Μπορεί ένας μυθιστοριογράφος να γράψει φιλοσοφικά; Ακόμα και εκείνοι οι συγγραφείς που θεωρητικά αποκαλούνται “φιλοσοφικοί” συχνά απαντούν μʼ ένα εμφατικό όχι. Η Iris Murdoch, η επί μακρόν φιλόσοφος του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συγγραφέας 26 μυθιστορημάτων που πραγματεύονται διανοητικά θέματα όπως η συνείδηση και η ηθική, επιχειρηματολόγησε πως η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η φιλοσοφία απαιτεί αναλυτική σκέψη για να επιλύσει θεμελιώδη προβλήματα χρησιμοποιώντας μια “αυστηρή, ανιδιοτελή, αμερόληπτη” γραφή, είπε σε μια συνέντευξή της σε εκπομπή του BBC το 1978, ενώ η λογοτεχνία στρέφεται στην φαντασία για να μας δείξει κάτι “μυστηριώδες, αμφίσημο, πρόσκαιρο” σχετικά με τον κόσμο. H όποια ύπαρξη φιλοσοφικών ιδεών στα μυθιστορήματα της ήταν ένας δευτερεύον αντικατοπτρισμός των όσων τύχαινε να γνωρίζει. “Αν είχα γνώσεις για τα ιστιοφόρα θα έγραφα για ιστιοφόρα” είπε. “Και κατά κάποιο τρόπο, σαν μυθιστοριογράφος, θα προτιμούσα να γνωρίζω για ιστιοφόρα παρά φιλοσοφία.”
Κάποιοι μυθιστοριογράφοι με φιλοσοφικό υπόβαθρο θυμούνται έντονα πως ένιωσαν όταν αντιμετώπισαν για πρώτη φορά την απόλυτη άποψη της Murdoch. Η Rebecca Newberger Goldstein, της οποίας το πρώτο μυθιστόρημα, “The Mind-Body Problem” (1983), εκδόθηκε αφότου απέκτησε ένα διδακτορικό στην Φιλοσοφία από το πανεπιστήμιο του Princeton, θυμάται ότι ένιωσε απογοητευμένη και μπερδεμένη όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο της Murdoch. “Δεν έμοιαζε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια” μου είπε. “Αλλά πως θα μπορούσε η Murdoch να μην είναι ειλικρινής για ένα τόσο εξέχον ζήτημα της διανοητικής και καλλιτεχνικής της ζωής;”.
Εντούτοις, η Goldstein και άλλοι μυθιστοριογράφοι με φιλοσοφική εκπαίδευση – συμπεριλαμβανομένων και των David Foster Wallace, William H. Gass και Clancy Martin — έχουν προβληματιστεί έντονα για την σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτών των δυο διανοητικών δεξιοτήτων. Και οι δυο κλάδοι επιδιώκουν να θέσουν μεγάλα ερωτήματα, να εντοπίσουν και να περιγράψουν βαθύτερες αλήθειες, να διαμορφώσουν κάποιο είδος τάξης μέσα από την αταξία του κόσμου. Είναι όμως ανταγωνιστές; – η φαντασία εναντίον του ορθολογισμού– ή συνεργάτες, που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες;
Ιστορικά, η φιλοσοφία έχει αντιμετωπίσει την λογοτεχνία με καχυποψία, ή τουλάχιστον με μια ασαφή αμηχανία. Ο Πλάτωνας ήταν ανοιχτά εχθρικός απέναντι στην τέχνη, φοβούμενος την ικανότητά της να παράγει σαγηνευτικά ψεύδη τα οποία θα εμπόδιζαν την αναζήτηση του τι είναι πραγματικό και αληθινό. Η άποψη του Πλάτωνα ήταν ακραία (είχε προτείνει να απαγορευτούν οι δραματουργοί από την ιδεώδη πολιτεία του) αλλά δεν ήταν ανόητος όταν ισχυρίστηκε ότι τα δυο πνευματικά εγχειρήματα περιέχουν ασύμβατα θέματα. Η φιλοσοφία γράφεται για τους λίγους· η λογοτεχνία για τους πολλούς. Η φιλοσοφία ενδιαφέρεται για το γενικό και το αφηρημένο· η λογοτεχνία για το συγκεκριμένο και το επακριβές. Η φιλοσοφία διασκορπίζει τις αυταπάτες· η λογοτεχνία τις δημιουργεί. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι είναι προσεκτικοί με την αισθητική παρόρμηση μέσα τους. Το γεγονός ότι, δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της φιλοσοφίας, ο Αριστοτέλης και ο Kant ήταν πολύ κακοί συγγραφείς, λέει κάτι για τη φιλοσοφία.
