Μπορεί ένας μυθιστοριογράφος να γράψει φιλοσοφικά; Ακόμα και εκείνοι οι συγγραφείς που θεωρητικά αποκαλούνται “φιλοσοφικοί” συχνά απαντούν μʼ ένα εμφατικό όχι. Η Iris Murdoch, η επί μακρόν φιλόσοφος του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συγγραφέας 26 μυθιστορημάτων που πραγματεύονται διανοητικά θέματα όπως η συνείδηση και η ηθική, επιχειρηματολόγησε πως η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η φιλοσοφία απαιτεί αναλυτική σκέψη για να επιλύσει θεμελιώδη προβλήματα χρησιμοποιώντας μια “αυστηρή, ανιδιοτελή, αμερόληπτη” γραφή, είπε σε μια συνέντευξή της σε εκπομπή του BBC το 1978, ενώ η λογοτεχνία στρέφεται στην φαντασία για να μας δείξει κάτι “μυστηριώδες, αμφίσημο, πρόσκαιρο” σχετικά με τον κόσμο. H όποια ύπαρξη φιλοσοφικών ιδεών στα μυθιστορήματα της ήταν ένας δευτερεύον αντικατοπτρισμός των όσων τύχαινε να γνωρίζει. “Αν είχα γνώσεις για τα ιστιοφόρα θα έγραφα για ιστιοφόρα” είπε. “Και κατά κάποιο τρόπο, σαν μυθιστοριογράφος, θα προτιμούσα να γνωρίζω για ιστιοφόρα παρά φιλοσοφία.”
Κάποιοι μυθιστοριογράφοι με φιλοσοφικό υπόβαθρο θυμούνται έντονα πως ένιωσαν όταν αντιμετώπισαν για πρώτη φορά την απόλυτη άποψη της Murdoch. Η Rebecca Newberger Goldstein, της οποίας το πρώτο μυθιστόρημα, “The Mind-Body Problem” (1983), εκδόθηκε αφότου απέκτησε ένα διδακτορικό στην Φιλοσοφία από το πανεπιστήμιο του Princeton, θυμάται ότι ένιωσε απογοητευμένη και μπερδεμένη όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο της Murdoch. “Δεν έμοιαζε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια” μου είπε. “Αλλά πως θα μπορούσε η Murdoch να μην είναι ειλικρινής για ένα τόσο εξέχον ζήτημα της διανοητικής και καλλιτεχνικής της ζωής;”.

Εντούτοις, η Goldstein και άλλοι μυθιστοριογράφοι με φιλοσοφική εκπαίδευση – συμπεριλαμβανομένων και των David Foster Wallace, William H. Gass και Clancy Martin — έχουν προβληματιστεί έντονα για την σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτών των δυο διανοητικών δεξιοτήτων. Και οι δυο κλάδοι επιδιώκουν να θέσουν μεγάλα ερωτήματα, να εντοπίσουν και να περιγράψουν βαθύτερες αλήθειες, να διαμορφώσουν κάποιο είδος τάξης μέσα από την αταξία του κόσμου. Είναι όμως ανταγωνιστές; – η φαντασία εναντίον του ορθολογισμού– ή συνεργάτες, που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες;

Ιστορικά, η φιλοσοφία έχει αντιμετωπίσει την λογοτεχνία με καχυποψία, ή τουλάχιστον με μια ασαφή αμηχανία. Ο Πλάτωνας ήταν ανοιχτά εχθρικός απέναντι στην τέχνη, φοβούμενος την ικανότητά της να παράγει σαγηνευτικά ψεύδη τα οποία θα εμπόδιζαν την αναζήτηση του τι είναι πραγματικό και αληθινό. Η άποψη του Πλάτωνα ήταν ακραία (είχε προτείνει να απαγορευτούν οι δραματουργοί από την ιδεώδη πολιτεία του) αλλά δεν ήταν ανόητος όταν ισχυρίστηκε ότι τα δυο πνευματικά εγχειρήματα περιέχουν ασύμβατα θέματα. Η φιλοσοφία γράφεται για τους λίγους· η λογοτεχνία για τους πολλούς. Η φιλοσοφία ενδιαφέρεται για το γενικό και το αφηρημένο· η λογοτεχνία για το συγκεκριμένο και το επακριβές. Η φιλοσοφία διασκορπίζει τις αυταπάτες· η λογοτεχνία τις δημιουργεί. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι είναι προσεκτικοί με την αισθητική παρόρμηση μέσα τους. Το γεγονός ότι, δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της φιλοσοφίας, ο Αριστοτέλης και ο Kant ήταν πολύ κακοί συγγραφείς, λέει κάτι για τη φιλοσοφία.
