1. ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑ Proof hd
Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, έγιναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.
Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια,
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.
Κάτι έχουν δει•
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.
Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.
2. ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ
Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ΄̉ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.
Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ
στην αίθουσα αναμονής το τρένο
απ’ την Κρακοβία θα περιμένω.
Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια•
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.
3. ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ
Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.
Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.
4. ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΡΣΙΤΗ
Μόνο που κάποτε θυμήθηκε
ο Θερσίτης της Τροίας
το νέο φεγγάρι
κι ευχήθηκε με έκσταση
γυρνώντας στον Ιάκωβο:
«Όταν θ’ απολυθώ…»
Και τότε οι Δώδεκα Θεοί
συγχρόνως χαμογέλασαν…
5. ΤΟΝ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ
Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.
Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.
(Από την πρώτη ποιητική του συλλογή «Ηλιοτρόπια», 1954.)
6. ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,
με τις καθημερνές, με τις επίμονες παρεμβολές του.
Πυκνώνουν, δένουν μέσα τα συμπτώματα,
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.
Κανείς – ούτε η μητέρα δεν με σώζει.
7. ΜΕ ΚΥΚΛΩΝΕΙ ΑΠΟΨΕ
Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά•
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.
8. ΤΑ ΠΙΡΟΥΝΙΑ
Την άλλη μέρα η γριά
μίλησε για το φίδι•
με τυραννούσε όλο και με τύλιγε.
Κάτι θυμήθηκα – δεν είπα λέξη.
Ύστερα έχασα τον ύπνο.
Έτρεχα μες στο καλοκαίρι
με το μυαλό στολισμένο πιρούνια.
Δεν έφερνα τα χέρια στο κεφάλι,
μην εισχωρήσουν ως την τρέλα, πιο βαθιά.
Άκουγα μόνο το ρολόι – ως το πρωί.
9. ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΗΜΑ
Έτοιμος να χυμήξω, συσπειρώνομαι•
Μαζεύομαι στο φόβο, καιροφυλακτώ.
Απ’ την ημέρα παραιτήθηκα νωρίς.
Συμμάζεψα τις άχρηστες ομολογίες.
Βάρυνα μες στην ενοχή – ωρίμασα.
Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο.
10. ΠΑΝΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ
Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα•
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.
Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.
11. ΓΥΡΩ ΜΟΥ ΝΥΧΤΑ ΜΕΡΑ
Όσο να δέσει κάποιος μέσα μου,
έχει πεθάνει.
Αλλάζω τις φιλίες σαν πουκάμισα,
αλλάζω τις δουλειές, αλλάζω γνώμες.
Πάντα το μάτι μου αλλού•
μόλις ακούσω ναι έτοιμος να σαλπάρω.
Κι η μοναξιά μου πάντα μοναξιά.
Κι ο πανικός ρεύμα που με τινάζει.
12. ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ
Καμιά φορά ζηλεύεις κάτι πρόσωπα
που δεν σ’ αφήνουν ούτε ν’ αναπνεύσεις,
μόνο επιμένουν να σου δείχνουν την ασκήμια σου,
τη μαλθακότητα που πάντα σε προδίδει.
Μα όταν τύχει να μιλήσουν και δεν φωτιστούν,
όταν το στόμα τους, τα δόντια τους προβάλλουν,
όταν κουτσαίνουν, όταν, τέλος, βρεις κάποιο ελάττωμα
με πόση περιφρόνηση επαναπαύεσαι, τι θρίαμβος!
Θαρρείς πως κάτι κέρδισες εσύ ο ίδιος.
13. ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια
– να μη με βλέπουν αυτοί που τριγυρνούνε
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.
Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.
Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη
14. ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΤΟΤΕ…
Δεν έχω ταξιδέψει στα νησιά
– θα χάλασαν κι αυτά με τους τουρίστες.
Εξάλλου ναύτες δεν υπηρετούνε καταδώ
– λησμόνησα τα ναυτικά σ’ αυτό το βάλτο.
