Henriette Hardenberg (1894-1993), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)
14Νοε
Χέρια
Σαν σπάνια, κινούνται, ζώα πάνω στη Γη
και κείτονται βαθειά στον θαλάσσιο βυθό,
η πέτρα φεγγαρόχρωμη, μεσ’ στο λουλουδιαστό
πτέρωμα σφηνωμένη, σαν πληγή.
Την κίνηση αυτήν φοβάμαι την κρυφή,
σα να κρεμότανε τ’ αγέρι πιασμένο απ’ τα κλαριά,
στις μορφές έτσι, τόσα δάχτυλα λιγοστά
θα δώσουνε στις σκέψεις μου τροφή.
Η θάλασσα χωρίζεται στα δυό, για να την φτάνω
στης κρυστάλλινης νύχτας την σειόμενη περικοκλάδα,
το χέρι, μπροστά απ’ του προσώπου τη χλωμάδα,
τεντωμένο πολύ κι όμως απαλά βυθισμένο.
Αν τα μικρά κόκκαλα τραβούν, αγνοώ,
κι ανακατεύονται, απ’ τη θάλασσα ξεβρασμένα
η στα σύννεφα μέσα τυλιγμένα
ψάχνουν για μουσική και για χορό.
Ξέρω πως όνειρα, χωρίς άρωμα να πλανάται,
σαν, δύσκαμπτα στις αρθρώσεις, δάχτυλα νεκρά
δεν δωρίζουν ξόρκια μυστικά,
π’ αποζητάει ο ζωντανός, όταν κοιμάται.






