George Dillon (1906-1968), Τέσσερα σονέτα για την Edna St. Vincent Millay (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)
24Σεπ
I
Η ζωή σου φαντάζει πάνω στη σελίδα τόσο μακρινή,
που η αληθινή της σημασία ανέπαφη ταξιδεύει
στον εύθραυστο άνεμο του καιρού από εποχή σε εποχή,
ένα άρωμα, που παλιά καλοκαίρια αναμοχλεύει –
Η ζωή σου, από κάθε δύναμη τόσο ανυψωμένη
που το πιο γήινο άνθος στη σκόνη σωριάζει,
ωστόσο στην ώρα της στο χώμα μεγενθυμένη
το θνητό, όπως έτσι στους αθάνατους ταιριάζει.
Ω, χώσε μου τις ρίζες της πιο βαθιά με’ στην καρδιά,
που έτσι αγόγγυστα πεθαίνουν απ’ αυτή την εισβολή
για να φτιάξουν το ισχνότερο φύλλο, την μικρότερη γωνιά,
που με την λάσπη καμιά φθινοπωρινή συνθήκη δεν τηρεί,
εκτός σαν ρόδο, που χάνεται ξεφυλλισμένο προ πολλού
μεσ’ στον ατέλειωτο Απρίλη του Καιρού.
II
Απ’ οτιδήποτε άλλο πιο κοντά μου σε θεωρώ,
όχι σαν όνειρο μονάχα, μα και τα μέρη τα μικρά:
νιώθω μέσα μου το στήθος σου να χτυπάει σα φτερό,
νιώθω τα χέρια σου να μ’ αγγίζουν την καρδιά.
Είσαι η θηλειά του ύπνου που κάποιος αργά τραβάει·
Είσαι στα δόντια και στα πόδια του νεύρου ο παλμός·
Είσαι ο ιδρώτας που τη νύχτα πάνω μου κυλάει·
Είσαι η μηχανή που με σπρώχνει προς τα μπρος.
Τότε θυμάμαι πως δεν είσαι τίποτ’ απ’ όλα αυτά,
μια γυναίκα μόνο, όμορφη και μακρινή,
που τους καθρέφτες κοιτά, παλιές υποσχέσεις κρατά,
γελώντας μ’ ιστορίες που με μένα δε θα μοιραστεί:
Μέχρι που η αγάπη να φανεί σαν απέραντη θλίψη
κι εγώ δαδί που στις φλόγες τ’ ονείρου θα υποκύψει.






