(51)
Δεκέμβρης 1975
Στή Σαπφώ
Νά λοιπόν που έρχεσαι από κοντά κι εσύ μαζύ μʼ εμένα μικρό μου
καθώς σέρνω πίσω μου σά σκυλί τήν κατεστραμμένη μου ευαισθησία καί σέ ακολουθώ.
Ντίν ντάν θά χτυπάνε οι καμπάνες τώρα μέσα σου, ντίν ντάν.
Εγώ κοιτάζοντας έξω απʼ τό παράθυρο δέν είδα παρά τό λοξό πέταγμα ενός πουλιού ανάμεσα στά δυό μπαλκόνια.
Από πού μέ περιμάζεψαν.
Στήν τόλμη τής άγνοιας στηρίχτηκε κάθε πράξη μου.
Όσο περνάει ο καιρός οι πράξεις μου λιγοστεύουν.
Ντίν ντάν, οι δικές σου καμπάνες, ντίν ντάν.
Τό φώς ενός κόσμου τρεμοπαίζει μέσα μου καθώς μέ βλέπεις
απλώνεις τά χεράκια σου νά τόν πάρεις: τί πιό απλό· γιατί θάπρεπε άραγε νʼ αναρωτηθείς γιʼ αυτή τήν κίνηση.
Μά τόν έχω όμως αυτόν τόν κόσμο;
Τί αφίνω νά φαίνεται από μέσα μου;
Είναι κόσμος αυτά τά ερείπια;
Αυτή η σειρά από παιδικές ηλικίες που καμμιά τους δέν ωρίμασε;
-Περνάω κι εγώ μιά απʼ τίς παιδικές μου ηλικίες-
Σέ μιά στάση παρόμοια, μέ τά χέρια απλωμένα έχω σταματήσει.
Ο κόσμος που τρεμόφεγγε μέσα τους επέζησε· εκείνοι έχουν αποσυρθεί πιά από τότε…
Σέ ξεγελώ. Σέ εξαπατώ μέ τά φιλιά στόν τρυφερό λαιμό σου, όταν σηκώνεσαι απʼ τόν ύπνο καί μέ ανακαλύπτεις κάθε φορά.
Σού κληρονομώ κι εγώ τήν μοναδική μου κληρονομιά. Η ειλικρίνειά μου απέναντί σου, η αυθόρμητη λαχτάρα μου είναι μιά απάτη. Αλλά δέν αφορά στούς δυό μας. Ανάμεσά μας υπάρχει αυτή η ειλικρίνεια. Τήν κρατάμε. Είναι δικιά μας. Μεταφέρει τήν απάτη, ναί, αλλά μάς έχει κιόλας επιτρέψει νά πλησιάσουμε ο ένας τόν άλλον καί νά συμμαχίσουμε εναντίον της. Η απάτη δέν είναι ανάμεσα σʼ εμένα καί σʼ εσένα. Είναι ανάμεσα σʼ εσένα καί σʼ εμάς. Είναι ανάμεσα σʼ εμένα καί σʼ εμάς. Είναι ανάμεσα σʼ εμάς καί σʼ εμάς. Έτσι είμαστε σύμμαχοι. Δέν σʼ έχω προδώσει όπως βλέπεις. Έχω συμμαχίσει μαζύ σου εναντίον μου. Έχω συμμαχίσει μαζύ σου εναντίον σου. Έχω συμμαχίσει μαζύ σου εναντίον μας. Είναι μιά συμμαχία που οι άλλοι δέν μπορούν νά τήν απαγορεύσουν· επειδή απʼ ό,τι επιβάλλουν γιά τό δικό τους τό συμφέρον προέρχεται.
Σέ μιά από τίς παιδικές σου ηλικίες σέ συναντώ.
Στήν τελευταία παιδική μου ηλικία μέ συναντάς.
Είμαστε τόσο μικροί, τόσο παιδιά, σχεδόν συνομήλικοι.
Μόνο που εσύ έχεις αυτές τίς καμπάνες μέσα σου.
-Εμένα έχουν πρασινίσει. Είμαι στήν παιδική ηλικία τής σκουριάς. Όχι δέν έχει σκουριάσει η παιδική μου ηλικία. Μή μού τό πείς. Δέν θά τό δεχτώ. Είναι κι αυτό μέσʼ στήν απάτη. Ανάμεσά μας δέν έχει θέση-.
Είσαι στήν παιδική ηλικία τής αφής. Γιά νά μέ ανακαλύπτεις γίνομαι αφή. Η γλώσσα μας είναι η επαφή. Σού ζητώ συγνώμη που αργώ. Κόντευα νά τήν ξεχάσω. Πρέπει νά τήν θυμηθώ ξανά. Πρέπει νά επιστρέψω κι εγώ. Η επιδεξιότητα είναι θέμα επιστροφής. Ακόμα δέν τό έχω καταφέρει καλά, γιʼ αυτό είμαι αδέξιος.
Τί ολοκληρωμένο είναι τό παρόν που έχεις!
Είσαι στήν περίοδο τού παρόντος. Δέν έχεις όνειρα. Δέν έχεις μέλλον. Τό παρελθόν τό εγκαταλείπεις πίσω σου σάν τό παιχνίδι που βαρέθηκες.
Ντίν ντάν, οι καμπάνες μέσα σου, ντίν ντάν. Αυτές έχεις. ![]()
(52)
15-2-1976
Θέλω νά μιλήσω γιά τά πράγματα απόψε. Γιά τά πράγματα που ευγενικά, κάνοντας τά λίγα βήματα που έχουν απομείνει, σηκώνονται στίς μύτες τών δακτύλων κι αφίνουν τήν τελευταία τους κραυγή. Ευγενικά· καί μέ χάρη· μά ωστόσο μέ μιάν αποφασιστικότητα καί μέ μιά θλιμένη τόλμη· σπρώχνοντας τά χέρια πρός τά κάτω, σφιχτά στούς γοφούς, τεντώνοντας τόν λαιμό, μέ τήν επίγνωση πως έχουν ήδη εγκαταληφθεί, πως έχουν κιόλας τελειώσει αυτό που η άκρη τού διαζώματος σχεδόν πάντα προκαλεί, μέ τήν εκκίνηση. Μέ μιάν εκκίνηση εσωτερική, προσφέροντας προτιμότερα τόν εαυτό τους.
