Ernst Blass (1890-1939)
Το καλοκαίρι ήταν…
Το καλοκαίρι ήταν οπάλινο, και παρατηρούσαμε
διάφορων ανθρώπων βλέμματα και φωνές.
Ανεπαίσθητα γλιστρούσαμε μεσ’ από βεράντες σκεπαστές…
(Σε τραπέζια καφενείων μεγάλα ψάρια,καθισμένα,
θαλάσσια φυτά, υαλώδη, κινούμενα αργά,
ασπριδερά και χαμογελαστά. Αλλά απέναντι
ήταν μονίμως το ανοιχτό του στόματος σου το κοχύλι)
Και παρασύρονταν, όλο και πιο γρήγορα, να ξεβραστούν
στη γεμάτη ζωή μιας πόλης γκρίζας.
Ρίξτε το στο γκροτέσκο – σας πάει! *
Ένας γέρος πίνει λευκή μπύρα με σμέουρο, «μια στάλα».
Ο ήλιος ρίχνει στυγνά κι αμείλικτα το φως.
Σπίτι γυρνάνε τέσσερεις, που πήγαιναν καβάλα.
‘Ενας κριτικός γίνεται ξάφνου πολύ μοχθηρός.
Τα γυναικάκια γρυλλίζουν όμορφα, μα γουρουνίσια.
Ένας καθηγητής αγοράζει ένα γιακά,
τον παλιό τον φόρεσε πια αρκετά.
Ένας νέγρος χαζεύει την Ημερήσια.
Σαν δυσπεψία κρέμεται ο ουρανός
πάνω απ’ το Βίλμερσντορφ, που ποιητές έχει κατοίκους.
Ένας γάλος κρώζει κουρασμένος και βραχνός
και μια κότα φωνάζει: Κικιρίκου.
* Παρωδία των εξπρεσιονιστικών τρόπων, με προφανή στόχο τον ποιητή Alfred Lichtenstein, από το Wilmerdorf του Βερολίνου. Παρ’ όλο που ο Blass και η παρέα του εφηύραν τις συγκεκριμένες τεχνικές, (γκροτέσκες εικόνες, απουσία διασκελισμών, όπου σχεδόν κάθε στίχος αναφέρεται σε μια τυχαία σκηνή από τη ζωή της μεγαλούπολης , απαξιωτικές ρίμες), πίστευαν ότι πολλοί άλλοι εξπρεσιονιστές έκαναν μηχανιστική κατάχρησή τους.
Paul Boldt (1885-1921)
Στη βεράντα του Café Josty
Η πλατεία του Πότσνταμ σ’ αιώνιο βουητό
παγώνει όλες τις ηχηρές χιονοστιβάδες
στους δρόμους: τα τραμ στις σιδερένιες ράγες,
τ’ αυτοκίνητα και το ανθρώπινο σκουπιδαριό.
Ο κόσμος χύνεται στην άσφαλτο και πάνε,
σαν τα μυρμήγκια, σα σαύρες γοργές.
Μέτωπα και χέρια, με σκέψεις θαμπές,
σαν ηλιαχτίδες σε σκοτεινό δάσος, κολυμπάνε.
Στη βροχή, η πλατεία με σπηλιά μοιάζει τα βράδια,
όπου νυχτερίδες λευκές τα φτερά τους χτυπούν
και μωβ μέδουσες – πολύχρωμα λάδια –
πολλαπλασιάζονται, πριν απ’ τ’ αμάξια κοπούν.
Της μέρας η αστραφτερή φωλιά το Βερολίνο πιτσιλίζει,
απ’ τον καπνό της νύχτας, σαν πληγή πανούκλας που κακοφορμίζει.
Βερολινέζικο Βράδυ
Απόκοσμα να γυρνάς, χωρίς ύπαρξη!
Η άσφαλτος σκοτάδι, που το γκάζι μαστιγώνει.
Σε φίλντισι, άσφαλτο και φως μεταμορφώνει.
Οι δρόμοι αφουγκράζονται. Μυρίζουν άνοιξη.
Τ’ αυτοκίνητα, ένα κοπάδι από αστραπές
στριγγλίζουν και ψάχνει τ’ άλλα το καθένα.
Φώτα, σα σημαίες, ανθρώπινες μάζες λαμπερές:
στην πόλη καταφτάνουν τα ηλεκτρικά τα τρένα.
Και το Βερολίνο αστράφτει από πολύ μακριά.
Ήδη ο ανατολικός άνεμος- στα δόντια του η παγωνιά-
με το σπινθηροβόλο στόμα του στην πόλη έχει στραφεί,
και πάνω του η νύχτα, στέκεται σα βουβό πουλί.
Ferdinand Hardekopf (1876-1954)
Διάλογος
Η δόκτωρ Σημασία και η δόκτωρ Μορφή
στο καφενείο είχαν πάει.
Η Μορφή παρήγγειλε διπλό τζιν,
η Σημασία παρήγγειλ’ ένα τσάι.
Και μαζί με την κουβέντα
που’χαν για σκοπό,
ζήτησαν: η Μορφή – μια φτηνή μαρέγκα,
η Σημασία – ένα ποσέ αυγό.
Ο διάλογος σε μαγικά γλιστρούσε,
νεκρομαντείας παιχνίδια,
κάθε μεριά ξόρκια πετούσε,
όσα στο μυαλό άρεσαν παιχνίδια,
όσα η Μορφή είχε σκαρφιστεί,
όσα στη Σημασία φαίνονταν ρηχά,
η Σημασία στη Μορφή, κι οι δυο μαζί
κι έτσι ο καιρός τους πλέον περνά.