Το θέρος τότε βάζαμε λευκα, ζωνάρι μαύρο.
Πενθούσαμε τον Νέλσωνα, μεγάλη μας η θλίψη.
Κι απ’ τον Οκτώβρη μες στα μπλε
– γλιτώνεις τις μπουγάδες,
μα φαίνονται οι σταλαγματιές,
αν πάνω στο σπαρτάρισμα ξεφύγουν.
15. ΔΕΝ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ
Δεν αποκλείεται να πεις
πως ξέχασες την ώρα, την ημέρα, την ύπαρξή μου.
Κι όμως εγώ παράτησα τις προσευχές
για να ’μαι έτοιμος. Έκοψα τις νηστείες,
έβαψα μαλλιά, τα ρούχα μου
τα ’χω κρυφά μυρώσει.
Για μια στιγμή μαζί, έπαιξα τον παράδεισο.
Είμαι υπότροπος, θαρρώ τον έχω χάσει.
Όμως δεν αποκλείεται εσύ να πεις
πως ήσουν σινεμά, ενώ πνιγόμουνα.
16. ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ
Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο•
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις.
Όμως το βράδυ πάλι βγήκα απ’ τη μιζέρια μου.
Με γέλασαν οι φωτεινές επιγραφές,
τα πρόσωπα που άναβαν και που σβήναν.
Ξέχασα τις αναδουλειές, τη φαγωμάρα του σπιτιού,
τους δανειστές, τους φίλους, το κυνήγημα.
17. ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ
Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.
Έκλαψα – χόρτασε η ψυχή μου.
Σ’ έφερα πιο κοντά.
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.
Χαράζει τώρα στις μηλιές
κείνο σου το χαμόγελο.
18. ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ
Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
ομως ποτέ τον έρωτα•
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα,
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.
Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.
19. ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ
Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή
Ζήτω ηΕλευθερία• γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.
Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.
Κάθε καφές κι ένα καινούριο όνειρο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.
Και μόνο τις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.
20. ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΚΟΣ
Είμαι πυκνός, είμαι σαν δάσος σκοτεινό
– εκατομμύρια τζιτζίκια στα μαλλιά μου.
Η ανεργία σύμβουλος κακός,
μπορώ και να σκοτώσω για τσιγάρο.
Φωνάζω Ζήτω για ό, τι θες, κάνω μετάνοιες.
Αν βγει εκείνο το χαρτί, έγινα μετανάστης.
Στα πάρκα και τις προκυμαίες περπατώ•
έκλεισα χίλια ραντεβού γι’ αυτή τη νύχτα.
Εντούτοις άλλα σκέφτομαι, άλλα λέω να κάνω.
Οι φωτεινές ρεκλάμες τους με ζάλισαν.
Οι πλούσιες επιγραφές αλλού με εξωθούνε.
21. ΤΟ ΜΟΝΟ
Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία•
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.
Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…
22. ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ
Ένα βαρύ πουλί
κάθεται πάλι στα μαλλιά μου.
Θυμάμαι μόνο κάτι πυρκαγιές•
δυο πυρκαγιές στα διπλανά μας σπίτια.
Αυτές οι πέτρες με γνωρίζουν και τις ντρέπομαι.
Τις λάτρευα, με μπούκωσαν σκοτάδι.
Όλες οι κατσαρίδες τους περπάταγαν απάνω μου.
Τότε το λέγαν καταφύγιο το πιο γλυκό μας σπίτι.
23. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ Married Life psp
Όταν ήρθε το σήμα πως σκοτώθηκε,
έφυγα πια και ρίχτηκα ξερός μέσα στα χόρτα.
Όλη τη νύχτα έτρεχα σε κατακίτρινη ερημιά,
έσκαβα λάκκους – κραύγαζα μια λύση.
Όσο που ήρθε, όσο που τον έφερα•
γυμνός και με τον πράσινο μπερέ καψαλισμένο.