“Τό ότι μού έχει απαγορευθεί η επαφή”, είπα, “τό ότι μού έχει απαγορευθεί η επαφή είναι ίσως πολύ προτιμότερο. Γιατί είνʼ αλήθεια πως σʼ αυτή τήν άρνηση στηρίζω όλες μου τίς ελπίδες. Κοίταξε πόσο έντονα, παρʼ όλα αυτά, φτάνουν στʼ αυτιά μας οι αδύνατες φωνές που τόσο πολύ σέ συγκινούν. Μʼ ένα μικρό ξυλάκι θά τίς καρφώσω γιά τό χατίρι σου. Άν καί πάντα ξεκινάς όταν τό θέμα έχει κιόλας εξαντληθεί καί μετανοιωμένος πιά έχω γυρίσει τό κεφάλι, άν καί προβάλλεις σχεδόν πάντα μέ τήν μελέτη μιάς βίαιης χειρονομίας στό κέντρο σου, δέν μπορώ παρά νά σέ δεχτώ. Γιά μιά λοιπόν ακόμα φορά σού εύχομαι τό καλώς όρισες.
5-4-1976
Κι έτσι κατέληξε τώρα εδώ, σʼ αυτή τήν ήσυχη γωνιά τής γής, όπου τίποτα καί κανείς δέν έρχεται νά ταράξει τήν γαλήνη που έχει αποσπάσει απʼ τό περιβάλλον της. Γαλήνη αλλοίμονο οριστική. Πληρωμένη ακριβά μέ τό τίμημα τής εγκατάλειψης από τόν νόμο. Τόν νόμο που ίσως ακόμα ελπίζει, καί που μέ πατρική φροντίδα διατηρεί εκείνο, τού οποίου αυτός έχει αρνηθεί από παλιά μʼ έναν τρόπο απότομο σάν νά τόν συνεπήρε μιά τυφλή οργή τήν συγγένεια, κάτω απʼ τίς στοργικές του φτερούγες· σταθερό κι επαναλαμβανόμενο, μʼ ένα ρυθμό καθώς εκείνος ορίζει, καί που τήν ομορφιά του αυτός προτίμησε νά χάσει γιά νά κερδίσει τήν ανεξαρτησία του. Μιάν ανεξαρτησία γιά όλους ύπουλη, σάν τήν ανεξαρτησία τής λεπρής πληγής απʼ τό υπόλοιπο δέρμα. Γιά όλους εκτός απʼ αυτόν. Επειδή αυτός είναι κιόλας πιά από καιρό η ίδια η πληγή. Επειδή γιʼ αυτόν ο κίνδυνος έχει περάσει. Επειδή η απειλή τής σήψης ήδη βρίσκεται πίσω του· μιά ανάμνηση ενός σφάλματός που αφομοιώθηκε· κάποια ίχνη ενοχής γιά μιά παλιά εγκατάλειψη στήν έλξη μιάς κακής λειτουργίας· μερικές αναλαμπές μιάς νοσταλγίας απʼ τήν εκλεκτή τρυφερότητα ενός σπάνιου αποχαιρετισμού· καί ίσως ίσως, κάποιες ύποπτες τύψεις, επίτηδες μεγαλωμένες, γιά κάποιο ασυμπλήρωτο κενό που απόμεινε μετά τήν φυγή, γιά τήν οδύνη ενός συνόλου που υποφέρει τήν επικίνδυνη απουσία ενός ακριβού του στοιχείου, τώρα πιά οριστικά χαμένου.
(53)
1976
“Μά τί θέλεις επιτέλους από μένα;”, ξέσπασε καί σταμάτησε νά βαδίζει γυρίζοντας απότομα πρός τά πίσω. “Είναι τώρα τόσος καιρός που μέ βασανίζεις κι εγώ είμαι αναγκασμένος νά σέ ανέχομαι καί νά σέ ακούω. Γιά ποιόν λοιπόν στʼ αλήθεια δουλεύεις; Γιατί δέν θά πεισθώ ποτέ πως αυτή η τυραννική συμπεριφορά είναι δικιά σου πρωτοβουλία. Έχει φανεί πιά ξεκάθαρα πως δέν έχεις καθόλου δικές σου προθέσεις, μάλιστα αμφιβάλλω άν αυτό σέ προβληματίζει κάν. Όμως έχω κουραστεί καί νά σέ μαλλώνω ακόμα. Άς κάτσουμε λίγο σέ παρακαλώ. Βλέπω εκεί κάτι τραπεζάκια. Έλα, άς γίνουμε λίγο ευγενικοί ο ένας στόν άλλον. Θέλω νά σού μιλήσω…
Έχω καθήσει κι έχω σκεφτεί πολλές φορές γιά λογαριασμό σου, άν θά μπορούσε νά ειπωθεί ποτέ κάτι τέτοιο”, είπε κουνώντας τό κεφάλι μέ μιά ξαφνική θλίψη. “Καί κάθε φορά κατέληγα στό ίδιο συμπέρασμα, άν καί όταν ξεκινούσα ευχόμουν εντελώς τό αντίθετο κι ήμουν έτσι αναγκασμένος νά παλεύω καί μέ τίς δικές μου επιθυμίες. Δυσκολευόμουν εξαιρετικά στήν αρχή νά προσδιορίσω τά κίνητρά σου. Πίστευα πως βασανίζεσαι κι εσύ απʼ αυτά κι αυτός ήταν ο σπουδαιότερος απʼ τούς λόγους γιά τούς οποίους είχες κερδίσει τή συμπάθειά μου…”.
