ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ
Κάθε πρωί
τὰ μάτια του ἔπλενε μὲ φῶς
τὸ ἀποτύπωμα τῆς νύχτας γιὰ νὰ σβήσῃ
τοῦ ὕπνου τὴν ἀχλὺ γιὰ νὰ διαλύσῃ
μὰ πιὸ πολύ
γιὰ νὰ μπορῇ ν’ ἀντισταθῇ
καὶ νὰ ἀντέξῃ
τὸ μιαρὸ σκοτάδι τῶν ἀνθρώπων
ΜΕΣΑ ΜΟΥ
Μέσα μου
βαθιά
κάπου πολὺ βαθιά
ναυάγησε ξανά
ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μου
Κι’ ὅταν κατάφερα νὰ τόνε βρῶ
λιπόθυμο κ’ ἡμιθανῆ
τὸν τράβηξα στὴν ἐπιφάνεια ἐπάνω
κι’ ὅ,τι ἀνέσυρα μαζί του
μονάχα λέξεις σφηνωμένες μέσ’ στὸ στῆθος
Μονάχα λέξεις
Ἕνα ποίημα
Σχεδόν
ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΦΩΣ
Στὸ γερασμένο φῶς
τί νὰ καταλογίσω
Ποὺ τὸ ξημέρωμα
γεννήθηκε θολό
Ποὺ ἡ μέρα σκούριασε
στὸ πρῶτο δρόσισμα τῆς αὔρας
Ἤ μήπως ποὺ μαράθηκε
τοῦ δειλινοῦ τὸ λώτισμα
προτοῦ κὰν ξεμυτίσῃ
Δὲν φταίει τὸ φῶς
Δὲν γέρασε
μοῦ εἶπες
Εἶναι ποὺ ἄκαμπτη
γέρασε ἡ ματιά σου
Αφήστε ένα σχόλιο