Όταν θα βάλεις τα πολιτικά,
εμένα να θυμάσαι, μου ψιθύρισε•
ποτέ μου δεν απόχτησα κοστούμι.
24. Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ
Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν•
και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό,
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.
Κι όμως εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί,
μια νύχτα του σαραντατέσσερα χορεύανε.
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε•
τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφύνει.
Τότε πηδώντας ένα ένα τα σκαλιά
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η χειροβομβίδα.
(Από τη δεύτερή ποιητική του συλλογή «Τα χίλια δέντρα», 1963.)
Σημείωση: Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από τη συγκεντρωτική συλλογή
«Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα», Crossover Dreams download εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1988. Ο Γιώργος Ιωάννου έγραψε και μια ενότητα 4 ποιημάτων με τον τίτλο «Δούλος ιερός του Έρωτα» (1980), καθώς και στίχους για τραγούδια που μελοποίησε ο Νίκος Μαμαγκάκης στον δίσκο (τώρα και σε cd) «Κέντρο Διερχομένων» (Lyra–1982), τα οποία τραγούδησαν η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Δημήτρης Ψαριανός και ο Δημήτρης Κοντογιάννης. Βλ. σχετικά: http://www.poiein.gr/archives/1007/index.html
.
Επίμετρο
Ο Γιώργος Ιωάννου, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σορολόπη, το οποίο αργότερα καθιέρωσε ως επίσημο ονοματεπώνυμό του (Θεσσαλονίκη 1927–Αθήνα 1985), σπούδασε ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγητής φιλολογίας στη μέση εκπαίδευση, σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία, συνήθως επαρχιακά, καθώς και στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1971 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στα Εξάρχεια, στην οδό Δεληγιάννη 2, νοικιάζοντας ένα διαμέρισμα από τη γνωστή τραγουδίστρια Αρλέτα. Το 1973 αποσπάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας, όπου εργάστηκε μέχρι τον θάνατό του.
Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία μας με την ποιητική συλλογή «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων» (1954) και, 9 χρόνια μετά, ακολούθησε μια δεύτερη, «Τα χίλια δέντρα» (1963). Και οι δύο συλλογές συγκεντρώθηκαν σ’ έναν τόμο το 1973, προσθέτοντας και αδημοσίευτα ποιήματά του. Από την αρχή της δεκαετίας του 1960 ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία, την οποία υπηρέτησε ως το τέλος. Η δεκάχρονη ενασχόλησή του με την ποίηση συνιστά, ουσιαστικά, τον προθάλαμο για το πέρασμά του στην πεζογραφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποιητική του προσφορά είναι υποδεέστερη ή ασήμαντη. Εξάλλου, πολλά από τα θέματά των πεζών του εμπεριέχονται σπερματικά στα ποιήματά του.
Η ολιγόστιχη ποίησή του διακρίνεται από τη λιτότητα των μέσων που χρησιμοποιεί, από μιαν έντονη αφαιρετική ικανότητα, έναν υποβόσκοντα ρυθμό, τον εξομολογητικό τόνο της, καθώς και το στοιχείο της ειρωνείας και του σαρκασμού που, πολλές φορές, απευθύνεται στον ίδιο. Απλά καθημερινά πράγματα, εντελώς γήινα, είναι η πηγή έμπνευσής του. Η μνήμη, επίσης, διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, τόσο η προσωπική όσο και η συλλογική. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρώτα του ποιήματα, όπου η αμαρτία, η ενοχή, το άγχος, ο φόβος, η καταστροφή και η ταπείνωση πρωτοστατούν. Τούτο οφείλεται στη σεξουαλική ιδιαιτερότητά του σε συνδυασμό με τη θητεία του, κατά την εφηβεία, στα κατηχητικά. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σταδιακή απελευθέρωσή του από αυτά τα δεσμά. Τέλος, η ποιητική έμπνευσή του δεν εξαντλήθηκε στο προσωπικό του δράμα, αλλά επεκτάθηκε στα συλλογικά δράματα και τραύματα μιας χώρας.