(54)
1976
“Νά λοιπόν”, μού είπε καί μέ έπιασε σφιχτά απʼ τό μπράτσο οδηγώντας με. “Εδώ είναι η μικρή κόγχη γιά τήν οποία σού έχω μιλήσει τόσες φορές. Είναι μιά θαυμάσια κρυψώνα! Πολύ λίγοι υποψιάζονται τήν ύπαρξή της. Κι άν εσύ τώρα τήν μαθαίνεις είναι γιατί στό σημείο που έχεις φτάσει, ο κίνδυνος που θά μπορούσε νά εμφανιστεί απʼ τήν δικιά σου μεριά δέν μπορεί πιά νά μέ φοβίσει. Δύσκολα όμως θά τήν απεκάλυπτα σέ κάποιον άλλον -αυτό τό ομολογώ-, επειδή ένας άλλος μπορεί νά έχει ακόμα ελπίδες, καί τότε η σύγκρουσή του μαζύ μου θά ήταν αναπόφευκτη. Άλλωστε τό βλέπεις καί μόνος πως αυτή η κόγχη δέν οφείλει καθόλου τήν ύπαρξή της στήν τύχη, ίσα ίσα, καί μάλιστα αυτό ένα καλά εξασκημένο μάτι μπορεί νά τό δεί μέ τό πρώτο βλέμμα· τό ότι δηλαδή αυτή είχε προβλεφθεί μέ εξαιρετική επιμέλεια, μάλιστα τό εσωτερικό τού σπιτιού έχει αρκετά βλαφτεί σέ ορισμένες λεπτομέρειες γιά τό χατήρι της, καί θά έπρεπε νά τήν είχαν εξαφανίσει σέ κάποια απʼ τίς συχνές επισκευές τού κτιρίου άν δέν είχε συστηθεί στούς ιδιοκτήτες, από τόν ίδιο τόν αρχιτέκτονα, η σπουδαία αναγκαιότητα τής ύπαρξής της που μέ κάποιον περίεργο τρόπο προσφέρει σέ ʽκείνους ακριβώς που η ιδιοσυγκρασία τους θά τούς έστρεφε εναντίον τής οικοδομής καί θά τούς έκανε νά τήν μισήσουν, ένα τέτοιο εξαιρετικό κάλυμμα, μιά τόσο έξοχη κρυψώνα απʼ όπου μπορούν νά παρατηρούν σχεδόν τά πάντα χωρίς καθόλου νά φαίνονται, ώστε νά καταντούν νά ευγνωμονούν αυτόν τόν φιλόξενο όγκο που φαίνεται νά έχει προνοήσει γιά μιά σημαντική τους ανάγκη καί νά λησμονούν τό μίσος που οφείλουν στό εσωτερικό του. Μέ κάπως ανάλογα συναισθήματα λειτουργώ κι εγώ, παρʼ όλο που από καιρό πιά έχει αποκαλυφθεί εντελώς η σκοπιμότητα τής κατασκευής της κι επειδή σέ ξέρω αρκετά καλά ώστε νά μπορώ νά προεξοφλήσω ορισμένα βασικά σου κίνητρα, λογαριάζω πως θά αντιδράσεις μέ κάποιον παρόμοιο τρόπο. Τί λές λοιπόν γιά όλα αυτά;”.
“Βρίσκω τή θέση εξαιρετικά καλή στό σύνολό της”, είπα, “άν καί η θέα από δώ είναι αρκετά περιορισμένη· δέν βλέπω παρά ένα κομμάτι πεζοδρόμιο καί μάλιστα πρέπει νά σέ σπρώξω γιά νά τό δώ”.
“Αυτή είναι ίσως η σπουδαιότερή της ιδιότητα”, είπε εκείνος καί χαμογέλασε φιλικά. “Καί μάλιστα ίσως πολύ πιό σπουδαία απʼ ό,τι μπορείς νά φανταστείς. Γιατί από δώ, όταν τόποθετηθεί τό τραπεζάκι τού καφενείου στό πεζοδρόμιο, δέν μπορεί κανείς νά δεί παρά μόνο τήν επιφάνειά του καί ό,τι είναι πάνω σʼ αυτή. Θέα καθόλου φτωχή, όπως ίσως σού φάνηκε στήν αρχή, κι είνʼ αλήθεια πως μέ έχει αποζημιώσει αρκετές φορές. Αυτό άλλωστε δείχνει η επιμονή μου νά σέ φέρω σήμερα εδώ. Άς κάνουμε όμως λίγη υπομονή. Όπου νάναι θά στρώσουν τό τραπέζι”.
(55)
5-4-1976
Καθώς περνάει ο καιρός, ανακαλύπτω με ολοένα καί περισσότερη σιγουριά, πως άν καί στήν αρχή δέν τήν είχα αντιμετωπίσει παρά σάν μιά αυθαίρετη υποψία που εμφανίστηκε μέσα μου ξαφνικά χωρίς τίποτα νά τήν δικαιολογεί, ωστόσο τώρα, ύστερα από επίμονες αρνήσεις, ύστερα από κουραστικές αναζητήσεις μιάς βεβαιότητας ή έστω καί μιάς διαίσθησης ακόμα που θά τής αντιστέκονταν σταθερά καί μέ θέρμη, έχω εγκαταλειφθεί ολόκληρος πιά στά χέρια της· καί μάλιστα έχω εγκαταλειφθεί όχι αφίνοντας τόν εαυτό μου νά πέσει αποκαμωμένος αναστενάζοντας μέ ανακούφιση γιατί επί τέλους απαλλάχτηκε από έναν μάταιο κόπο, αλλά αντίθετα μέ ευγνωμοσύνη, μέ τήν θέλησή μου που δέν υπέφερε ούτε μιά στιγμή τήν ώρα τής παράδοσης, αναθέτοντας σʼ αυτήν, από δώ καί πέρα, μέ εμπιστοσύνη τό δύσκολο έργο τής ανακάλυψης τών μικρών της αδελφών, ευαίσθητων κάτω απʼ τό φιλικό γνέψιμο που μόνο μιά συγγένεια ιδιαίτερη θά μπορούσε νά επιτρέψει, καί τής εξασφάλισης τής ευγενικής τους συνεργασίας
