Διονύσιος Χριστοφοράτος, Ποιήματα
18Μαρ
ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ
Κάθε πρωί
τὰ μάτια του ἔπλενε μὲ φῶς
τὸ ἀποτύπωμα τῆς νύχτας γιὰ νὰ σβήσῃ
τοῦ ὕπνου τὴν ἀχλὺ γιὰ νὰ διαλύσῃ
μὰ πιὸ πολύ
γιὰ νὰ μπορῇ ν’ ἀντισταθῇ
καὶ νὰ ἀντέξῃ
τὸ μιαρὸ σκοτάδι τῶν ἀνθρώπων
ΜΕΣΑ ΜΟΥ
Μέσα μου
βαθιά
κάπου πολὺ βαθιά
ναυάγησε ξανά
ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μου
Κι’ ὅταν κατάφερα νὰ τόνε βρῶ
λιπόθυμο κ’ ἡμιθανῆ
τὸν τράβηξα στὴν ἐπιφάνεια ἐπάνω
κι’ ὅ,τι ἀνέσυρα μαζί του
μονάχα λέξεις σφηνωμένες μέσ’ στὸ στῆθος
Μονάχα λέξεις
Ἕνα ποίημα
Σχεδόν
Αφήστε ένα σχόλιο






