“Tα βερολινέζικα καφέ του εξπρεσσιονισμού” (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)
14Ιου
Ernst Blass (1890-1939)
Το καλοκαίρι ήταν…
Το καλοκαίρι ήταν οπάλινο, και παρατηρούσαμε
διάφορων ανθρώπων βλέμματα και φωνές.
Ανεπαίσθητα γλιστρούσαμε μεσ’ από βεράντες σκεπαστές…
(Σε τραπέζια καφενείων μεγάλα ψάρια,καθισμένα,
θαλάσσια φυτά, υαλώδη, κινούμενα αργά,
ασπριδερά και χαμογελαστά. Αλλά απέναντι
ήταν μονίμως το ανοιχτό του στόματος σου το κοχύλι)
Και παρασύρονταν, όλο και πιο γρήγορα, να ξεβραστούν
στη γεμάτη ζωή μιας πόλης γκρίζας.
Ρίξτε το στο γκροτέσκο – σας πάει! *
Ένας γέρος πίνει λευκή μπύρα με σμέουρο, «μια στάλα».
Ο ήλιος ρίχνει στυγνά κι αμείλικτα το φως.
Σπίτι γυρνάνε τέσσερεις, που πήγαιναν καβάλα.
‘Ενας κριτικός γίνεται ξάφνου πολύ μοχθηρός.
Τα γυναικάκια γρυλλίζουν όμορφα, μα γουρουνίσια.
Ένας καθηγητής αγοράζει ένα γιακά,
τον παλιό τον φόρεσε πια αρκετά.
Ένας νέγρος χαζεύει την Ημερήσια.
Σαν δυσπεψία κρέμεται ο ουρανός
πάνω απ’ το Βίλμερσντορφ, που ποιητές έχει κατοίκους.
Ένας γάλος κρώζει κουρασμένος και βραχνός
και μια κότα φωνάζει: Κικιρίκου.






