Μαρία Κατσοπούλου, “Όταν τα δάχτυλα του Μανώλη Χιώτη έπαιξαν New Wave”
16Ιου
Στα χωράφια του Διαβόλου δεν πατάει κανείς αφότου σκοτεινιάσει. Η μαρτυρία ενός αγρότη για «τερατόμορφα πλάσματα» θα έμοιαζε γραφική, εάν ο καφετζής του χωριού δεν έβλεπε με τα μάτια του την παπαδιά να συνουσιάζεται με τον τράγο του κυρ-Παντελή στην προηγούμενη Πανσέληνο. «Χριστοί υπάρχουν πολλοί», του είπε την επόμενη μέρα, κι εκείνος αναγούλιασε βλέποντας τις μύγες να δραπετεύουν από το στόμα της καθώς μιλούσε.
Όταν το έμαθε αυτό ο μπαρμπα-Θόδωρος, αναρωτήθηκε αν ο Άρχοντας των Μυγών εισάκουσε την προσευχή του για να σώσει το κοπάδι του από τα ενοχλητικά έντομα του καλοκαιριού. Η κατάσταση ήταν θλιβερή. Όχι μόνο υπέφεραν από τις μύγες, αλλά τα καημένα τα ζωντανά ήταν επιπλέον και θύματα κτηνοβασίας από τα ξαναμμένα ζόμπι του νεκροταφείου, κάτι που, φυσικά, ο ίδιος αγνούσε.
Τη λύση την έδωσε η παπαδιά, λέγοντάς του να απαγγείλει Όμηρο ανάποδα την τρίτη μέρα από την επίσκεψή του στον κυρ-Θανάση τον μπαρμπέρη. «Θα πάρεις τις τρίχες», είπε, «και θα τις βάνεις μέσα στο βάζο με το γάλα. Έπειτα θα ρίξεις λίγη κοπριά και το θάψεις στην είσοδο του νεκροταφείου». Έτσι λοιπόν και έκανε. Μόνος μάρτυρας της πράξης του ήταν η απειροσύνη του ουρανού και τα δέντρα.
Πόσο θα ήθελε να πιει ένα κουβανέζικο κοκτέιλ ακούγοντας Ντουράν Ντουράν! Φαντάστηκε τα βαμπιρίσια χείλη της Νίνα Χάγκεν και ερεθίστηκε. Ο καύσωνας τον έκανε να παραληρεί και μέσα στην παραζάλη του μπήκε μέσα στο νεκροταφείο, ξεχνώντας το βάζο που είχε θάψει τόσο ευλαβικά στην πύλη. Με την ρετσίνα στο ένα χέρι και την ψωλή του στο άλλο, δεν παρατήρησε τις ανοιχτές ταφόπλακες. Στο κεφάλι του βούιζαν οι συμφωνικές ορχήστρες των λαχανικών, ψάλλοντας το Isis Naturae Regina Ineffabilis, όταν ξαφνικά ο ήχος από αρβύλες να παρελαύνουν σε βήμα χήνας έπνιξαν τελείως την μουσική.