Φυσικά τέτοιες αντιθέσεις δεν είναι ποτέ τόσο απλές. Παραδόξως, ο Πλάτωνας ήταν ο ίδιος ένας εξαιρετικός λογοτέχνης. Ο Nietzsche, ο Schopenhauer και ο Kierkegaard ήταν όλοι τους συγγραφείς τεράστιου λογοτεχνικού όσο και φιλοσοφικού διαμετρήματος. Φιλόσοφοι όπως ο Jean- Paul Sartre και ο George Santayana έχουν γράψει μυθιστορήματα, ενώ συγγραφείς όπως ο Thomas Mann και ο Robert Musil έχουν δημιουργήσει μυθοπλασίες γεμάτες φιλοσοφικούς υπαινιγμούς. Μερικοί έχουν ακόμα, μισοαστειευόμενοι, αναφέρει ότι από τους αδερφούς William και Henry James, ο φιλόσοφος, William, ήταν εκ φύσεως ο καλύτερος μυθιστοριογράφος, ενώ ο μυθιστοριογράφος, Henry, ο πιο ανεπιτήδευτος φιλόσοφος. (Ειδικοί παρατηρούν: “Αν ο William λογίζεται μυθιστοριογραφικός, είναι επειδή θεωρείται ευρέως – αλλά λανθασμένα – ότι γράφει καλά” μου είπε ο φιλόσοφος Jerry Fodor. “Αν ο Henry θεωρείται φιλοσοφικός, αυτό συμβαίνει επειδή φρονούν ευρέως – αλλά λανθασμένα – ότι δεν γράφει καλά.”)
Ο David Foster Wallace, ο οποίος παρακολούθησε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ένα διδακτορικό πρόγραμμα στην Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Harvard αφότου έγραψε μία έξοχη προπτυχιακή φιλοσοφική διατριβή (η οποία εκδόθηκε τον Δεκέμβρη από το Columbia University Press με τίτλο “Fate, Time, and Language”) πίστευε πως η μυθοπλασία προσέφερε ένα τρόπο για να συλληφθεί η συναισθηματική ατμόσφαιρα ενός φιλοσοφικού έργου. Ο στόχος, όπως εξήγησε με ένα δοκίμιό του γραμμένο το 1990 στο The Review of Contemporary Fiction, δεν ήταν να κάνει την “αφηρημένη φιλοσοφία “προσβάσιμη”” με το να απλοποιήσει ιδέες για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, αλλά να ανακαλύψει πως να αναπλάσει τις πιο προσωπικές αντιδράσεις ενός αναγνώστη για ένα φιλοσοφικό θέμα. Δυστυχώς, ο Wallace αποκήρυξε το πιο ξεκάθαρα φιλοσοφικό του μυθιστόρημα – το πρώτο του, “The Broom of the System” (1987), στο οποίο ενσωματώνει τις ιδέες του Ludwig Wittgenstein – ως αποτυχημένο από αυτήν την άποψη. Πίστευε όμως ότι άλλοι τα είχαν καταφέρει να γράψουν “φιλοσοφικά”, κυρίως ο David Markson, του οποίου το σκοτεινό, αφηρημένο, ιδιαίτερο μυθιστόρημα “Wittgensteinʼs Mistress” (1988) επαίνεσε πως ζωντάνεψε τη σκοτεινή, αφηρημένη, μοναχική αίσθηση της πρώιμης φιλοσοφίας του Wittgenstein.
