Θεοδόσης Βολκώφ, «Διαβάζοντας μια βιβλιοκρισία»
6Δεκ
Αφορμή του παρόντος σημειώματος στάθηκε η βιβλιοκρισία «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» της κ. Τίνας Μανδηλαρά, που δημοσίευσε η Lifo της 13.11.23. Σε αυτήν, η γνωστή δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός σχολιάζει τις πρόσφατες μεταφραστικές εργασίες του Κώστα Κουτσουρέλη (Emily Dickinson, Ποιήματα, Κίχλη, Αθήνα 2023) και του Βασίλη Πατσογιάννη (Arthur Rimbaud, Ποιήματα, Πλέθρον, Αθήνα 2023).
Η εν λόγω βιβλιοκρισία, όπως άλλωστε κάθε κείμενο, προσφέρεται με τη σειρά της για κριτική ανάγνωση, και αυτήν ακριβώς θα αποπειραθούμε εδώ, αφενός γιατί ανακινεί ζητήματα που απασχολούν σταθερά τη συγγραφική κοινότητα, και αφετέρου γιατί ορισμένα σημεία της προκαλούν κάμποσες απορίες· απορίες για το πώς διαβάζουν σήμερα οι προβεβλημένοι κριτικοί μας, πού εστιάζουν, τι προσδοκούν από ένα λογοτεχνικό έργο, ποιες είναι οι ιδιαίτερες γλωσσικές τους αντιλήψεις και τελικά βάσει ποιων κριτηρίων κρίνουν τα κείμενα για τα οποία γράφουν και μιλούν.
Μια και –δυστυχώς– δεν έχω προλάβει να διαβάσω το βιβλίο του Βασίλη Πατσογιάννη, θα περιοριστώ κατ’ ανάγκην στο πρώτο σκέλος της βιβλιοκρισίας, σε αυτό δηλαδή που αναφέρεται στις μεταφράσεις του Κώστα Κουτσουρέλη. Πιστεύω ωστόσο ότι ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και ως προς αυτά που γράφτηκαν για τα ρεμπωικά μεταφράσματα.
Το κείμενο της κ. Μανδηλαρά ξεκινά ως εξής: «Δεν χρειάζεται αναφερθεί κανείς στο αμετάφραστο της ποίησης και στις σχετικές θεωρίες για τους στίχους που χάνονται στη μετάφραση για να αντιληφθεί τη δυσκολία της μεταγραφής της ποίησης σε άλλη γλώσσα…». Πράγματι. Όλα ετούτα «περί του αμετάφραστου της ποίησης» είναι, πρέπει να ομολογήσουμε, πράγματα γνωστά – γνωστά και χιλιοειπωμένα. Τόσο γνωστά μάλιστα, που δεν χρήζουν ιδιαίτερης μνείας. Διότι σε τελική ανάλυση, πέρα από τους ίδιους τους πεζογράφους και τους ποιητές, τους μεταφραστές, τους θεωρητικούς και τους κριτικούς της λογοτεχνίας, τη συγγραφική συντεχνία δηλαδή, δεν απασχολούν –και σωστά– τον μέσο αναγνώστη, που αξιώνει να διαβάζει άρτια κείμενα, είτε πρωτότυπα είναι αυτά είτε μεταφρασμένα. Από ένα σημείο κι έπειτα δεν ξέρω τι ή ποιον ακριβώς εξυπηρετεί η διαρκής θεματοποίηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κατά την εργασία του ο μεταφραστής και ιδίως ο μεταφραστής ποίησης. Φανταστείτε έναν οποιονδήποτε άλλον επαγγελματία που όχι μόνο υπερτονίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις εγγενείς δυσκολίες του επαγγέλματός του αλλά προχωρεί πολλά βήματα παραπέρα: υπογραμμίζει μέχρι αυτοκαταργήσεως τη ματαιότητα κι ακόμα περισσότερο τη θεμελιώδη αδυνατότητα της δραστηριότητάς του.
Διαβάστε περισσότερα





