Μπαλλάντες αλλόκοτες και όμορφες (μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)
19Ιαν
Με τους τσιγγάνους
Τσιγγάνοι τρεις σταθήκανε στην πύλη εμπρός την ανοιχτή,
τραγούδι πιάσανε γλυκό, μια στα ψηλά, μια χαμηλά,
και η κυρά στο κάστρο της, που’ταν απ’ ώρα καθιστή,
μόλις τους άκουσε κρυφά, σα χιόνι της λιώσαν την καρδιά.
Τραγούδησαν πολύ σιγά, τραγούδησαν και δυνατά,
που απ’ τα μάτια της τα δυο, τα δάκρυα έτρεχαν σωρό,
το φόρεμα της έβγαλε και όλα της τα μεταξωτά,
κι άφησε κάτω το λαμπρό, το δαχτυλίδι το χρυσό.
Κι απ’ τα πόδια, τα ψηλά τακούνια πέταξε με βιά,
που’ταν φτιαγμένα μ’ ακριβό, βαμμένο δέρμα ισπανικό,
κι έτσι ξυπόλητη γυρνά, με τα δυο πόδια της γυμνά,
στο δρόμο έξω περπατά, μέσ’ στη βροχή και τον καιρό.
-Τη σέλα φέρτε μου να βγω, και τ’ άλογό μου το πιστό,
φοράδα ζέψτε μου μικρή, πουν’ απ’ το γάλα πιο λευκή,
παντού καβάλα θα γυρνώ, ώσπου τη νύφη μου να βρω,
περάσανε τσιγγάνοι τρεις και μου την πήρανε μαζί.
Καβάλα πέρασε βουνά, καβάλα και τα πεδινά,
καβάλα πόλη και χωριό, καβάλα δάσος σκοτεινό,
δε σταματάει πουθενά, μέχρι που βλέπει την κυρά,
με τρεις τσιγγάνους στο χορό, σ’ ένα λιβάδι ανοιχτό.
-Τι άφησες το σπίτι σου, τι άφησες όλη σου τη γη,
τι έφυγες και άφησες πίσω σου τέτοιον θησαυρό;
Τι άφησες τον άντρα σου, που μόλις είχες παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πας, που σ’ έφεραν μέχρι εδώ;
-Και τι με νοιάζει το σπίτι μου, και τι με νοιάζει όλη η γη,
και τι με νοιάζει π’ άφησα πίσω μου τέτοιον θησαυρό;
Και τι με νοιάζει ο άντρας μου, που μόλις είχα παντρευτεί,
με τους τσιγγάνους για να πάω, που μ’ έφεραν μέχρι εδώ!
-Εχτές το βράδυ έγειρες σε στρώμα επάνω απαλό,
που σε κρατούσε στα ζεστά, με χήνας φτιάχτηκε φτερά
κι απόψε εδώ θα κοιμηθείς, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
με τους τσιγγάνους καταγής, χωρίς στρωσίδια και φωτιά.
-Και τι με νοιάζει αν δεν κοιμηθώ σε στρώμα επάνω απαλό,
με χήνας που φτάχτηκε φτερά και με κρατούσε στα ζεστά.
Απόψε εγώ θα κοιμηθώ, σε κρύο λιβάδι ανοιχτό,
κι ούτε με νοιάζει η φωτιά, με τους τσιγγάνους αγκαλιά!
(Παραδοσιακό Σκωτίας/Ιρλανδίας)
Διαβάστε περισσότερα





