Γιώργος Πατσός, Ποιήματα
25Αυγ
ΜΕΘΥΣΙ
Τούτη τη νύχτα ξεφάντωσαν οι ειδωλολατρικές μου αισθήσεις,
κι η εκλεπτυσμένη γλώσσα μου χυδαία μίλησε και βλάσφημα
και δεν μ’ απόλειψε το θάρρος να στείλω στον αγύριστο
την ψυχονευρωτική και ξιπασμένης λογική μου.
Τούτη τη νύχτα γέλασα λεύτερος σαν ηλίθιος,
στραγγάλισα τη μέθη της ραφινάτης μου κατάνυξης
κι όλους τους σταυρωτήδες φόβους της καρδιάς,
οσφράνθηκα το εκμαυλιστικό μύρο των αιμάτων,
τάισα με τρομακτικές κρίσεις την τρέλα μου,
στροβιλίστηκα σ’ αμμοθύελλες αφρικανικής ερήμου
κι ένιωσα του κτήνους τη σφριγηλή αθωότητα.
Ξόρκισα κάθε μου ντροπή και μουχλιασμένη γνώση,
κάθε μου ηττοπάθεια παραλυτική,
σκότωσα μέσα μου τον καλλιτέχνη τον θανατόφιλο,
γέμισα μ’ αλάτι τις πληγές μου
κι ούρλιαξα σαν πώς μογγόλικη ορδή σ’ επίθεση.
Τούτη τη νύχτα ακόμα κι εσύ
-η γλυκιά μαντόνα των μελιχρών ονείρων μου –
έγινες μαινάδα και βαλκυρία
και ξεφαντώσαμε κι οι δυο αναμαλλιασμένοι
εκεί στ’ άπλετο ξέφωτο του λεύτερου ενστίκτου,
τα τύμπανα κτυπώντας του πολέμου.
Σαν σειληνός σκυμμένος σε κρασογούρνα χάλκινη
ήπια και ξαναήπια της νιότης μου μπρούσκο κρασί
κι ευλόγησα και τη ροή αρσενικών χυμών μου
στο εκλεκτό λαγούμι σου.
Πεθαίνω από άξεστη απόψε δύναμη,
μπορώ και κολυμπώ στους βουρλισμένους
ιλίγγους των φαιών κροτάφων,
και στης ψυχής τα έγκατα μερακλωμένος,
πρωτόγονος κι αγνός σαν πως τ’ ονειρευόμουν πάντα.
Τούτη τη νύχτα ένιωσα τη μέθη και την ευτυχία
του ταύρου και του γουρουνιού
σ‘ ανείπωτο γιορτάσι.