Ακόμα ένα αγαπημένο μυθιστόρημα του Wallace ήταν το “Omensetterʼs Luck” (1966) του William H. Gass, ο οποίος είχε αποκτήσει ένα διδακτορικό στην Φιλοσοφία από το Cornell και δίδασκε φιλοσοφία για πολλά χρόνια στο πανεπιστήμιο Washington στο St. Louis. Σε μια συνέντευξη στο The Paris Review το 1976, ο Gass παραδέχτηκε ότι ένιωθε μια ισχυρή αποστροφή στην αναλυτική ακαμψία της ακαδημαϊκής του μόρφωσης (“Την μισούσα από πολλές απόψεις”), παρόλο που στο τέλος την εκτίμησε ως ένα είδος διανοητικής ενδυνάμωσης. Όπως η Murdoch, ισχυρίστηκε πως η επιρροή της φιλοσοφικής του μόρφωσης στην μυθιστοριογραφία του ήταν αμελητέα. “Δεν προσποιούμαι πως αντιμετωπίζω θέματα με κάποιο φιλοσοφικό τρόπο.” είπε. “Χαίρομαι που έχω επίγνωση του πόσο μπερδεμένος είμαι και πόσο απέχω από το να χειρίζομαι κάποια πράγματα σωστά, όταν αμφιταλαντεύομαι έντονα”.
Σε αντίθεση με την Murdoch, τον Gass και τον Wallace, η Rebecca Newberger Goldstein, της οποίας το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα είναι το “36 Arguments for the Existence of God.”, χειρίζεται φιλοσοφικά ερωτήματα με ακλόνητη ευθύτητα στην μυθοπλασία της, παρουσιάζοντας συχνά λογομαχίες ή συζητήσεις μεταξύ των χαρακτήρων οι οποίοι είναι οι ίδιοι φιλόσοφοι ή φυσικοί επιστήμονες ή μαθηματικοί. Εντούτοις, δηλώνει, ότι εν μέρει συμμερίζεται την επιθυμία της Murdoch να διατηρήσει την χαλαρή υποκειμενικότητα του μυθιστορήματος σε μια ασφαλή απόσταση από την φιλοσοφική έρευνα για την αντικειμενική αλήθεια. Είναι μια “τεράστια πηγή εσωτερικής σύγκρουσης”, μου είπε. “Έχω ένα πολύ αυστηρό αναλυτικό υπόβαθρο: : εφαρμοσμένη φιλοσοφία, μαθηματική λογική. Πιστεύω στο ιδανικό της αντικειμενικότητας.” Όμως με τα χρόνια έχει πειστεί για αυτό που μπορεί να ονομαστεί ψυχολογία της φιλοσοφίας: το πως αντιμετωπίζουμε διανοητικά προβλήματα εξαρτάται σημαντικά από το ποιοι είμαστε σαν άτομα, και είναι συνάρτηση τόσο της ιδιοσυγκρασίας όσο και της γνώσης. Ενσωματώνοντας μία φιλοσοφική συζήτηση σε φανταστικές ανθρώπινες ιστορίες μεταφέρεις μία ουσιαστική πλευρά της πνευματικής ζωής. Δεν είναι ότι απλά καταλαβαίνεις ένα εννοιολογικό πρόβλημα, λέει: “Νιώθεις το πρόβλημα”.
Αν δεν θέλεις να φορτώσεις το μυθιστόρημά σου με φιλοσοφικές ιδέες, πόσο ευφυής θα πρέπει να είσαι για να μην χάσεις την ισορροπία; Το πρώτο μυθιστόρημα του Clancy Martin, “How to Sell” (2009) μια ιστορία γύρω από ναρκωτικά, σεξ και πλούτο με πρωταγωνιστή έναν έφηβο που εγκαταλείπει το σχολείο και δουλεύει με τον μεγαλύτερο αδερφό του στο εμπόριο κοσμήματος, εξυμνήθηκε από τους κριτικούς για πολλούς λόγους – αλλά “φιλοσοφικός” δεν ήταν ως συνήθως κάποιος από αυτούς. Ο Martin, ο οποίος είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Missouri στο Kansas, είχε παρόλα αυτά πλέξει την ιστορία, έτσι ώστε στο βάθος της να έχει να κάνει με μορφές απάτης, συγκάλυψε ερμηνείες του επιχειρήματος του Kant για το υποτιθέμενο δικαίωμα κάποιου να πει ψέματα για να σώσει μια ζωή, την τυπολογία του Αριστοτέλη των τεσσάρων ειδών ψευτών, και την θεωρία του Νίτσε περί απάτης (η οποία ήταν το θέμα της διατριβής του Martin). Κανείς δεν το αντιλήφθηκε. “Πολλοί κριτικοί δήλωσαν “Δεν μπορούσα να το αφήσω. Διαβάζεται σε τρεις ώρες!” μου είπε ο Martin. ¨Κι ένιωσα πως του έδωσα μεγάλη ταχύτητα. Εννοώ ότι επειδή κάποιος μπορεί να το διαβάσει σε τρεις ώρες δεν σημαίνει ότι οφείλει και να το κάνει, ή ότι δεν κρύβεται κάτι κάτω από την επιφάνεια.”