(Κάθομαι λοιπόν καί τό συλλογίζομαι καλά. Τό συλλογίζομαι προσεκτικά, αφίνοντας κάθε φορά ένα μικρό μόνο κομμάτι τού εαυτού μου νά ριψοκινδυνέψει. Καί είναι αλήθεια πως έχω εξασκηθεί καλά. Ναί. Τώρα τό βλέπω· τώρα μπορώ νά τό διαπιστώσω. Χρησιμοποιώ τά ίδια όπλα που τόσον καιρό ήσαν στραμμένα εναντίον μου. Καί μάλιστα είμαι εγώ εκείνος που τά ανάγκασα νά μέ χτυπήσουν· που τά έβγαλα από τήν παθητική απειλητική τους ετοιμότητα. Χρειάστηκε, είνʼ αλήθεια, μιά περίοδος μακρυά καί δύσκολη γιʼ αυτό. Επειδή τόσον καιρό δέν έκανα τίποτε άλλο απʼ τό νά προσπαθώ νά τά αποφύγω. Δέν έκανα τίποτε άλλο απʼ τό νά προσπαθώ νά χρησιμοποιήσω, κάθε φορά καί πιό σωστά, τίς μεθόδους που τόσο επίμονα είχα διδαχτεί ίσαμε τότε, γιά νά τά ξεγελάσω, γιά νά τά πείσω πως δέν ήμουν εγώ ο στόχος τους. Μιά προσπάθεια απελπισμένη, καταδικασμένη κιόλας απʼ τήν αρχή, μά ωστόσο αναγκαία, απαραίτητη γιά τήν ύπαρξή μου. Επειδή αυτή ήταν η δικαίωσή της. Επειδή αυτή ήταν η ελπίδα τής συνέχισής της που είχα καταδικαστεί νά υπηρετώ). Κάθομαι λοιπόν καί συλλογίζομαι καλά, τίς φορές που δέν μέ απασχολεί τό περιεχόμενό της αλλά αυτή η ίδια, καί βρίσκω πως δέν φαίνεται νά είναι τίποτʼ άλλο απʼ αυτό ακριβώς: μιά αυθαίρετη υποψία που εμφανίστηκε μέσα μου ξαφνικά χωρίς τίποτα νά τήν δικαιολογεί. Αφού λοιπόν ο δικός της χαρακτήρας δέν έχει αλλάξει, εκείνος που έχει μεταβληθεί πρέπει νά είμαι εγώ ο ίδιος. Ό,τι πρίν μέ απωθούσε σʼ αυτήν, είναι τώρα εκείνο που πάνω του στηρίζω όλες μου τίς ελπίδες. Επειδή εκείνη φαίνεται πως είχε δίκιο: τό σύμπαν είναι ανίκανο νά συλλάβει τό νόημα μιάς βίαιης χειρονομίας. Είναι ανίκανο νά αντιληφθεί τήν ύπαρξή της.
“Εσύ”, μού είπε, εσύ δέν είσαι παρά ένας αποδέκτης. Αυτή είναι η κύρια ιδιότητά σου. Αυτό είναι που σέ διαχωρίζει από τό περιβάλλον σου. Έχεις προικισθεί μέ αισθήσεις έτσι που νά μπορεί κανείς νά πεί πως αυτή η πελώρια καί πολύπλοκη οντότητα που σέ περιβάλλει σέ δημιούργησε γιά νά μπορεί νʼ αδειάζει κάπου τά απορρίμματά της. Αλλά ακόμα κι έτσι, έστω κι άν ακόμα σέ έχει φτιάξει αυτή, δέν είσαι τέλειος. Επειδή πώς είναι δυνατόν νά σού επέτρεψε νά μπορείς νά υποψιάζεσαι τίς προθέσεις της; Αυτό σέ διαχωρίζει μʼ έναν άλλον τρόπο από εκείνη, που δέν είναι δυνατόν νά τόν επιθυμεί. Σέ μπάζει στά δικά της τά μυστικά, έστω κι άν οι αισθήσεις σου δέ σέ βοηθούν καθόλου σʼ αυτό -ίσα ίσα σέ εμποδίζουν-, καί μοιάζεις σά νά είσαι τό μπαστούνι στά χέρια ενός τυφλού που προσπαθεί νά αντιληφθεί κι αυτό τί βλέπουν τά μάτια τού αφέντη του. Φαίνεται λοιπόν πως εδώ έχει γίνει ένα σημαντικό λάθος. Μιά ουσιώδης παράλειψη, μιά κίνηση τόσο επιπόλαιη καί τόσο γελοία, όπως η έκπληξη αυτού που βγάζει τά πρόσωπα λιγότερα σέ μιάν αίθουσα γιατί λησμονεί νά μετρήσει τόν εαυτό του. Φαίνεται πως εκείνο που σέ έφτιαξε γιά τήν δικιά του διασκέδαση, γέμιζε τά πάντα τόσο ασφικτικά, ήταν τόσο αδύνατον νά εμφανιθεί ο,τιδήποτε καί νά μήν περιέχεται κιόλας μέσα του, ώστε παρʼ όλη τή διασκεδαστική, αλλά ποιός ξέρει; ίσως ίσως καί παθιασμένη, πρόθεσή του νά φτιάξει κάτι έξω απʼ αυτό τό ίδιο -πρόθεση που μπορεί νά είχε καταντήσει τό μόνο του ενδιαφέρον πιά-, στό τέλος απέτυχε όπως πάντα, καί τό μόνο που κατάφερε ήταν νά δημιουργήσει έναν όγκο, ένα καρκίνωμα που, παρʼ όλο που φαίνεται σάν ξένο, υπάρχοντας μʼ έναν δικό του νόμο, αποτελείται ωστόσο απʼ ό,τι τό σώμα που τό φιλοξενεί τού παραχωρεί μέ ευγένεια. Είσαι λοιπόν κι εσύ κάτι απʼ αυτό. Η καταδίκη σου, που βαραίνει καί τό ίδιο, είναι ότι : ό,τι σού έχει απαγορευθεί νά είσαι, είναι εκείνο απʼ τό οποίο πηγάζει αυτή η απαγόρευση. Εσύ λοιπόν δέν μπορεί νά είσαι παρά αυτή η απαγόρευση, γιατί τίποτʼ άλλο δέν