Φυσικά τέτοιες αντιθέσεις δεν είναι ποτέ τόσο απλές. Παραδόξως, ο Πλάτωνας ήταν ο ίδιος ένας εξαιρετικός λογοτέχνης. Ο Nietzsche, ο Schopenhauer και ο Kierkegaard ήταν όλοι τους συγγραφείς τεράστιου λογοτεχνικού όσο και φιλοσοφικού διαμετρήματος. Φιλόσοφοι όπως ο Jean- Paul Sartre και ο George Santayana έχουν γράψει μυθιστορήματα, ενώ συγγραφείς όπως ο Thomas Mann και ο Robert Musil έχουν δημιουργήσει μυθοπλασίες γεμάτες φιλοσοφικούς υπαινιγμούς. Μερικοί έχουν ακόμα, μισοαστειευόμενοι, αναφέρει ότι από τους αδερφούς William και Henry James, ο φιλόσοφος, William, ήταν εκ φύσεως ο καλύτερος μυθιστοριογράφος, ενώ ο μυθιστοριογράφος, Henry, ο πιο ανεπιτήδευτος φιλόσοφος. (Ειδικοί παρατηρούν: “Αν ο William λογίζεται μυθιστοριογραφικός, είναι επειδή θεωρείται ευρέως – αλλά λανθασμένα – ότι γράφει καλά” μου είπε ο φιλόσοφος Jerry Fodor. “Αν ο Henry θεωρείται φιλοσοφικός, αυτό συμβαίνει επειδή φρονούν ευρέως – αλλά λανθασμένα – ότι δεν γράφει καλά.”)
Ο David Foster Wallace, ο οποίος παρακολούθησε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ένα διδακτορικό πρόγραμμα στην Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Harvard αφότου έγραψε μία έξοχη προπτυχιακή φιλοσοφική διατριβή (η οποία εκδόθηκε τον Δεκέμβρη από το Columbia University Press με τίτλο “Fate, Time, and Language”) πίστευε πως η μυθοπλασία προσέφερε ένα τρόπο για να συλληφθεί η συναισθηματική ατμόσφαιρα ενός φιλοσοφικού έργου. Ο στόχος, όπως εξήγησε με ένα δοκίμιό του γραμμένο το 1990 στο The Review of Contemporary Fiction, δεν ήταν να κάνει την “αφηρημένη φιλοσοφία “προσβάσιμη”” με το να απλοποιήσει ιδέες για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, αλλά να ανακαλύψει πως να αναπλάσει τις πιο προσωπικές αντιδράσεις ενός αναγνώστη για ένα φιλοσοφικό θέμα. Δυστυχώς, ο Wallace αποκήρυξε το πιο ξεκάθαρα φιλοσοφικό του μυθιστόρημα – το πρώτο του, “The Broom of the System” (1987), στο οποίο ενσωματώνει τις ιδέες του Ludwig Wittgenstein – ως αποτυχημένο από αυτήν την άποψη. Πίστευε όμως ότι άλλοι τα είχαν καταφέρει να γράψουν “φιλοσοφικά”, κυρίως ο David Markson, του οποίου το σκοτεινό, αφηρημένο, ιδιαίτερο μυθιστόρημα “Wittgensteinʼs Mistress” (1988) επαίνεσε πως ζωντάνεψε τη σκοτεινή, αφηρημένη, μοναχική αίσθηση της πρώιμης φιλοσοφίας του Wittgenstein.
Ακόμα ένα αγαπημένο μυθιστόρημα του Wallace ήταν το “Omensetterʼs Luck” (1966) του William H. Gass, ο οποίος είχε αποκτήσει ένα διδακτορικό στην Φιλοσοφία από το Cornell και δίδασκε φιλοσοφία για πολλά χρόνια στο πανεπιστήμιο Washington στο St. Louis. Σε μια συνέντευξη στο The Paris Review το 1976, ο Gass παραδέχτηκε ότι ένιωθε μια ισχυρή αποστροφή στην αναλυτική ακαμψία της ακαδημαϊκής του μόρφωσης (“Την μισούσα από πολλές απόψεις”), παρόλο που στο τέλος την εκτίμησε ως ένα είδος διανοητικής ενδυνάμωσης. Όπως η Murdoch, ισχυρίστηκε πως η επιρροή της φιλοσοφικής του μόρφωσης στην μυθιστοριογραφία του ήταν αμελητέα. “Δεν προσποιούμαι πως αντιμετωπίζω θέματα με κάποιο φιλοσοφικό τρόπο.” είπε. “Χαίρομαι που έχω επίγνωση του πόσο μπερδεμένος είμαι και πόσο απέχω από το να χειρίζομαι κάποια πράγματα σωστά, όταν αμφιταλαντεύομαι έντονα”.