Το οποίο ζήτημα δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα, ακόμα και φιλοσοφική ερώτηση: Είναι δυνατόν να γραφτεί ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα χωρίς κανείς να το αντιληφθεί;
Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε στους New York Times στις 20/01/2011











Μήπως να θυμηθούμε τι έλεγε ο Γοργίας για τη λογοτεχνία;
“Αυτός που εξαπατά είναι καλύτερος απ’ αυτόν που δεν εξαπατά”.
Τι σημαίνει φιλοσοφικό μυθιστόρημα; Σα να λέμε οδοντιατρικό διήγημα ή χρηματιστηριακή νουβέλα; Αα, μάλιστα…Πολυεθνικές στρατηγικές για τη Δευτέρα Παρουσία, ο νέος εχθρός είναι τα γονίδια, Κυβερνοκεφτέδες της απόγνωσης, η Χιονάτη σπουδάζει Νανομηχανική κι ο Νταλάι Λάμα τρώει παστίτσιο. Βρε αντ’ από δω…
Πολυκαλημέρα.
Ναι όντως ο Πλάτων μας έχει δώσει τρομερά λογοτεχνήματα μέσα από τους διαλόγους του (ο ίππος στον Φαίδρο, η σπηλιά στην Πολιτεία κ.α.). Ίσως να υπήρχε μεγαλύτερη συγγένεια ποίησης και φιλοσοφίας κατά το παρελθόν π.χ. το ποίημα του Παρμενίδη. Νομίζω πως πρέπει να είναι κάποιος πολύ καλός τεχνίτης, όχι μόνο σε επίπεδο λόγου, αλλά κυρίως σε επίπεδο σύνθεσης και μοντάζ, ώστε η μίξη αυτών των ειδών να παράγει ένα αξιοθαύμαστο αποτέλεσμα. Από την άλλη οφείλω να επισημάνω πως κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο έχει ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο ή θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα. Έχω την εντύπωση πως ο διαχωρισμός έγινε πιο διακριτός από τον μεταμοντερνισμό και μετά. Πάντως το φιλοσοφικό μυθιστόρημα σαν είδος, αν καταρχήν στέκει ως είδος, φαντάζει εγχείρημα δύσκολο. Απλά η μεταφορά διατριβών στο πεδίο του μυθιστορήματος νομίζω πως συγκαταλέγεται στους μεταμοντέρνους πειραματισμούς, των οποίων η εξέλιξη είναι μέχρι στιγμής αμφίβολη. Ας μην βιαζόμαστε όμως.
Πέρση, δεν έχει να βιαστεί κανείς για πράγματα που έχουν ήδη συμβεί. Πολύ αμφιβάλλω αν στο δοκίμιο εμπεριέχονται οι κριτικές λογοτεχνίας, όπως αναλύονται στο Περί Φύσεως, στο Ελένης Εγκώμιον και στην Υπέρ Παλαμήδους Απολογία.
Η παρουσίαση εικόνων ανήκει άλλωστε στη σύγχρονη τεχνική της διαφήμισης, και τα φούμαρα του μεταμοντερνισμού εγκαινιάστηκαν ήδη στην εποχή του σοφιστικού σχετικισμού. Η τέχνη των δημοσίων σχέσεων έχει περάσει από τον 5ο αι. π.Χ. στη λογοτεχνία, χάρη στη ρητορική. Ας συνεχίσουν κάποιοι να μιλάνε για μοντέρνο και μεταμοντέρνο…έχει την πλάκα του.
