Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ, Ποιήματα
23Σεπ
ΒΙΝΣΕΝΤ ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ
Λένε πως αυτοκτόνησες:
δε σε θυμάμαι έτσι.
Κι εκείνο το αυτί
για πάντα κλεισμένο ας μένει
σε κείνο το κουτί
σαν ένα κοχύλι.
Σε θυμάμαι στον γαλάζιο ουρανό
να ξεδιπλώνεις
το φωτεινό της αγκαλιάς σου πάπλωμα
πάνω σε φαύλο και ωραίο.
Σε θυμάμαι να μιλάς
τη γλώσσα του χρόνου με θροΐσματα
και τον νυχτερινό ουρανό να τον καρφώνεις
αφήνοντας σα φωτεινές
πύλες τ’ αστέρια σου
για Κείνο που απ’ την Ομορφιά
είναι πιο ωραίο.
Σε θυμάμαι να μπαλώνεις τη στοργή
για να ντύσεις τους ανθρώπους
όταν εσύ κρύωνες
περισσότερο απ’ όλους.
Το γιγάντιο σου δρασκέλισμα
σα γέλιου απόηχος να χαϊδεύει
τα κεφαλάκια των σταχυών
που είχαν γίνει μαθητές σου.
Κάθε καλύβα σα ναό
προσεκτικά να ετοιμάζεις
που αφηγείται η όψη του
τις ιστορίες των κατοίκων.
Μα πιο πολύ τα δάχτυλα
τα δάχτυλά σου θα θυμάμαι
που τα ηλιοτρόπια στο βάζο έβαζαν
όπως πατέρας κοιμίζει το παιδί του.






