Ο Νίκος Γαλάνης της ευαισθησίας και της ενσυναίσθησης, της ενδελεχούς έρευνας στ’ ανθρώπινα, του μέσα και του έξω πυρετού , των χημικών ενώσεων, της ποίησης και της ποιητικής επανάστασης, των πεζών κειμένων, της καλοακονισμένης γραφής, της αττικής και της κρητικής γης, του ονείρου για το φως, της πίστης σε / για ένα κόσμο καλύτερο, των ταινιών μικρού μήκους, της αιχμαλωσίας στιγμών μας στον γραπτό του λόγο, του μέτρου και της οικονομίας, των υπαινιγμών και των ξεκάθαρα αρθρωμένων λέξεων.

Ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Ενάντια (που έχει έδρα του στο Ηράκλειο Κρήτης), ποιητής και συγγραφέας και μεταφραστής, έχοντας στο ενεργητικό του ποιητικές συλλογές, διηγήματα και ένα μυθιστόρημα (το «Αγαπημένε μου Μιχαήλ», εκδόσεις Ενάντια, 2024), πέρυσι σχεδόν τέτοια εποχή επανεξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων δύο παλιότερες ποιητικές του ανθολογίες («Τζορτζ Φλόιντ» και «ο Ξένος» ) και τις (συν)έδεσε κομψά με την πιο πρόσφατή του «Ακόνισε φτερά», δημιουργώντας μια εξαίρετη ποιητική τριάδα. Φέτος, στο τελείωμα του έαρος, ο Νίκος Γαλάνης, σταθερά μέσω του εκδοτικού του σπιτιού, επανήλθε μεταπηδώντας από την ποίηση στο γνώριμό του πεδίο του διηγήματος (ακόμα κι εδώ στον πεζό λόγο του, η ποιητική χροιά και ατμόσφαιρα έχουν έντονη παρουσία), ταξιδεύοντάς μας στη Μεγάλη κοιλάδα με οδηγό είκοσι ένα διηγήματα τα οποία είναι συγκεντρωμένα σ’ αυτόν τον καλαίσθητο τόμο με το ελκυστικό εξώφυλλο που σχεδίασε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Κυρίως πρωτοπρόσωπης αφήγησης τα διηγήματα του Γαλάνη περικλείουν μέσα τους την υπαρξιακή αγωνία, το κυνήγι του χρόνου, τη ματαιότητα, την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων δεσμών και της ανθρώπινης εμπειρίας, ατομικούς και συλλογικούς προβληματισμούς, την ομορφιά και την μετριότητά μας, τις καταφάσεις μας και τις αρνήσεις μας στη ζωή, τις αποφάσεις και τα διλήμματά μας, τους φόβους μας ενωμένους σε ένα διαμέρισμα με κλειστά παράθυρα, δεμένους σε ένα βλέμμα, σε μια ακατάληπτη φράση, σε μια θολή εικόνα, σε ένα φευγαλέο ενσταντανέ του κόσμου που αιμορραγεί.

Οι ήρωες – αφηγητές του Γαλάνη -γυναίκες και άντρες, κόρες, γιοί, μανάδες, πατεράδες- είναι εμείς κι όλοι οι άλλοι γύρω μας κι απέναντι μας σε κοινούς και χωριστούς δρόμους, εμείς κι όσα γυρεύουμε, λησμονούμε, χαιρόμαστε, πενθούμε, χάνουμε, κερδίζουμε, τραγουδάμε κι ονειρευόμαστε.