Ενδιαφέροντα τα όσα παραθέτεις σχολιαστή. Την σύζευξη του σχετικισμού των Σοφιστών με τον μεταμοντερνισμό (ή μοντερνισμό, εφόσον τα θεωρείς ομόδοξα ρεύματα – ή και μη ρεύματα, όπως προτιμάς) θα μπορούσες να την αναλύσεις κάπως αρτιότερα;
Παράθεσα πηγές, μεσιέ Πέρση. Ο νοών νοείτω…κι ο σώζων εαυτόν σωθείτω. Περιμένεις δοκίμιο; Το έχεις στην ανάρτηση. Απλά σκέψου και πάνω στο “ουκ έστιν αντιλέγειν”.
“Σέβομαι τη γνώμη του Πόε, να μη διαφαίνεται ίχνος φιλοσοφίας, ηθική ή μεταφυσική* και προσθέτω: αλλά μόνο να υποβόσκουν, εσωτερικά και απόκρυφα”.
Μαλλαρμέ, Γύρω από τον Πόε, 1892
Να προσθέσω κάτι για την Αμερικανική Αφέλεια, σχετικά με την οποία συμφωνώ:
Απο το κείμενο φαίνεται ξεκάθαρα πως κανείς δεν μπορεί να γράψει “φιλοσοφικό μυθιστόρημα” χωρίς ακαδημαϊκή φιλοσοφική μόρφωση. Μεταπτυχιακό και άνω δηλαδή. Κούνια που τον κούναγε τον κύριο Ryerson…
Y. Γ. Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα του κειμένου είναι προφανώς ΝΑΙ. Όπως ειπώθηκε, όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι φιλοσοφικά. Αλλά ο κ. Ντοστογιέφκσι π.χ. δεν νομίζω να είχε διδακτορικό φιλοσοφίας απο το ΜΙΤ…
Η ζωή εμπεριέχει όλη τη φιλοσοφία. Αν κάποιος μυθιστοριογράφος καταφέρει να αναπαραστήσει στα κείμενά του με ικανότητα τη ζωή, αμέσως θα έχει γράψει και ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα νομίζω. Το θέμα όμως που γεννάται είναι τι γίνεται αν, όπως συνηθίζεται, κάποιος που γνωρίζει φιλοσοφία θελήσει να γράψει ένα μυθιστόρημα και παίρνοντας μερικά φιλοσοφικά θεωρήματα προσπαθήσει να τα παρουσιάσει ως ζωή. Εκεί περιπλέκονται τα πράγματα. Χωρίς να απορρίπτω κανέναν τρόπο γραφής, βλέπω ότι ένα πρόβλημα της λογοτεχνίας σήμερα στη χώρα μας προκύπτει από την τάση κάποιων λογίων -που έχουν διαβάσει και ξέρουν πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό έργο, και έχουν ιδέες- να γράφουν, χωρίς να διαθέτουν το αναγκαίο υπόστρωμα ψυχής που δένει τα υλικά. Όπως ακριβώς η νοστιμιά στο πετυχημένο φαγητό είναι κάτι πέρα από τα υλικά και τη γνώση της συνταγής.
Καλή σας όρεξη, κύριε Βαναργιώτη.
Καλησπέρα σε όλους.
Το κείμενο της ανάρτησης είναι μάλλον αφορμή. Συνηθίζω να γράφω στα θετικά ερεθίσματα. Κάνω μια εξαίρεση και πλατυάζω. Δικαιολογημένα αν απορριφθεί. No problem
Η παρουσίαση εικόνων χρησιμοποιείται κατά όρον στη σύγχρονη τεχνική της διαφήμισης. Αυτό είναι αλήθεια. Τέτοιου τύπου δοκίμια λειτουργούν για να τινάξουν πάνω πατημένα ελατήρια σε ανθρώπους που έχουν το μεράκι να ψάξουν προς κάποια κατεύθυνση μεν, μειωμένη έως μηδενική όμως αυτοπεποίθηση δε ,ώστε να δημιουργήσουν σίγα σιγά κατά το προχώρημα, το μονοπάτι τους και σε ανθρώπους με υψηλή αυτοπεποίθηση που ψάχνουν να βρουν μεράκι ρωτώντας τους παρκαρισμένους ρεμπεσκέδες που λιάζονται στα πλατιά πεζοδρόμια της λεωφόρου “Αβάπτιστης” για να τους πούνε από που πηγαίνουν κάποιοι που ολοένα κραυγάζουν σαν «όλοι» ανεξάρτητα από το αν οι δεύτεροι τον έχουν διαβεί ποτέ και από το αν οι τελευταίοι μετά βίας ονομάζονται δείγμα πληθυσμού παρεκτός και αν τους μετράμε με τα επιφωνήματα.
