I
Η ζωή σου φαντάζει πάνω στη σελίδα τόσο μακρινή,
που η αληθινή της σημασία ανέπαφη ταξιδεύει
στον εύθραυστο άνεμο του καιρού από εποχή σε εποχή,
ένα άρωμα, που παλιά καλοκαίρια αναμοχλεύει –
Η ζωή σου, από κάθε δύναμη τόσο ανυψωμένη
που το πιο γήινο άνθος στη σκόνη σωριάζει,
ωστόσο στην ώρα της στο χώμα μεγενθυμένη
το θνητό, όπως έτσι στους αθάνατους ταιριάζει.
Ω, χώσε μου τις ρίζες της πιο βαθιά με’ στην καρδιά,
που έτσι αγόγγυστα πεθαίνουν απ’ αυτή την εισβολή
για να φτιάξουν το ισχνότερο φύλλο, την μικρότερη γωνιά,
που με την λάσπη καμιά φθινοπωρινή συνθήκη δεν τηρεί,
εκτός σαν ρόδο, που χάνεται ξεφυλλισμένο προ πολλού
μεσ’ στον ατέλειωτο Απρίλη του Καιρού.
II
Απ’ οτιδήποτε άλλο πιο κοντά μου σε θεωρώ,
όχι σαν όνειρο μονάχα, μα και τα μέρη τα μικρά:
νιώθω μέσα μου το στήθος σου να χτυπάει σα φτερό,
νιώθω τα χέρια σου να μ’ αγγίζουν την καρδιά.
Είσαι η θηλειά του ύπνου που κάποιος αργά τραβάει·
Είσαι στα δόντια και στα πόδια του νεύρου ο παλμός·
Είσαι ο ιδρώτας που τη νύχτα πάνω μου κυλάει·
Είσαι η μηχανή που με σπρώχνει προς τα μπρος.
Τότε θυμάμαι πως δεν είσαι τίποτ’ απ’ όλα αυτά,
μια γυναίκα μόνο, όμορφη και μακρινή,
που τους καθρέφτες κοιτά, παλιές υποσχέσεις κρατά,
γελώντας μ’ ιστορίες που με μένα δε θα μοιραστεί:
Μέχρι που η αγάπη να φανεί σαν απέραντη θλίψη
κι εγώ δαδί που στις φλόγες τ’ ονείρου θα υποκύψει.
III
Δικό σου είναι το Αττικό και αμφίρροπο μυαλό
στο νόμο της ομορφιάς και μόνο έχει αφιερωθεί,
δίχως να νοιάζεται με ποιό πρόσωπο θα γίνει γνωστό·
μήτε το ένα είδος από τ’ άλλο να ξεχωρίσει προσπαθεί.
Κι εγώ απ’ τη μεριά μου σ’ όποιο χωράφι έχει κερδίσει
η αγάπη, πρόθυμος είμαι το άροτρο μου να συρθεί,
ξέροντας, πως την αθώα σκόνη έχω υπηρετήσει
είτε ο σπόρος έχει σκορπιστεί είτε κρατηθεί.
Πόσο παράξενο λοιπόν, που ένας κόσμος, σαν κι αυτόν
που μας επιτρέπεται να ζούμε στον καιρό μας που σκορπάει,
την απλότητα των δικών του χαρακτηριστικών
λοξά στο πρόσωπο του καθρέφτη θέλει να κοιτάει:
Έν’ αγόρι κι ένα κορίτσι που θα προτιμούσαν να τους δουν
όπως κάθε ζευγαράκι στην πλατεία του χωριού.
IV
Να βρω μια μέρα του χειμώνα ξαφνικά,
σαν λουλούδια στα πόδια μου, τα λόγια, σταλμένα
από μακριά και τη γνώριμη του μυαλού σου μουσική στ’ αυτιά
μου μόνο να στοχεύει, και με ρίγη κρυμμένα
απ’ την αιώνια καμπάνα – μυστήρια γλυκιά,
ήταν σα να ‘νιωθα πως η άνοιξη τη χειμωνιάτικη φλόγα μετουσιώνει:
ακόμα κι όταν κρυστάλλινες χιονονιφάδες έπεφταν λαμπερά
έσκυψα ν’ αγγίξω κάτι γενναίο που μεγαλώνει.
Δεν ήταν θαύμα αυτό, αλλά όνειρο εραστών –
κι όμως, η αγάπη ντυμένη γιρλάντες λυρικές
με χρώματ΄άσπιλα όπως ρέουν στο ρεύμα των καιρών,
σαν άνθη αθώα πάνω στου παγετώνα τις πλαγιές,
πρέπει να πει για τον Απρίλη, αν και τον αέρα
το χιόνι θα στολίζει, όπως κάνει τη σημερινή ημέρα.
*************************************************
Ο George Dillon (1906 –1968) ήταν Αμερικανός ποιητής και εκδότης του περιοδικού Poetry Magazine απ’ το ’37 μέχρι το ’49. Το 1932 του δόθηκε το βραβείο Πούλιτζερ. Μετέφρασε τα «Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ με την Edna St. Vincent Millay, με την οποία συνδέθηκε για ένα διάστημα. Υπήρξε η έμπνευση για την «Μοιραία Συνάντηση», τη φημισμένη συλλογή απο 52 σονέτα της τελευταίας. Στα τέσσερα αυτά σονέτα βλέπουμε την ποιητική απάντηση του Ντίλλον, όπου υπάρχει μια έμμεση, πλην σαφής, αναφορά στην ποιήτρια.









