Ανδρέας Αντωνίου, Ποιήματα
14Νοε
Αλλιώς Ωραία
Νύφη ντυμένη στα γαλάζια και στο φως
Μούτρο θρασύ και πονηρό – Αλλιώς Ωραία
Μια μαργαρίτα και ο ήλιος αδερφός
Σαν πυροτέχνημα που δύει στην Περαία
Πράσινα μάτια, σαν μια γάτα πονηρή
Θαλασσινή. Ερμητικά κλειστή, σαν μύδι
Που κρύβει μέσα μια σάρκα πορφυρή
Καλαμαριά, Γεντί Κουλέ και Κατσιμίδη
Αρρωστημένες λάμπες φέγγουν στη σειρά
Μαύρο φουστάνι ανεμίζει μπαϊράκι
Ένα βαπόρι απ’ το βάθος σου σφυρά
Μα εσύ μαντήλι ανεμίζεις στη Λαμπράκη
Χείλη μισάνοιχτά, γλυκά σαν κιουνεφέ
Τόσο υγρά – θαρρείς πως στάζουνε σιρόπι
Γριά τσιγγάνα μου γυρνάει τον καφέ
Ψυχή Βαλκάνια, κι Ανατολή κι Ευρώπη
Οι συζητήσεις ως τις πέντε το πρωί
Κλείνεις τα μάτια. Πότε πέρασε κι ο Μάρτης;
Σ’ ένα κρεβάτι η ζωή φυλλοροεί
Εκεί που ο Σαρτρ σου συναντάει τον Μπασλάρ της
Σβησμένα φώτα. Έλα φίλα με λοιπόν
Σαν ξημερώσει από τ’ όνειρο τι μένει;
Μισή καρδιά – Πάντα παρών και πάντα απών
Μισές καρδιές – Και νικητές και ηττημένοι
Μια πόλη-νύφη, νοητή και αισθητή
Γυμνό φεγγάρι που τραβά την πλημμυρίδα
Όσο υπάρχεις, και τ’ αστέρια κι οι θνητοί
Θα βρίσκουν πάντοτε κοντά σου μια πατρίδα