Όπως και να ʽχει, ο νους γυμνάζεται σαν τους μύες και αυτό είναι μια άσκηση προαιρετική σαν όλες τις άλλες. Για τη μετάφραση λίγα γνωρίζω, λίγα έχω να πω. Μπράβο.
Παρατηρώ ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται παρά τη γενικότερή ύφεση και θεωρώ ότι δεν το έχουμε δέι στην πλήρη του ανάπτυξη. Έχει ακόμα χρόνους μπροστά.κι εξηγούμαι:
Αυτό το θηρίο , το «η φιλοσοφία δεν είναι μόνο για να εξηγεί τον κόσμο αλλά και να τον αλλάξει» στριμώχνεται πριν τα ποικίλα αμήν της πιάτσας, όσα τουλάχιστον προσωπικά προφταίνω ή ακούω από φίλους, εν είδη απολογισμού, ευχέλαιου, προσευχής, μνημόσυνου, καημού και νταλκά. Ανοίγει ένα ζήτημα για το ρόλο αυτών των δημιουργών συνολικότερα που δεν χρειάζεται να το ορίσω εδώ καθώς έχει τεθεί πολλές φορές στο Ποιείν. Η ενοχή τους ξεκινά από το σημείο που βρίσκονται, η συνειδητότητα των ερωτημάτων που θέτουν, είναι η ουσία που δεν τους γλιτώνει με την καμία. Τα ενσημάκια τους μόνο, που τα κολλάνε στην ιστορία σαν να ναι βιβλιάριο ασθενείας και αν χρειαστεί τα κάνουνε αυτοθέλητα και φίμωτρο. Δυστυχώς αυτούς ξεσηκώνουν και μαϊμουδίζουν πολύ εδώ τριγύρω στη γλώσσα που καταλαβαίνουμε περισσότερο.Το θλιβερό είναι ότι συνήθως είναι σκυλιά που κυνηγάνε τα μερσέντες τους στο φανάρι. Υπάρχουν εξαιρέσεις οι οποίες αυτοπροστατεύονται ακόμη, σαν τις αιρέσεις.
Μπορεί να πέφτω και έξω, βέβαια.
Αν δεν πέφτω, το πιθανότερο (,) ο Wittgenstein να τους έπαιρνε με τη μασιά στο κυνήγι και στο κατόπι όλο και κάποιοι από εμάς θα βρεθούν να πάρουν αυτή την στειλιάρο-μετά–παρά-σκέτη-με πάγο-μοντέρνα παύλα που κοτσάρουν μετά από κάθε αυτοαναιρούμενη τελεία τους και να γίνει το έλα να δεις. Παρανάλωμα.
Με όσους σύγχρονους μυθιστοριογράφους-φιλοσόφους έχω καταπιαστεί που διατείνονται έμμετρα όλοι μαζί πόσο ξέχωρος είναι ο καθένας και διαφοροποιούνται επίσης όλοι μαζί φορώντας συνήθως ξασπρισμένα φαιοκόκκινα και μπλαβί σαν σχολιαρόπαιδα που πάνε στο μπουρδέλο να γαμίσουνε και μετά σου στέλνουνε γραφή για τη ζωή, το είναι το μηδέν και το επέκεινα έχω ξενερώσει. Σαν γραμμή παραγωγής κονσέρβας, φασόν,διαβάζονται όλοι διαγώνια,είναι κακέτυπα των αναγνωσμάτων τους, δεν τους βγαίνει το πατρόν κάποιου ντοστογιέφσκι, καμύ, κάφκα, προυστ,χεμινγουει, εσσε και καμιά τρανταριά που έχω υπόψιν. Λέω να αρχίσω να τραγουδώ αυτό το μερικό σύνολο του Wittgenstein «αφού δεν είχες νέα ευχαρίστα να πεις, καλύτερα να μη μας πεις κανένα» αν και μου είναι ανυπόφορη η μνήμη της φωνής του αοιδού πια. Στο τέλος νιώθεις ότι σε δουλεύουνε ψιλό γαζί όλοι αυτοί οι τύποι. Μεγάλα νούμερα και από κοντά πολλά μηδενικά να γεμίζουν οι τσέπες πριν απʼ όλα. Σελίδα και χιλιάρικο.Αν υπάρχει κάτι που να αξίζει ας προταθεί εδώ πέρα.
