Δημήτρης Ράικος, Ποιήματα
3Νοε
Στις 31 του μηνός
Στις 31 του μηνός θα βρέξει αστέρια ο ουρανός
και ‘γω κουράγιο δε θα ‘χω
ούτε το τηλέφωνο να βαστάξω
για ν’ ακούσω τους λαμπρούς ήχους του ενθουσιασμού σου.
Στις 31 του μηνός θα μου ‘χουν περισσέψει κάτι ψιλά
ίσα-ίσα να βγάλω εισιτήριο για το φεγγάρι·
εκεί όπου κάτι τύποι σαν και ‘μένα
άκουσα ότι θεραπεύονται απ’ την ακατάσχετη ψυχορραγία.
Στις 31 του μηνός θα ‘ναι γαλάζιος ο ουρανός
και ‘γω θα βγάλω στην ξέγνοιαστη εξοχή το ζώο που
κουβαλώ μέσα μου.
Θα κατουρήσω παντού, θα κυλιστώ, θα λιαστώ,
θα γλείψω τ’ αχαμνά μου,
θα δείξω ευγνωμοσύνη χαρωπά κουνώντας την ουρά μου·
θα δείξω και τα δόντια μου
σ’ όποιο σύννεφο τολμήσει να σκεπάσει το γαλάζιο τ’ ουρανού,
σ’ όποια φυλλωσιά εμποδίσει τις αχτίδες του ήλιου
να βυθιστούν στα μάτια μου.
Στις 31 του μηνός θα μου ‘χουν μπει ψύλλοι στ’ αυτιά
που υποψίες θα μου ψιθυρίσουν
ότι κάπου η θάλασσα κι ο έρωτας στερεύουν,
κάπου το άγριο χορτάρι σε φασκιώνει σα μωρό,
κάπου ο αέρας διεισδύει απ’ τις χαραμάδες του ραγισμένου εαυτού
και σε χαϊδεύει σε σημεία δυσπρόσιτα και σπάνια·
ότι κάπου ο ήλιος σε κοιμίζει, σε καίει και σε εξαϋλώνει·
ότι κάπου μια αρρώστια πλανιέται
θερίζοντας ό,τι φοβάσαι ν’ αποτελειώσεις.
Στις 31 του μηνός θα ‘ρθει ο καιρός να οργώσω το σύμπαν
μ’ εκείνο το αλέτρι που βρήκα στην άθικτη αποθήκη του προπάππου μου
και να σπείρω παντού τα δώρα του Θεσσαλικού κάμπου.
Θα ‘ρθει ο καιρός να πω και ‘γω ιστορίες κάτω απ’ την κερασιά,
καθισμένος πάνω σε μια μπάλα από άχυρο,
μ’ έναν ελαφρύ ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπο σα μοσχοβολιστό ρετσίνι,
με τους μεγάλους να κρέμονται απ’ τα χείλη μου
και τα παιδιά σκαρφαλωμένα στα κλαδό-μαλλιά μου.
Θα ‘ρθει ο καιρός να ξεπληρώσω τα επίγεια χρέη μου
στους καθημερινούς μικροδιαβόλους της διπλανής πόρτας
κι ύστερα να περπατήσω στην αστρική οδό της αμνησίας.
Στις 31 του μηνός θα σε περιμένω με ανυπομονησία
να κάνουμε τον γνωστό αμίλητο περίπατό μας
κι ύστερα ξανά να χωριστούμε δίχως επιστροφή.