περισσεύει. Άν καί προσπάθησε ώστε νά είσαι ένας εντελώς ξένος γιʼ αυτό, ωστόσο δέν περισσεύει χώρος γιά νά εξοριστείς. Έτσι παραμένεις πάντα μέσα του καί παρʼ όλο που σέ μεταχειρίζεται σάν τό δοχείο τών σκουπιδιών του, φαίνεται πως δέν μπορεί νά γλυτώσει απʼ τήν υποψία πως τά σκουπίδια που απορροφάς τά καταπίνει αυτό τό ίδιο. Θά πρέπει νά αισθάνεται ενοχλήσεις όταν συμβαίνει αυτό καί τότε ίσως θά σέ σπρώχνει πιό μακρυά, αλλά ήδη η μόλυνση έχει προχωρήσει, επειδή όσο κι άν τό θέλει δέν μπορεί νά απαλλαγεί από σένα, ούτε νά εξαφανίσει τή σπουδαία σου ιδιότητα, τό νʼ ανιχνεύεις δηλαδή μέ μοναδική επιδεξιότητα τά σκουπίδια κι έτσι αυτή η υποψία καταντά νά τού είναι άχρηστη, αφού δέν μπορεί νά τό βοηθήσει νʼ αλλάξει καί τήν πετά. Καί πού αλλού θά τήν πετάξει άν όχι σέ σένα; Τό υποπτεύεσαι λοιπόν κι εσύ αυτό κι έχεις δίκιο, γιατί μά τόν μεγάλο μας ηρωϊκό νεκρό, τήν αλήθεια, έχει αρχίσει νά μυρίζει πολύ άσχημα εκείνη η σεπτή γωνιά όπου σάν σύμβολα μαγικά, σάν χάρτες που σέ διευθύνουν καί σέ προκαλούν, αποθέτεις ευλαβικά τά σπάνια καί μοναδικά κομμάτια τής συλλογής σου”.
(56)
14-4-1976
“Επειδή”, είπε καί τόν έσπρωξε άγρια, επειδή εσύ είσαι αυτός που μέ έχει προδώσει. Που μάλιστα δέν έχει σταματήσει καθόλου νά μέ προδίδει -από τότε σχεδόν που θυμάμαι τόν εαυτό μου δέν έχει σταματήσει ούτε λεπτό αυτό τό βιολί-. Εδώ καί μήνες τώρα μέ τυραννάς μʼ αυτή τήν ύπουλη τακτική σου. Ο χρόνος μου φεύγει εντελώς στά χαμένα κι εγώ πρέπει νά κάθομαι καί νά σέ παρακολουθώ, λές καί δέν γεννήθηκα παρά μόνο γιʼ αυτόν τόν σκοπό που είνʼ αλήθεια πως έχεις καταφέρει νά μʼ απορροφήσει ολόκληρο. Έχω χάσει τά ίχνη μου τελείως μέ τό νʼ ακολουθώ τά δικά σου καί φοβάμαι πως ποτέ δέν μού δόθηκε η ευκαιρία νʼ αφίσω ίσαμε τώρα δικά μου -αμφιβάλλω άν τό σύμπαν έχει κάν αίσθηση τής ύπαρξής μου-, έτσι που πολλές φορές κάθομαι κι αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που έχει φτάσει τώρα ίσαμε δώ. Φαίνεται πως κι όταν ακόμα λέω «εγώ», δέν κάνω τίποτα παρά επαναλαμβάνω τʼ όνομά σου, τό τόσο μισητό, ένα σύμπλεγμα δηλαδή από ήχους τών οποίων τήν πατρότητα είσαι πρώτος καί καλλίτερος εντελώς ανίκανος νά αντιληφθείς καί νά καθορίσεις καί τελικά τό μόνο που φαίνεται πως υποφέρει γιʼ αυτή τήν άδικη μοίρα είναι αυτή η υποψία, που παρά τήν επίμονη θέλησή σου νά τήν αρνείσαι, παρά τίς έντονες καί ύποπτες διαμαρτυρίες σου, εξακολουθώ νά νοιώθω καί που άν καί ποτέ δέν μπόρεσα νά εξακριβώσω τί κρύβεται πίσω της καί γιά ποιό λόγο εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά αμφισβητώντας τήν κυριαρχία σου, ωστόσο έχω συνεχώς στραμμένη τήν προσοχή μου επάνω της επειδή έχω πιά βεβαιωθεί -καί κυρίως απʼ τίς αντιδράσεις σου- πως σέ ό,τι αυτή αναφέρεται, πως εκείνο ακριβώς που κατόρθωσε νά ερεθιστεί -παρʼ όλο που κι αυτό θά τόχεις παραμορφώσει όπως καί κάθε τι μέσα μου καί θά τόχεις ακρωτηριάσει μʼ εκείνη τήν αξιέπαινη σκληράδα σου που σέ εξασφαλίζει, ώστε νά στέκεται μαραμένο σέ κάποια άκρη- από τήν αδύναμη φωνή της, που η πηγή της φαίνεται πως ξεπερνούσε τά όριά σου, αυτό είναι εκείνο που ίσως μέ ελευθερώσει από τήν τυραννία σου. Καί φαίνεται πως είναι τόσο ισχυρό κι εσύ τόσο ανίκανος νά τό υποτάξεις, ώστε αρκούσε η παρουσία του, έστω καί σέ τέτοια χάλια, όπως θά τόχες καταντήσει, έστω καί μέσα σέ ένα έτσι κατεστραμμένο καί παραμορφωμένο σύνολο σάν κι εμένα, τό θύμα σου, γιά νά σέ αποκαλύψει στά μάτια μου, γιά νά ξεθάψει απʼ αυτόν τόν σωρό που ήμουνα, καί που ποιός ξέρει σέ τί σέ εξυπηρετούσε, τά υπολείμματα μιάς ανάμνησης που σέ ξεπερνούσε, από καλλίτερη καί πιό αρχαία γενιά, καί νά δυναμώσει ένα μίσος που νόμιζες πως είχε