Ο πρόωρος και αδόκητος θάνατός του, από σηψαιμία, στην ηλικία των 58 ετών, στέρησε από τη λογοτεχνία μας έναν εξαίρετο πεζογράφο, στην πιο δημιουργική του περίοδο, που μπόλιασε τον πεζό λόγο με πολλά νέα στοιχεία. Είναι βέβαιο ότι μπορούμε να διακρίνουμε την πεζογραφία μας προ και μετά Ιωάννου.











Καλημέρα σας,
Με Χίλια Δέντρα… Δούλος Ιερός του Έρωτα, ο κύριος Ιωάννου!
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Είναι λυπηρό να περιορίζει κανείς σήμερα τον Ιωάννου σε “δούλο ιερό του έρωτα” (!!!), παρά τούτο δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε μαζί σας, κύριε Ψαραδάκη, που φαίνεται να εκπροσωπείτε το άλλο άκρο όταν γράφετε “ότι μπορούμε να διακρίνουμε την πεζογραφία μας προ και μετά Ιωάννου”: του Ιωάννου η γραφή είναι ψιθυριστή και φοβάμαι ότι με ψιθύρους δεν γράφεται η μεγάλη λογοτεχνία… Άλλωστε, τα χρόνια που περνούνε αυτό, δυστυχώς, επιβεβαιώνουν. Ο Ιωάννου διαβάζεται όλο και λιγότερο, έχει κατανοηθεί πλήρως (άλλο πρόβλημα κι αυτό), οι χώροι και τα πρόσωπά του καταντούν σιγά σιγά γραφικότητες, χρήσιμες, αλλοίμονο, στο μέλλον για κοινωνιολογικές μελέτες γύρω απ’ τη Θεσσαλονίκη του εξήντα, την ελληνική ύπαιθρο του σαράντα, την Ομόνοια του ογδόντα…
Βεβαίως, η ουσιαστική σας συμβολή, σήμερα, έγκειται στην παρουσίαση της ποίησης του Ιωάννου, λιγότερο, οπωσδήποτε, γνωστής από το πεζογραφικό του έργο. Υποψιάζομαι, μάλιστα, ότι αυτή κυττάζει μακρύτερα από εκείνο και για τον λόγο αυτό -ίσως- να κρύβει περισσότερες καταθέσεις στην τράπεζα του μέλλοντος επάνω.
Δεν είμαι, όμως, κριτικός για να κρίνω.
(Ούτε και κρητικός για να πολεμήσω…)
Κύριε Λυκοτραφίτη,
Το “Δούλος Ιερός του Έρωτα” είναι από τα κορυφαία ερωτικά ποιήματα όλων των εποχών και το έχει γράψει ο κύριος Γιώργος Ιωάννου.
Με εκτίμηση
Κώστας Ρεούσης & Υ.Φ.Λ.
!*!
Eυτυχώς ο Χατζής διαβάζεται απο ελάχιστους. Ευτυχώς “ο Ιωάννου διαβάζεται όλο και λιγότερο”.
Η κυρίαρχη γνώμη εμπεδώνεται διά της επαναλήψεως του βολικού σχήματος (το οποίο διακινούν -υποδειγματικά, άλλωστε- οι κριτικές τουρτοκατασκευές και ο συναφής υποβιβασμός της λογοτεχνίας στο επίπεδο των προσωπικών διαφορών): Οι λιγοστοί αναγνώστες είναι βέβαιο ότι “συγκινούνται” απο τις περιπέτειες των εξόριστων αριστερών (Χατζής), τον μιζεραμπιλισμό της επαρχίας (Ιωάννου), τον γερμανικό ιδεαλισμό (Σολωμός), τις νεο-ορθόδοξες πομφόλυγες (Παπαδιαμάντης), την παρακμή του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης), τον “ελληνικό” κοσμοπολιτισμό (Καβάφης), τον θρησκευτικό συγκρητισμό (Σικελιανός) κ.ο.κ.