Κι ήρθε πια η ώρα ανάρια,
εκείνη του λυκόφωτος, που λέν’,
η Μορφή χάθηκε μεσ’ στα φανάρια,
η Σημασία έσβησε μεσ’ στο μηδέν.
Το σονέτο του Café
Το μαρμάρινο τραπέζι ραντίζουν γύρω μανιερίστες,
ερεθισμένοι απ’ της Maud, της ζωγράφου, την ομολογία:
«Δεν ξέρω εάν αγόρι είμαι ή κυρία!»
Όλο μακραίνουν οι ξαναμμένες τους οι λίστες.
Η σκέψη της κυρίας στο χτεσινό βράδυ έχει μείνει.
Στον John, που’ναι ο πιο σκοτεινός μορφινομανής,
τον κοσμοκαλόγερο, τον καλλιτέχνη της παρακμής,
το ίδιο καθαρό μέτωπο αυτή προτείνει.
Εκεί: Ο Jack, ο γορίλας, που στο ποδόσφαιρο σκίζει.
Το πνεύμα παραγγέλνει την έκτη καράφα κρασί.
Πώς η Maud, σταμπαρισμένη, τη γλυκιά της μοίρα γνωρίζει!
Το φρούριο μπρος στην εικόνα του όπλου θα σωριαστεί.
Στο τέρας του φουτ-μπολ φέρνουν κοτόπουλο με ρύζι.
Κι η Maud, απλά: «Ντερλίκωσε ό,τι θες, πίθηκέ μου εσύ!»
************************************************************
Ο Ερνστ Μπλας γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1890, σπούδασε Νομικά και υπήρξε μέλος του εξπρεσιονιστικού κύκλου «Der Neue Club». Όταν ο Kurt Hiller αποχώρησε, τον ακολούθησε, ιδρύοντας μαζί του το λογοτεχνικό καμπαρέ «Gnu». Εμπνεύστηκε κυρίως από τη ζωή στη μεγαλούπολη, χρησιμοποιώντας έντονα ειρωνικές, απαξιωτικές μεταφορές. Καθώς υπέφερε από επιληψία, απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και κατά τη διάρκεια του πιολέμου συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, όπου και εξέδιδε το περιοδικό «Die Argonauten». Είχε ήδη αρχίσει να εγκαταλείπει τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, επιστρέφοντας σε ένα νεοκλασσικό στιλ. Αργότερα ακολούθησε τη «νέα αντικειμενικότητα» της δεκαετίας του 1920. Επιστρέφοντας στο Βερολίνο ασχολήθηκε και με την κριτική θεάτρου και κινηματογράφου. Προσβλήθηκε από φυματίωση και τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε χάσει την όρασή του. Πέθανε ξεχασμένος στο εβραϊκό κοινοτικό νοσοκομείο στο Βερολίνο.
Ο Πάουλ Μπολντ γεννήθηκε το 1885 στη Δυτική Πρωσία και σπούδασε φιλολογία στο Βερολίνο, χωρίς να πάρει πτυχίο. Εκεί άρχισε να συναναστρέφεται με συγγραφείς και καλλιτέχνες που σύχναζαν στα καφέ της πόλης και να γράφει ποίηση. Το 1912, τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Die Aktion. Δύο χρόνια αργότερα, εξέδωσε το μοναδικό του βιβλίο, Junge Pferde! Junge Pferde! Τον κάλεσαν στο στρατό στις αρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά απολύθηκε το 1916, ως ψυχολογικά ανίκανος να υπηρετήσει. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, σταμάτησε να γράφει. Πέθανε σε ηλικία 35 ετών από εμβολή. Μετά τον θάνατό του, ουσιαστικά ξεχάστηκε: δεν διασώθηκε καν κάποιο πορτρέτο του, παρά μόνο κάποια φωτογραφία με αφιέρωση, σε μια κόπια του βιβλίου του, που όμως δεν έχει πιστοποιηθεί η ταυτότητά της. Ωστόσο, πρόσφατα το έργο του επανεκδόθηκε για πρώτη φορά σε δύο τόμους με κριτική επιτυχία.
Ο Φέρντιναντ Χάρντεκοπφ,γεννημένος το 1876 στο Varel, άσκησε μεγαλύτερη επιρροή με τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα και λιγότερο με την ποιητική, που ξεχάστηκε γρήγορα. Αν και ο Kurt Hiller συμπεριέλαβε αρκετά ποιήματα του στην πρώτη ανθολογία εξπρεσιονισμού Der Kondor , το 1912, είναι ήδη απών στην μεταγενέστερη ανθολογία «Menschheitsdämmerung» του Kurt Pinthus (1920). Υπήρξε κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου προπολεμικά στο Βερολίνο. Συνδέθηκε με 2 γνωστές ποιήτριες του εξπρεσιονισμού , την Emmy Hennings και αργότερα τη Sylvia von Harden, που ο Otto Dix έχει απαθανατίσει στο γνωστό πορτρέτο με το κοντό μαλλί και το μονόκλ. Πειραματίστηκε με ναρκωτικά, όπως και άλλοι του κύκλου του. Πασιφιστής, αρνήθηκε να στρατευτεί και αυτο-εξορίστηκε στη Ζυρίχη – εκεί ήρθε σε επαφή με το κίνημα DADA. Κατόπιν έζησε για αρκετό καιρό στη Γαλλία, μεταφράζοντας Gide, Cocteau αλλά και κλασσικούς Γάλλους. Ο Thomas Mann τον θεωρούσε κορυφαίο μεταφραστή. Μετά το 1946, γύρισε στην Ελβετία, όπου και πέθανε το 1954.