πιά ξεχαστεί. Σʼ αυτό τό μίσος έχω τώρα λοιπόν αποθέσει όλες μου τίς ελπίδες. Αυτό μέ στηρίζει ώστε νά μπορώ νʼ αρνιέμαι τήν εξουσία σου επάνω μου που μέ τέτοια άνεση χαιρόσουν παλιότερα μυστικά καί νά ξέρω πιά καλά πως από σένα δέν έχω νά περιμένω τίποτα. Ίσα ίσα, όσο πιό πολύ σέ απομυθοποιώ, τόσο καλλίτερα διακρίνω τό μέγεθος τής απάτης που πίσω της μέ τόση επιμέλεια κρυβόσουν καί χλεύαζες τήν κατάντια μου που σέ ωφελούσε ποιός ξέρει σέ τί. Κι έτσι θά συνεχίσω ώσπου νά μείνεις τελείως γυμνός. Καί τότε πιά θά σʼ αφίσω. Γιατί τότε εσύ θά έχεις χάσει τήν ικανότητα νά μεταβάλλεσαι κι εγώ θά έχω κερδίσει τίς μεταβολές μου. Τότε κάθε μεταβολή μου θά μού ανήκει κι επειδή αυτή τή φορά δέν θά εγκαταλείπω τίποτα πίσω μου αλλά θά μπαίνω ολόκληρος μέσα σʼ αυτές, θά μπορείς πιά νά χαίρεσαι τόν χρόνο σάν κάτι που θά σού ανήκει ολοκληρωτικά. Αυτός άλλωστε είναι καί η φυλακή σου κι έχεις υποχρέωση νά τήν φροντίζεις επειδή είναι η ιδιοκτησία σου, η μόνη που θά σού έχει απομείνει πιά, αφού εγώ θά μπορώ νά πώ «εγώ» χωρίς τό φόβο πως τό επόμενο βήμα θά είναι μιά μεταβολή που αυτό τό «εγώ» θά τήν δεσμεύει.
(57)
Απρίλης 1976
“Φαίνεται λοιπόν πως δέν μπορεί νά αποκλειστεί ούτε καί μιά αδέξια χειρονομία ακόμα… Μήπως αλήθεια κι αυτή δέν είναι κλεισμένη στόν εαυτό της χωρίς τίποτα νά περισσεύει; Μήπως δέν αιωρείται κι αυτή μέ τήν ίδια θλίψη στό σημείο που ο φορέας της τήν εγκατέλειψε; Καί μάλιστα όταν αυτή έχει εγκαταλειφθεί βιαστικά, μέ απέχθεια, μέ αδιαφορία, σχεδόν πετάχτηκε μέ μίσος -(μιά μοίρα σκληρή που τήν συνοδεύει εχθρικά, μιά δυνατότητα εκδίκησης, συμφωνημένης ίσως από πρίν, που προσφέρεται μέ τήν εμφάνισή της από τήν ίδια τήν πανικόβλητη, γιατί παρʼ όλα αυτά έστω καί τυχαία τόλμησε, φύση της, σάν μιά δουλική χειρονομία γιά εξιλέωση, σάν τήν κίνηση τού υπηρέτη που, μέ τήν ξαφνική κι αδικαιολόγητη εμφάνισή του, διέσυρε μέ τό πρόστυχό του βλέμμα τήν απαγορευμένη γυμνότητα που είχε ταχθεί νά υπερασπίζει, καί τώρα, συντριμμένος απʼ τήν οδύνη μπροστά στήν ασύλληπτη έκταση τού ανοσιουργήματός του, έκθαμβος μπροστά στόν καινούργιο κόσμο που τού ανοίχτηκε, ανήμπορος νʼ αντέξει τήν ενοχή απʼ τήν εκπλήρωση μιάς τόσο βαθειά κρυμμένης επιθυμίας που η συχνή υπενθύμηση τής θανάσιμης απαγόρευσής της, τό αυστηρό πρωτόκολλο, η επιμελημένη διευθέτηση γιʼ αυτό τών επίπλων στούς απέραντους διαδρόμους, τήν έκαναν ορισμένες φορές καί μάλιστα ακόμα κι όταν δέν ήταν εντελώς μόνος, τόσο έντονη, ώστε νά προτιμά νά εγκαταλείπεται στίς κρίσεις τής επιληψίας που τού προκαλούσε καί που, παρʼ όλο που τόν εξέθετε, ωστόσο κρατούσε εκείνη κρυμμένη καλά, γονατίζει μέ τό πρόσωπο βυθισμένο στό παχύ χαλί που πίνει τά ευτυχισμένα του δάκρυα καί βγάζοντας από τή μέση του τό όπλο που τού έχουν εμπιστευθεί χωρίς νά τό μετανοιώσουν τόσον καιρό, τό βάζει ο ίδιος στά χέρια που έχουν προσβληθεί, παραμερίζει τά πυκνά μαλλιά του καί γυμνώνει τόν κρόταφό του που ένας φοβερός σφυγμός τόν ξεσχίζει…-, επειδή ίσως συνέβει νά εκθέσει κάποιον σέ μιά στιγμή ακατάλληλη, όταν η προσοχή όλων ήταν στραμμένη επάνω του καί τώρα πιά είναι δύσκολο νʼ αρχίσει απʼ τήν αρχή, στρέφει λοιπόν τό πρόσωπό του καί τήν απαρνιέται σάν κάτι που ποτέ δέν βγήκε απʼ αυτόν, που τόν ανάγκασαν μέ τό ζόρι νά τήν δεί νά εκτελείται σάν απάντηση σέ μιά ξαφνική προσταγή δοσμένη μέ κακία πίσω απʼ τήν πλάτη του στό ίδιο του τό σώμα καί που, αλλοίμονο, κανείς δέν τήν άκουσε ώστε νά μήν κατηγορηθεί αυτός γιά ό,τι εκείνη προκάλεσε, ώστε νά υπάρξει μιά ικανοποιητική δικαιολογία, μιά αναγνώριση τής ακούσιας διαστροφής τής πρόθεσής του, που θά τόν ανακούφιζε καί θά τού έδινε θάρρος νά προσπαθήσει ξανά.