Ύστερα είναι και το άλλο, έγινε το έργο τριάντα χρονώ γομάρι και αυτοί σαν κακή μάνα δεν το αφήνουν να ξεμυτίσει μοναχό του. Έχουν και τους “κριτικούς” να δικαιολογούν τα ψυχολογικά τους και τα υποτιθέμενα λουμπάγκα τους και πάει σόι το βασίλειο.
Το ερώτημα του ποιος μπορεί να γράψει μη φιλοσοφικά ποιος θα το εξετάσει δοκιμιακά;Ή μήπως έιναι αδόκιμο αυτό;
Τζάμπα κουβέντες μπροστά στο θηρίο που ανέφερα και έγραψε ο Μαρξ και άλλοι αναλυτικά για αυτούς που μπουζουριάζουν δέκα κουβέντες για να βγει το τιράζ. Δεν προτείνω αυτολογοκρισία αλλά έστω κάποια πραχτική ανάλυση της αποτυχίας τους.Ειδικά το συγκεκριμένο επιστημονικό-φιλοσοφικο-λογοτεχνικό συνάφι θέλει κλωτσιά στο καλάμι. Η ευθυνοφοβία τους είναι ανεκδιήγητη.Φταίει και η ανοργανωσιά των “ανθρώπων προ των πυλών τους” βέβαια.Πάντως με τέτοια κειμένα προτείνω ανεπιφύλακτα , Αλάργα Αλάργα! Η μετάφραση εξασκείται και αλλου.
καλή συνέχεια…
Το να κάνεις μια άποψη να φαίνεται προτιμότερη από μια άλλη, σημαίνει ότι υπάρχει ορθός και ορθότερος λόγος. Αν ο Περικλής πέρασε μια ολόκληρη μέρα με τον Πρωταγόρα, συζητώντας την περίπτωση του αθλητή που σκοτώθηκε από ακόντιο στη διάρκεια αγώνων, κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μισολογία, αφού τα πάντα είναι ευμετάβλητα, όπως τα νερά του Ευρίπου.
Μου προκαλεί απορία ο λόγος για τον οποίο επέλεξαν το συγκεκριμένο άρθρο οι κυρίες που ανέλαβαν την ομολογουμένως αξιόλογη μετάφρασή του (εκτός ίσως από εκείνο το “επιχειρηματολόγησε πως η φιλοσοφία…” στον 5ο στίχο του κειμένου). Υποθέτω ότι την επιλογή τους δικαιολογεί η κυρίαρχη παρουσία των λέξεων “φιλοσοφία” και “λογοτεχνία” και η διερεύνηση της μεταξύ τους σχέσης – παρόλο που, ως προς αυτήν, το άρθρο παρουσιάζεται σε αρκετά σημεία ανιστόρητο και αφιλοσόφητο.
Ο συντάκτης, παρασυρμένος προφανώς από την άποψη που παραθέτει (ή ενστερνίζεται, ή παραδέχεται με θλίψη) – ότι, δηλαδή, η φιλοσοφία γράφεται για τους λίγους, ενώ η λογοτεχνία για τους πολλούς – εξαντλεί το πεδίο έρευνάς του στην τρέχουσα βιβλιογραφική παραγωγή της χώρας του, η οποία ας μην ξεχνάμε ότι καλύπτει σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια κατανάλωση και η οποία διέπεται από τις αρχές και τις διαδικασίες παραγωγής best-seller (τις ίδιες αρχές που έχουν πλέον επιβληθεί, με τις αναγκαίες βεβαίως τροποποιήσεις, και στις κατά τόπους εκδοτικές επιχειρήσεις ανά τον κόσμο).