@ Κώστας Ρεούσης
Θα διαφωνήσω με σας, όσον αφορά το «Δούλος ιερός του έρωτα», το οποίο θεωρώ ότι είναι από τα χειρότερα ποιήματα του Ιωάννου – κάθε άλλο παρά κορυφαίο ερωτικό ποίημα, όπως το χαρακτηρίζετε. Μπορεί να υπάρχουν μερικοί ωραίοι στίχοι του, αλλά αυτό δεν σώζει το ποίημα.
Μ’ ενοχλεί τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του και θα σας πω γιατί. Επειδή ο Ιωάννου, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχασε εκείνο το στοιχείο που προσέδιδε δυναμική στα γραπτά του: τον υπαινιγμό. Όλα σε τούτο το ποίημα είναι προφανέστατα, με ασφυκτικό τρόπο.
Επιπλέον, σε ιδεολογικό επίπεδο, αναπαραγάγει δυστυχώς τα γνωστά κλισέ που βολεύουν ανθρώπους και συνειδήσεις, προπάντων δε την πατριαρχική αντίληψη του γίγνεσθαι. Εννοώ, βέβαια, τα ζεύγη: πάνω/κάτω, ενεργητικός/παθητικός, άντρας/ “γυναίκα” κ.ο.κ.
Πιθανόν να είναι ένα κορυφαίο σαδομαζοχιστικό ποίημα, για τα ελληνικά δεδομένα, τίποτα περισσότερο όμως. Βέβαια, εξαρτάται πάντοτε από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τον έρωτα.
@ Γιώργος Λυκοτραφίτης
Καταρχάς, δεν μίλησα για μεγάλη λογοτεχνία και, ομολογώ, ότι δεν γνωρίζω ποια είναι τα κριτήρια που την προσδιορίζουν. Έπειτα σκέφτομαι ότι αυτός ο ψιθυριστός τόνος του Ιωάννου είναι κάτι πολλαπλάσιο στο αυτί και στη συνείδηση του αναγνώστη. Γνωρίζω, βεβαίως, ότι σήμερα ο Ιωάννου διαβάζεται από λίγους, αλλά είναι αυτό το μόνο κριτήριο για να μετρήσουμε αυτή καθαυτή την αξία του έργου του; Γνωρίζω επίσης τα περί «ηθογραφίας» και, προπάντων, την τρομερή διένεξη με τον Μαρωνίτη περί επαρχιωτισμού κλπ. Ναι, ένα μέρος του πεζογραφικού του έργου ανήκει στη λήθη.
Πέρα από αυτό όμως, θεωρώ ότι η εμφάνισή του ως πεζογράφου, συνιστά μιαν τομή στη λογοτεχνία μας. Δεν επεκτάθηκα στην ανάπτυξη της τελευταίας φράσης του επιμέτρου, μιας και προείχε η ποίησή του. Σημασία έχει η προηγούμενη περί μπολιάσματος με νέα στοιχεία. Επιγραμματικά, μπορώ να πω ότι, αν μέχρι τότε η πεζογραφία μας ήταν μετρημένα κουκιά: διήγημα, μυθιστόρημα – λίγο πολύ φόρμες αυστηρές, ο Ιωάννου με τα πεζογραφήματά του έδωσε μιαν άλλη διάσταση, ανοίγοντας νέους ορίζοντες.
Αυτά από έναν, κάθε άλλο παρά κριτικό – πλην όμως, Κρητικό που δεν γουστάρει τον πόλεμο, προπάντων δε τις απρόκλητες αντιπαραθέσεις, ιδιαιτέρως δε όταν αυτές αναφέρονται επί των προσωπικών. –
ΥΓ. Πώς εκείνο το «κυττάζω»; Προτιμότερο το αθάνατο κρητικό «θωρώ»!