Σε αντίθεση με την Murdoch, τον Gass και τον Wallace, η Rebecca Newberger Goldstein, της οποίας το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα είναι το “36 Arguments for the Existence of God.”, χειρίζεται φιλοσοφικά ερωτήματα με ακλόνητη ευθύτητα στην μυθοπλασία της, παρουσιάζοντας συχνά λογομαχίες ή συζητήσεις μεταξύ των χαρακτήρων οι οποίοι είναι οι ίδιοι φιλόσοφοι ή φυσικοί επιστήμονες ή μαθηματικοί. Εντούτοις, δηλώνει, ότι εν μέρει συμμερίζεται την επιθυμία της Murdoch να διατηρήσει την χαλαρή υποκειμενικότητα του μυθιστορήματος σε μια ασφαλή απόσταση από την φιλοσοφική έρευνα για την αντικειμενική αλήθεια. Είναι μια “τεράστια πηγή εσωτερικής σύγκρουσης”, μου είπε. “Έχω ένα πολύ αυστηρό αναλυτικό υπόβαθρο: : εφαρμοσμένη φιλοσοφία, μαθηματική λογική. Πιστεύω στο ιδανικό της αντικειμενικότητας.” Όμως με τα χρόνια έχει πειστεί για αυτό που μπορεί να ονομαστεί ψυχολογία της φιλοσοφίας: το πως αντιμετωπίζουμε διανοητικά προβλήματα εξαρτάται σημαντικά από το ποιοι είμαστε σαν άτομα, και είναι συνάρτηση τόσο της ιδιοσυγκρασίας όσο και της γνώσης. Ενσωματώνοντας μία φιλοσοφική συζήτηση σε φανταστικές ανθρώπινες ιστορίες μεταφέρεις μία ουσιαστική πλευρά της πνευματικής ζωής. Δεν είναι ότι απλά καταλαβαίνεις ένα εννοιολογικό πρόβλημα, λέει: “Νιώθεις το πρόβλημα”.
Αν δεν θέλεις να φορτώσεις το μυθιστόρημά σου με φιλοσοφικές ιδέες, πόσο ευφυής θα πρέπει να είσαι για να μην χάσεις την ισορροπία; Το πρώτο μυθιστόρημα του Clancy Martin, “How to Sell” (2009) μια ιστορία γύρω από ναρκωτικά, σεξ και πλούτο με πρωταγωνιστή έναν έφηβο που εγκαταλείπει το σχολείο και δουλεύει με τον μεγαλύτερο αδερφό του στο εμπόριο κοσμήματος, εξυμνήθηκε από τους κριτικούς για πολλούς λόγους – αλλά “φιλοσοφικός” δεν ήταν ως συνήθως κάποιος από αυτούς. Ο Martin, ο οποίος είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Missouri στο Kansas, είχε παρόλα αυτά πλέξει την ιστορία, έτσι ώστε στο βάθος της να έχει να κάνει με μορφές απάτης, συγκάλυψε ερμηνείες του επιχειρήματος του Kant για το υποτιθέμενο δικαίωμα κάποιου να πει ψέματα για να σώσει μια ζωή, την τυπολογία του Αριστοτέλη των τεσσάρων ειδών ψευτών, και την θεωρία του Νίτσε περί απάτης (η οποία ήταν το θέμα της διατριβής του Martin). Κανείς δεν το αντιλήφθηκε. “Πολλοί κριτικοί δήλωσαν “Δεν μπορούσα να το αφήσω. Διαβάζεται σε τρεις ώρες!” μου είπε ο Martin. ¨Κι ένιωσα πως του έδωσα μεγάλη ταχύτητα. Εννοώ ότι επειδή κάποιος μπορεί να το διαβάσει σε τρεις ώρες δεν σημαίνει ότι οφείλει και να το κάνει, ή ότι δεν κρύβεται κάτι κάτω από την επιφάνεια.”
Το οποίο ζήτημα δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα, ακόμα και φιλοσοφική ερώτηση: Είναι δυνατόν να γραφτεί ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα χωρίς κανείς να το αντιληφθεί;

Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε στους New York Times στις 20/01/2011