Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ambrose Bierce (1842-1914), “Μία σύλληψις” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Ἔχοντας δολοφονήσει τὸν γαμπρό του, ὁ Ὄρριν Μπρόουερ ἀπὸ τὸ Κεντάκυ διέφευγε τῆς δικαιοσύνης. Εἶχε δραπετεύσει ἀπὸ τὴν ἐπαρχιακὴ φυλακή, ὅπου ἐκρατεῖτο προφυλακισμένος ἀναμένοντας τὴν δίκη του, ἀφοῦ ἐξουδετέρωσε τὸν δεσμοφύλακά του μ’ ἕναν σιδερένιο λοστό, τοῦ ἔκλεψε τὰ κλειδιά, ἄνοιξε τὴν ἐξωτερικὴ πόρτα καὶ χύθηκε μέσα στὴν νύχτα. Ἐφ’ ὅσον ὁ δεσμοφύλακας ἦταν ἄοπλος, ὁ Μπρόουερ δὲν εἶχε στὴν κατοχή του κάποιο ὅπλο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ὑπερασπιστῇ τὴν ἀνακτημένη ἐλευθερία του. Μόλις πέρασε τὰ ὅρια τῆς πόλεως εἶχε τὴν ἀπερίσκεπτην ἰδέα νὰ μπῇ σ’ ἕνα δάσος· τοῦτο συνέβη πολλὰ χρόνια πίσω, ὅταν ἡ περιοχὴ ἐκείνη ὑπῆρξε ἀγριώτερη ἀπ’ ὅσο εἶναι σήμερα.

Ἡ νύχτα ἦταν ἀρκετὰ σκοτεινή, δίχως ὁρατὸ φεγγάρι κι’ ἄστρα, καὶ καθὼς ὁ Μπρόουερ δὲν εἶχε κατοικήσει ποτέ του ἐκεῖ γύρω καὶ ἀγνοοῦσε τὴν διαμόρφωσι τῆς περιοχῆς, δὲν ἀπεῖχε, φυσιολογικά, πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ χαθῇ. Ἀδυνατοῦσε νὰ διαπιστώσῃ τὸ ἂν ἄφηνε ὁλοένα καὶ περισσότερο πίσω του τὴν πόλι ἢ ἐπέστρεφε σ’ αὐτήν, ἕνα ἐξαιρετικὰ κρίσιμο ζήτημα γιὰ τὸν Ὄρριν Μπρόουερ. Γνώριζε πὼς σὲ κάθε περίπτωσι μία ὁμάδα καταδιώξεως πολιτῶν συνοδείᾳ ἀγέλης σκύλων «Μπλάντχαουντ» θὰ βρισκόταν σύντομα στὰ χνάρια του καὶ πὼς οἱ πιθανότητές του νὰ δραπετεύσῃ φάνταζαν λιγοστές· ὅμως δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ βοηθήσῃ καὶ ὁ ἴδιος στὸ ἀνθρωποκυνηγητό του. Ἀκόμα καὶ μία ὥρα ἐπιπλέον ἐλευθερίας ἄξιζε τὸν κόπο.

Διαβάστε περισσότερα