Είναι τώρα κάμποσος καιρός που μέ βασανίζει η θλίψη τών χειρονομιών που εγκαταλείφθηκαν. Είναι η αίσθηση ενός χρέους που ποτέ από κανέναν δέν ζητήθηκε, που είνʼ αλήθεια πως ποτέ δέν ζήτησε νά τό λογαριάσουν σάν τέτοιο, μά που τονίζει τήν παρουσία του, ίσως χωρίς τό ίδιο νά τό επιθυμεί, μέσʼ απʼ τίς λίγες νότες που καταφέρνουν νʼ ακουστούν από καιρό σέ καιρό όταν πέφτει ο αντίθετος άνεμος κι οι αδύναμοι ήχοι τής καμπανούλας τής εξώπορτας μπορούν επιτέλους νʼ απλωθούν ώς εμάς, είναι λοιπόν η αίσθηση αυτού τού μικρού χρέους, τίς πρότελευταίες πάντα αναλαμπές τής ανάμνησης μιάς ανεπαίσθητης συγγένειας, που μέ κάνει νά επισκέπτομαι ορισμένα σημεία τού κοιμητηρίου όπου αναπαύονται. Γιατί μήπως κι εγώ δέν είμαι μιά χειρονομία που έχει εγκαταλειφθεί; Μήπως κι εγώ δέν αναπαύομαι στό διπλανό κοιμητήριο; Έχω καθήσει κι έχω αναλογισθεί αρκετές φορές τώρα, ποιά νά ήταν άραγε η αιτία, ποιός σοβαρός λόγος παρουσιάστηκε ξαφνικά καί απέσπασε τήν προσοχή, πιά απότομη μεταβολή τής διάθεσης γιά μιάν απόφαση παρμένη μέ θέρμη διέκοψε τήν στοχαστική προσαρμογή που είχε συμφωνηθεί, επικαλούμενη τή ματαιότητα ενός ζήλου γνωστού πιθανόν από παλιότερες φορές, ώστε νά εγκαταλειφθεί -ίσως πολύ αργά γιά νά επιστρέψει όπως άλλοτε- επιπλέοντας στήν επιφάνεια ενός αβέβαιου ορίζοντα, η αρχική πρόθεση· μέ τήν επικίνδυνη ευαισθησία μιάς ημιτελούς κατασκευής νά τήν φέρνει σέ επαφή μέ τό περιβάλλον, μέ μιάν ακάθεκτη τάση στό εσωτερικό της νά έρθει σέ πέρας, μέ τήν ατέλειωτη αναμονή τής συνέχισής της νά εμποδίζει τήν παρακολούθηση τών μεταβολών που τόσο ευεργετικά τής επιβάλλονται…”.
(58)
Μάϊος 1976-85
Στήθηκε σωστά επιτέλους η Γραφομηχανή! Αυτή ήταν μιά επιθυμία που προκαλούσε διαρκώς η ύπαρξή Της στό σημείο αυτό τού χώρου όπου είχε προσωρινά τοποθετηθεί τόσο άβολα, όχι μόνο όταν τό βλέμμα τύχαινε νά πέσει επάνω Της, αλλά καί στά διαστήματα που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στό προηγούμενο καί τό τελευταίο από αυτά· διαστήματα όπου δέν Τής ήταν δυνατόν νά προκαλέσει κάποιον άμεσο ερεθισμό, μά που ωστόσο μπορούσε, γιά όσο κρατούσαν, νά στηριχτεί μέ αρκετή εμπιστοσύνη στήν μικρή ενοχλητική αίσθηση κάποιας απόφασης παρμένης από καιρό, γιά τήν διευθέτηση, σύμφωνα μέ μιά ύποπτη πάντα αισθητική, εκείνου τού κομματιού τού χώρου όπου μέσα του Αυτή έπαιζε έναν κυριαρχικό ρόλο καί η οποία (απόφαση) από τήν πρώτη τοποθέτηση τών πραγμάτων, (((ακόμα κι έπειτα απʼ τίς τυχαίες αλλαγές που παραχωρήθηκαν εντελώς συμπτωματικά -στήν διάρκεια τών συχνών συγκρούσεων ανάμεσα στήν ευεληξία που παλιότερες δύσκολες διαδρομές είχαν επιτρέψει νʼ αναπτυχθεί καί σʼ εκείνη που μιά καινούργια, όπως καί κάθε άλλη άλλωστε που εμφανίζονταν γιά πρώτη φορά, περίπτωση απαιτούσε- σʼ αυτήν τήν μέ μιά περίεργη επίμονη άρνηση νά επιτρέψει -κάνοντας χρήση τής εξαιρετικής αδράνειας που τήν περιέβαλλε- μιά επιτέλους κατάληξη σέ μιά κίνηση οριστικής στό μέλλον απόρριψης τών αναβολών που ήταν εντελώς σίγουρο ότι θά προτείνονταν ξανά ώστε νά τήν διατηρήσουν, ίδια, πρώτη τοποθέτηση τών πραγμάτων))), δέν είχε πάψει ποτέ νά εκκρεμεί.