@ Σπύρος Αραβανής
Μόλις είδα το σχόλιό σας και δεν έχω τώρα διάθεση να συνεχίσω. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω.
Καληνύχτα σε όλους.
@ Bαγγέλης Ψαραδάκης
Το ψευδώνυμό μου είναι Σπύρος. Ο κύριος Αραβανής σχολιάζει με το ονοματεπώνυμο του.
@ Σπύρος
Ok! Δεν θα επεκταθώ όμως απόψε στο σχόλιό σας.
@ Δημήτριος Μουζάκης
Η “εκδίκηση” είναι πάντοτε ένα πιάτο που τρώγεται κρύο!
Mea culpa?… Filioque?…
Χαίρομαι πάντως που εκείνο το εμπρηστικό σχόλιό μου, σας ενέπνευσε -αν δεν απατώμαι- τον τίτλο της επόμενης συλλογής σας!
Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα…
Περί του πρώτου μέρους του 5ου σχολίου: και σε πλαίσιο πιο ανοιχτό: “Βέβαια, εξαρτάται πάντοτε από το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τον έρωτα”.
Κύριε Ψαραδάκη όχι, εξαρτάται από το αν αντιλαμβάνεται την ποίηση.
Εάν μάλιστα, καθώς λέτε ο ίδιος, δεν γνωρίζετε τα κριτήρια που προσδιορίζουν την “μεγάλη” λογοτεχνία (λες και υπάρχει και μικρή…) απορώ πώς κάνετε λόγο για την μη-μεγάλη…
Πιεζόμενος από τις συνθήκες εντός Ποιείν, οφείλω επίσης να σας υπενθυμίσω πως η λογοτεχνία των “υπαινιγμών” μας έχει αφήσει χρόνους από την εποχή του Yeats.
Γηράσκω αεί διδασκόμενος, κύριε Λειβαδά.
Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου, ένας άντρας κάθισε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του.
Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.
Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικας κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό.
Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός.
Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους.
Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι – χωρίς καμία εξαίρεση – τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους.
Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν – έστω και για λίγο – μόνο 6 άνθρωποι.
Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολλάρια. Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε.
Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση.
Αυτό που δεν ήξερε κανείς ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713.
Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστόνης και η τιμή ενός κάτω-του-μετρίου εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια.
Ο Bell αμείβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό!
Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα.
Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;»
Πηγή: Washington Post, http://www.washingtonpost.com/wp-dyn/content/article/2007/04/04/AR2007040401721.html
Οι Τεφλόνιοι Ιωοαννοανθολογούν ανεξαρτητοσυμπληρωματικώς.
Δηλαδή:
http://teflon.wordpress.com/2009/04/02/b-sides-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b9%cf%89%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85/#more-642
“Χρωστάμε” μια δική του ανάρτηση-παρουσίαση στο “Τεφλόν”, μας προλάβατε. Καλοτάξιδο. Νεώτερα συντόμως.
Λέγεται πως το καλό(;) πράγμα αργεί να γίνει.
Ελπίζουμε το μαγιάτικο Τεφλόν να δώσει αφορμές και να πάρει αφορμές.
Φυσικά, σας ευχαριστούμε θερμώς για τη φιλοξενία.
Μια διόρθωση. Ο Ιωάννου γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1927 και όχι στις 27 του μήνα. Επίσης, το όνομα Γιώργος Ιωάννου από ψευδώνυμο που ήταν, άλλαξε με δικαστική πράξη το 1955 για όλη την οικογένεια και αντικατέστηκε το πραγματικό, όπως σωστά αναφέρετε, Γιώργος Σορολόπης. Η αδερφή του Δήμητρα και ο γαμπρός του, Μιχάλης Μυλαράκης, Αγίου Δημητρίου 154, Θεσσαλονίκη, συλλέγουν για το αρχείο του οτιδήποτε γράφεται γι αυτόν.