Όλα ξεκινούν από μια «Φωτογραφία» (διήγημα που χτίστηκε με αφορμή μια αληθινή φωτογραφία) και καταλήγουν στη «Μεγάλη κοιλάδα», το εκπληκτικό διήγημα που κλείνει την συλλογή και της χαρίζει και τον τίτλο της, μια κοιλάδα 21 ιστοριών που ξεπερνούν η μία την άλλη σε ευρηματικότητα, εκρηκτική αφηγηματική δύναμη και αφηγηματικό θάμπος: εδώ, εκεί, παντού στον κόσμο μέσα μας και στον κόσμο έξω από εμάς, δίπλα μας και μακριά μας. Είτε απότοκα βιωμάτων του ίδιου του συγγραφέα ντυμένα το ένδυμα της μυθοπλασίας , είτε προϊόντα φαντασίας, πρόκειται για υποδειγματικά διηγήματα που συνδυάζουν το βίωμα και το φάντασμα μιας φαντασίωσης, τη φαντασία και τον ρεαλισμό, το μυστήριο και το παράδοξο που επιτυχώς βρίσκουν στόχο κέντρο καρδιά και σκέψη, που μας ξεβολεύουν και μας αφυπνίζουν, μας βάζουν στη διαδικασία να μετρήσουμε στιγμές, σωστά και λάθη, να θωρήσουμε τα βουνά που υψώσαμε στους εαυτούς μας και στους άλλους κλείνοντας δρόμους και σύνορα. Στις ιστορίες της «Μεγάλης κοιλάδας», το ονειρικό στοιχείο καλπάζει ατίθασο στην κοιλάδα των γεγονότων που έχουν πολλαπλή ερμηνεία και όψη. Κι αυτό είναι ένα ακόμα χάρισμα του ποιητή και πεζογράφου Νίκου Γαλάνη: δεν γράφει μονοδιάστατες αφηγήσεις, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, όλα είναι δυνατά και μαζί κι αδύνατα.

Τα διηγήματα εδώ αποκτούν θέση και σχήμα μιας μυθικής σχεδόν διάστασης, ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα, αψηφούν τον τόπο, τον χρόνο και την στρωτή αναμενόμενη εξέλιξη. Είναι ανατρεπτικά, είναι καλοχτισμένα, γερής δομής, αλληγορικά, συνυφαίνονται με μια παράλληλη ιστορία που γεννιέται μέσα τους -άρα και χρήζουν προσοχής κατά την ανάγνωση-, συναντούν φωνές και βήματα και ενώνονται μαζί τους και κάνουν βουτιά στο κοχλάζον αίμα και στον ηλεκτρισμένο συλλογισμό των ηρώων. Οι ήρωες βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους, γράφουν, τρέχουν, ταξιδεύουν, αγωνιούν κάτι ή κάποιον να προλάβουν. Η σκέψη τους βρίσκεται σε σύγχυση, μπερδεύουν το αληθινό με το φανταστικό, χάνουν τις μέρες στο μέτρημα, βλέπουν τα όνειρά τους να σκάνε σαν μπαλόνια στον αέρα, παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους ή την αφήνουν να τους οδηγήσει εκείνη όπου θέλει, έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν και με τις ανοιχτές πληγές του και παλεύουν να συμφιλιωθούν μ’ ό,τι δεν μπορούν να αλλάξουν, βιώνουν την απώλεια (κάθε μορφής) ή ετοιμάζονται να μάθουν ζουν με ένα δίχως, μπαίνουν στην οδό της αμήχανης σιωπής και στους λαβύρινθους της ύπαρξής τους, μονολογούν, παραληρούν, προσπαθούν να προλάβουν το χρόνο που στροβιλίζεται σαν άμμος στην έρημο.

Στο «Όλοι είναι ακούνητοι», μια παρτίδα ανθρώπινου σκακιού λαμβάνει χώρα στη μεγάλη πλατεία μιας πόλης. Η αφηγήτρια στο διήγημα «Η οδοντίατρος», ζει μια ζωή χωρίς επιστροφή τρέχοντας κι ανασαίνοντας ασθματικά να προλάβει να είναι παντού και πάντα συνεπής, με ένα γαμώτο στα χείλη. Στην ιστορία με τίτλο «Το σημειωματάριο», ο γιος αφηγητής γνωρίζει λίγο καλύτερα τον ετοιμοθάνατο πατέρα του μέσα μέσα από σκόρπιες λέξεις και σημειώσεις που είναι γραμμένες στο σημειωματάριό του. Στο «Δέκα μέρες», ο αφηγητής είναι ένας άντρας εξαφανισμένος που βρίσκεται νεκρός, πνιγμένος στο νερό, κοντά σε ένα φαράγγι.

