ΒΙΝΣΕΝΤ ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Λένε πως αυτοκτόνησες:
δε σε θυμάμαι έτσι.
Κι εκείνο το αυτί
για πάντα κλεισμένο ας μένει
σε κείνο το κουτί
σαν ένα κοχύλι.
Σε θυμάμαι στον γαλάζιο ουρανό
να ξεδιπλώνεις
το φωτεινό της αγκαλιάς σου πάπλωμα
πάνω σε φαύλο και ωραίο.
Σε θυμάμαι να μιλάς
τη γλώσσα του χρόνου με θροΐσματα
και τον νυχτερινό ουρανό να τον καρφώνεις
αφήνοντας σα φωτεινές
πύλες τ’ αστέρια σου
για Κείνο που απ’ την Ομορφιά
είναι πιο ωραίο.
Σε θυμάμαι να μπαλώνεις τη στοργή
για να ντύσεις τους ανθρώπους
όταν εσύ κρύωνες
περισσότερο απ’ όλους.
Το γιγάντιο σου δρασκέλισμα
σα γέλιου απόηχος να χαϊδεύει
τα κεφαλάκια των σταχυών
που είχαν γίνει μαθητές σου.
Κάθε καλύβα σα ναό
προσεκτικά να ετοιμάζεις
που αφηγείται η όψη του
τις ιστορίες των κατοίκων.
Μα πιο πολύ τα δάχτυλα
τα δάχτυλά σου θα θυμάμαι
που τα ηλιοτρόπια στο βάζο έβαζαν
όπως πατέρας κοιμίζει το παιδί του.

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Κύριε σου ζήτησα
κι όλα μου τα έδωσες.

Όταν την Πατησίων διάβαινα τη νύχτα
κλαίγοντας ουρλιάζοντας και βρίζοντάς Σε
δεν έβλεπα πως γύρω μου είχες στήσει
εκείνη την Οδό που παρακάλεσα
να την πατήσω.
Όμως, Κύριε
στην Πατησίων έχεις περπατήσει;

Έχεις δει τ’ ακρωτηριασμένα μέλη των μωρών
που σαν κόκκινα σπάρθηκαν
ανθάκια σε λιβάδι;
Έχεις δει τους άγγελους που ραχιτικοί
σηκώνουνε στις πλάτες τους
έναν πλανήτη πόνου;
Τις μαυροφορεμένες μάνες έχεις δει
που ώς και τα παιδικά τους χρόνια
θ’ αντάλλαζαν με λίγο γάλα για τη ζωή
που στο στήθος τους κοιμάται ζαρωμένη;
Τους τσαρλατάνους που τη ζητιανιά
επάγγελμα την κάναν
κι όλοι τους περιφρονούν
γιατί δεν ξέρουν
ότι κι αυτή κόπο απαιτεί
μια δουλειά είναι,
τους είδες;

Στην Πατησίων η αγνότητα
ένας λευκός καμβάς
που πάνω του οι άνθρωποι
ζωγραφίζουν κτηνωδία.

Ό,τι σου ζήτησα μου το ’δωσες
σκέφτομαι
ώσπου να βγω στην Πατησίων.
Τότε νιώθω μόνο τυχερός
τότε ξέρω
ότι όσα ζήτησα τα έλαβα
μονάχα από ανθρώπους.

Τ’ ΟΝΟΜΑ

Είμαι χαρούμενος μόνο
όταν έχω μόλις ξυπνήσει:
κοιτάζω το δωμάτιό μου
το φως που μπαίνει απ’ το παράθυρο
κ’ είναι σα να τα βλέπω
για πρώτη φορά.
Ύστερα θυμάμαι.

Τα χέρια σου να με πνίγουνε στην κολυμπήθρα
και τ’ όνομα που ανήγγειλες μετά.

Ένα όνομα
που δεν περιείχε την κραυγή μου.