε φανταστεί, δεν ήξερε ούτε καν να περιγράψει τα νερά του. Τέτοιες λεπτομέρειες είναι πολύτιμες για νατουραλιστές ζωγράφους ή ποιητές που ξύνουν συνεχώς το μολύβι τους. Όταν όμως είσαι ερωτευμένος ή γνήσιος οδοιπόρος δεν σε ενδιαφέρει το τοπίο που αντικρίζεις, αλλά αυτό το αιώνιο που σου παρέχει η φευγαλέα παρατήρησή του χωρίς τις εξωτερικές φιοριτούρες. Πήγε, λοιπόν, προς τα εκεί αποδεχόμενος το προσκλητήριο. Στάθηκε στη πεζογέφυρα και έσκυψε προς το μέρος του.

-«Πρόσεξε, έχεις γείρει πολύ» ακούστηκε μια φωνή δίπλα του.
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε δίπλα του. Ήταν μια κοπέλα από αυτές που δεν βρίσκουν θέση στα ερωτικά ρομάντζα. Χοντρούλα, κάπως κοντή με μαλλιά πιασμένα και ένα πρόσωπο συνηθισμένο όσο τα χέρια των πολιτικών όταν ανταλλάσσουν χειραψίες με τους ψηφοφόρους τους μετά την εκλογή τους.
– «Φοβάσαι μη πέσω μέσα;» της απάντησε.
– «Όχι, απλώς η ομορφιά χρειάζεται απόσταση για να σου ξεδιπλώσει όλες τις χάρες της και εσύ είσαι πολύ κοντά στο ποτάμι» του είπε.

Διαβάστε περισσότερα