Στο ονειρικής διάστασης «Η συνάντηση», με κεντρικό φόντο ένα σταθμό τρένων, οι μέρες περνούν και κάθε μέρα είναι η μεγάλη μέρα της επικείμενης συνάντησης του αφηγητή με την αγαπημένη του που όλο αναβάλλεται, όλο αλλάζει γη κι ουρανό.

Κυρίαρχο στοιχείο είναι τα πρόσωπα κι οι μορφές που λες κι εμφανίζονται και χάνονται κι επιστρέφουν πίσω από ένα διάφανο πέπλο ονείρου, οι γονείς που γίνονται τα παιδιά τους, τα παιδιά που ενηλικιώθηκαν και παίρνουν τη μορφή των γονιών τους. Η μνήμη σαν θολό νερό τρέχει να συναντήσει τη μεγάλη θάλασσα να μπει μέσα της, να αναβαπτιστεί, να αναγεννηθεί και να υφανθεί εκ νέου σε μια αυλή, σε μια γειτονιά, σε ένα μουσείο, σε μια πατρίδα χωρίς ίχνη. Στο έξοχο «Το πρώτο μου μυθιστόρημα», αφηγητής είναι ένας συγγραφέας που μετά το πρώτο του μυθιστόρημα επιχειρεί να γράψει ένα επόμενο αλλά νιώθει την έμπνευσή του να έχει χάσει το δρόμο της. Όντας απελπισμένος, βιώνοντας την αγωνία της γραφής, νιώθοντας ότι πλέον δυσκολεύεται να γράψει, αλλάζει την εμφάνισή του και τις συνήθειές του. Βγαίνει συχνά από το σπίτι, έχοντας γράψει λίγο ή σχεδόν καθόλου. Και κάτι παράξενο συμβαίνει. Ένα άλλο χέρι, ένας άλλος εαυτός γράφουν σε άλλο ύφος, μια νέα παράγραφο, μια άλλη συνέχεια της ιστορίας στο σημείο που εκείνος είχε σταματήσει. Κι έπειτα, «Η ανάκριση», χωρίς απαντήσεις, βυθισμένη στη σιωπή, με την αλήθεια σκεπασμένη σε ίχνη πάλης. Κι ακολουθεί η διαδρομή στη «Μεγάλη κοιλάδα», στο όνειρο δημιουργίας μιας ζωής κάτω από έναν ουρανό κατάστικτο κι ολόφωτο απ’ την υγρασία των αμέτρητων άστρων.

Τα διηγήματα της συλλογής δεν στηρίζονται σε μια αμιγώς σχεδιασμένη ρεαλιστική πλοκή, γειώνονται πάνω στην ποιητική του απροσδόκητου : σε μια κίνηση, σε μια εικόνα, σε μια μνήμη, σε μια λεπτομέρεια, σε ένα σκίτσο που αποκτά φωνή, σε μια παύση, σε μια πνιγμένη κραυγή, σε μια προβολή, σε μια αναβολή, σε μια φωτογραφία, σε έναν πόθο. Αποδεδειγμένα διαθέτοντας το κύτταρο του διακριτού ποιητή και συγγραφέα ο Νίκος Γαλάνης ξεπέρασε εαυτόν εδώ, στη «Μεγάλη κοιλάδα» και στα είκοσι ένα διηγήματά του των πολλαπλών ερμηνειών, αναγνώσεων και νοημάτων, του απροσμέτρητου βάθους και της ψυχαναλυτικής χροιάς, με τη χρήση αφηγηματικής ζυγαριάς ακριβείας. Μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία τα διηγήματα της ανθολογίας «Η μεγάλη κοιλάδα» όχι μόνο για τους λάτρεις της μικρής φόρμας αλλά για όσους αγαπούν την αξιόλογη λογοτεχνία που έχει λόγο ύπαρξης, έκδοσης κι ανάδειξης.