Η Κρίση της Ποίησης

Θωμαΐς Βλάχου, «Δύο Κενών Σιωπή», εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2025 (γράφει ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος)

Ένας από τους επιστήθιους, νεκρούς, ποιητικούς μου φίλους, ο Τ. S. Eliot υποστηρίζει σε ένα από τα δοκίμιά του πως «η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση· δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα». Έχω τη γνώμη πως τούτη είναι μια επαρκής εισαγωγική περιγραφή για να κατανοήσει κανείς με τη χρειώδη διορατικότητα τη λογοτεχνική διαδρομή της Θωμαΐδος Βλάχου.

Η ποιήτρια αποδρά από το ίδιον, από το ασφυκτικά εγωικό της παρούσης συγγραφικής γενιάς, δεν δραπετεύει από τα συγκινησιακά μέσα που επιδαψιλεύει η τέχνη η ποιητική. Στο ποιητικό της κείμενο, τη δεύτερη τούτη συλλογή, δεν σπαταλά τη συγκίνηση όπως κάνουν άλλοι ομότεχνοι της αλλά τη μεταμφιέζει κι ενίοτε τη χειρίζεται, ως από ένα εκμαγείο μορφής που παρατηρεί ενδελεχώς κι ύστερα αποδεσμεύει ώστε να μεταλλεύσει το δικό της στοχαστικό κι αισθητικό, πρωτογενές υλικό.

Η κ. Βλάχου στην πρώτη σελίδα του ποιητικού της πονήματος χρησιμοποιεί μια φράση του Tolkien, ιδιαίτερα σημασιοδοτική των δικών της προθέσεων: «Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου». Μα χτίζεται ένα ποιητικό κείμενο από σιωπές; Αν ναι, ας παρατηρήσουμε πώς το επιχειρεί η ποιήτρια Βλάχου. Ήδη στο πρώτο ποίημα, στο ποίημα Ψάχνοντας, η ποιήτρια εξιστορεί ένα σακούλι με αγάπες στα χρόνια της αθωότητας, όπου ψάχνοντας εντοπίζει ένα παραμύθι. Μας αναφέρει τα αντικείμενα που βρίσκει στο παραμύθι, έναν δράκο, έναν φόβο, έναν κόμπο, μια πληγή κι έναν λεκέ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως όλες αυτές οι λέξεις είναι αρνητικές, μολονότι υλοποιούνται στα χρόνια της αθωότητας. Η αθωότητα του ανθρώπου δεν είναι απαλλακτική της μοιραίας συνεύρεσής του με το κακό. Παραλείπεται δια της σιωπής ο ρόλος του παρελθόντος στα ευρήματα αυτά του παραμυθιού. Στη συνέχεια η ποιήτρια, στο ίδιο ποίημα, αναφέρει πως αναζητούσε θετικά πράγματα, εκφρασμένα με θετικές λέξεις αυτή τη φορά: αγάπη μαγική, χαρά της ζωής, σταθερότητα μέσα στον χρόνο, κι ομολογεί πως δεν τα βρήκε. Και στις δυο στροφές, η ποιήτρια επιμένει ότι τούτα δεν προέκυψαν μόνα τους. Επιδίωξε να τα βρει. Αποσιωπώντας όμως τις προθέσεις της όπως και τα ισχυρά ενδεχομένως γεγονότα που τα απέκρυψαν από εκείνη.

Διαβάστε περισσότερα