Από την άλλη, το άρθρο αντιμετωπίζει το φιλοσοφικό μυθιστόρημα ως “μυθιστόρημα με φιλοσοφικά στοιχεία”, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το ιπποτικό μυθιστόρημα αντιμετωπίζεται ως “μυθιστόρημα με ιπποτικά στοιχεία”. Και ενώ στη δεύτερη περίπτωση είναι ενδεχομένως σαφής η θέση που καταλαμβάνουν τα ιπποτικά στοιχεία (π.χ. στο σκηνικό, στα αντικείμενα του κόσμου, στη συμπεριφορά των ηρώων, στα ιδανικά που προβάλλονται και που δικαιολογούν στάσεις και πράξεις), στην πρώτη περίπτωση κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Και ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στο γεγονός ότι η φιλοσοφική διάσταση ενός μυθιστορήματος ή οποιουδήποτε λογοτεχνικού έργου δεν βρίσκεται μέσα στο ίδιο το έργο, αλλά δημιουργείται ανάμεσα σε δυο σημεία αναφοράς: το κείμενο και τον αναγνώστη. Απαιτεί, με άλλα λόγια, την εργώδη συμβολή του αναγνώστη στην ανάδειξη εκείνων των στοιχείων που κάνουν ένα έργο φιλοσοφικό.
Αυτό δε σημαίνει ότι ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα παύει να είναι φιλοσοφικό στα χέρια ενός οκνηρού αναγνώστη (που χαίρεται μόνο ό,τι διαβάζει απνευστί). Μπορεί κάλλιστα όμως να σημαίνει ότι η αυτονόητη σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας διαταράσσεται, όταν η πλειονότητα των αναγνωστών είναι ανήμπορη ή απρόθυμη να παράσχει το δικό της σημείο αναφοράς: τότε εμφανίζονται ερωτήματα της μορφής “Μπορεί ένας μυθιστοριογράφος να γράψει φιλοσοφικά;” ή, ακόμα χειρότερα “Είναι δυνατόν να γραφτεί ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα χωρίς κανείς να το αντιληφθεί;”
Καλή σας νύχτα κύριε σχολιαστά. Μια απάντησή σας και μία δική μου χάθηκαν. Ελπίζω να μην σας πρόσβαλα.
Παναγιώτη, ό,τι δεν αντιλαμβανόμαστε δεν υπάρχει, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει.
Αλλά στο άρθρο μεταξύ τίτλου και κατακλείδας αιωρείται μια αντίφαση. Ίσως και να πρόκειται για ψευδοερώτημα, αφού δε γίνεται να αναρωτιέσαι για αυτό που προϋποθέτεις. Γίνεται;
Προφανώς γίνεται, φίλε σχολιαστή, αφού το επιτρέπει η γραμματική και το συντακτικό της γλώσσας. Και είναι κι αυτό ένα από τα σημεία στα οποία βρήκα το άρθρο αφιλοσόφητο. Όμως δικαιολογώ τον συντάκτη, στο βαθμό που δεν σκοπεύει να παρουσιάσει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο (που εξ ορισμού, κατά το συντάκτη, γράφεται για λίγους), αλλά μια αβασάνιστη παρουσίαση ενός ζητήματος το οποίο φαίνεται να απασχολεί μια μερίδα λογοτεχνών (που θέλουν να απευθύνονται στους πολλούς).
Τελικά, με τους κατάλληλους σοφιστικούς χειρισμούς (ή φιλοσοφικούς, αν κάποιος δεν καταλαβαίνει τη διαφορά), όλα δικαιολογούνται και όλα επιτρέπονται.
Πιστεύω εννοείς ότι η γραμματική και το συντακτικό δεν επιτρέπουν τίποτα, μόνο η άγνοιά τους επιτρέπει…ας πούμε την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα και την αντικατάστασή της από αυτό το αίσχιστο μόρφωμα
των κατά φαντασία νεόπλουτων…Απλά ένα πράδειγμα αναφέρω.