Θά μπορούσε λοιπόν νά πεί κανείς πως η Γραφομηχανή, (((καί φαίνεται πως αυτό δέν θά ήταν δυνατόν νά τό είχε αποφύγει -έτσι που τώρα θά πρέπει νά τό αντιμετωπίζει κι Αυτή σάν αναπόφευκτη κατάληξη, μιά μοίρα που μοιάζει νά Τήν έχει σημαδέψει από παλιά- παρά μόνο χάρις σέ κάποιο εντελώς τυχαίο περιστατικό που, έχοντας ακολουθήσει μιά αλλοπρόσαλλη καί καθόλου εύκολο νά παρακολουθήσει κανείς τούς ελιγμούς, τά στριφογυρίσματα καί τίς συγκρούσεις της μέ τίς όμοιές της που είχε ξεκινήσει κάποια άλλη στιγμή ένας άλλος ερεθισμός καί που τής έδιναν μιάν απόκλιση εντελώς απρόβλεπτη καθώς τήν συναντούσαν τώρα, πορεία -άν είχε πράγματι συμβεί έτσι, από εδώ καί μπρός, μετά τήν επαφή του μέ αυτό που τώρα, εκ τών υστέρων, αφού πιά αυτή η πορεία ολοκληρώθηκε, φαίνεται σάν στόχος, είναι αυτή η ίδια η πορεία που χαρακτηρίζει πιά αποκλειστικά αυτό τό περιστατικό καί δικαιολογεί τήν εμφάνισή του τήν κρίσημη στιγμή τής επαφής· επαφή που επέτρεψε από τήν άλλη μεριά η ίδια η εμφάνιση τού στόχου σʼ αυτόν τόν τόπο καί μʼ αυτόν τόν τρόπο-, θά μπορούσε νά είχε συναντήσει τόν δέκτη τών ερεθισμών που εξέπεμπε Εκείνη -όταν θά ήταν ίσως δυνατόν αυτός νά βρίσκεται σέ έναν εξαιρετικά υψηλό βαθμό ευαισθησίας σέ σχέση μέ τόν χώρο που μέσα του συμβαίνουν όλα αυτά καί η δεκτικότητά του γιά τούς δικούς Της ερεθισμούς νά ήταν τόσο σχεδόν απόλυτη, ώστε πιά νά είναι τώρα αυτοί οι ίδιοι οι ερεθισμοί της τό πεδίο όπου επάνω του θά μπορούσε νά αναρριχηθεί ο θόρυβος ενός ξένου ερεθισμού, αγγίζοντάς τον εξ αιτίας αυτής ακριβώς τής ίδιας του, τήν στιγμή εκείνη, εξαιρετικής ευαισθησίας- καί νά τόν είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά, εκθέτοντάς τον στήν γοητεία ενός άλλου αντικειμένου καί απομακρύνοντάς Την από τά ενδιαφέροντά του γιά πάντα))), σʼ αυτόν τόν χώρο είναι ίσως ο πιό σπουδαίος ένοικός του, άν υπήρχε μιά, έστω καί μιά δυνατότητα νά γίνει μιά αξιολόγηση, μιά ιεράρχηση -σύμφωνα μέ κάποιο μέτρο που θά μπορούσε, χάρις στήν ιδιαίτερη φύση του, νά αντιμετωπίσει κάθε δίκαιη αμφισβήτηση- τών ερεθισμών που εκπέμπονται από τό περιεχόμενό του γιά νά συναντήσουν τήν ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία που εδώ καί χρόνια τώρα τόν περιδιαβαίνει χρωματίζοντάς τον μέ τήν μελαγχολική αίσθηση (((αίσθηση που δυναμώνει ξαφνικά όταν μιά απρόβλεπτη δυσκολία εμποδίζει τήν ομαλή κίνηση μέσα του ή όταν συμβαίνει εκείνη νά έχει αφαιρεθεί, ακολουθώντας ένα εσωτερικό όραμα που δέν τόν αφορά, τή στιγμή ακριβώς που επιστρέφει, ή, ακόμα, όταν γλυστρώντας μέσα απʼ τίς λεπτές διόδους που, παρʼ όλη τήν καλή του θέληση εκείνος δέν κατόρθωσε ποτέ ίσαμε τώρα νά καλύψει, μερικοί επίμονοι ψίθυροι τού εξωτερικού εμφανίζονται προκλητικά τραβώντας τήν προσοχή μέ τήν φρεσκάδα που σχεδόν πάντα τούς συνοδεύει καί που αυτός είναι ανίκανος νά εμποδίσει τό άρωμά τους νά απλωθεί -σπάνια η ατμόσφαιρά του είναι τόσο μολυσμένη- καί νά προκαλέσει ακόμα καί τίς πιό ευνοούμενές του γωνιές, που πάνω στήν εξαιρετική λειτουργία τους εκείνος έχει στηριχθεί, σέ μιά επικίνδυνη σύγκριση))) τής αναπόφευκτης αιχμαλωσίας της απʼ αυτόν (((ακόμα κι από κάθε άλλον που θά μπορούσε νά διαλέξει στήν θέση του, όταν κάπου κάπου μιά τέτοια ευκαιρία τής προσφέρεται απʼ τήν αδυναμία που έχει συναντηθεί μέχρι τώρα σέ κάθε προσπάθεια τών, παρʼ όλα αυτά ευκίνητων καί εκλεκτών ερευνητών νά προβλέψουν, απαλείφοντας μʼ έναν τρόπο οριστικό κατόπιν, τίς ενοχλητικές προϋποθέσεις μιάς αρρωστημένης φαντασίας καί απʼ τίς συχνές απροσεξίες τών κατωτέρων οργάνων που η αναγκαστική ικανότητά τους νά παρατηρούν πρός μιά ορισμένη κατεύθυνση καί μάλιστα μέ τούς τρόπους που έχουν αποκλειστικά υποδειχτεί γιʼ αυτό, τά βρίσκει συχνά απροετοίμαστα νά ερμηνεύσουν σωστά τίς απρόβλεπτες παραδρομές που μιά τυχαία κακή χώνεψη ή μιά επίμονη ρωμαντική διάθεση μπροστά σέ κάποιον αναπάντεχο καί εντελώς αδικαιολόγητο συνδιασμό παλιών καί μεμονωμένα κατεστραμμένων εντυπώσεων, θά μπορούσε νά προκαλέσει))), μιά προσπάθεια που αυτός ο ίδιος ο χώρος έχει από καιρό εγκαταλείψει… Αλλά κι άν ακόμα δέν μπορεί νά γίνει αυτό, κι άν ακόμα η παραίτηση από τήν, έστω καί εντελώς γιά μιά στιγμή μόνο, γοητευτική στήν σύλληψή της απόπειρα αυτής τής συναισθηματικής ιεράρχησης, φαίνεται νʼ απαγορεύει έστω καί σέ μιά οποιαδήποτε λεπτομέρεια νά είναι ασήμαντη, ωστόσο φαίνεται από τήν άλλη μεριά πως ορισμένες επιθυμίες έχουν καταφέρει νά εγκατασταθούν από παλιά, όταν ακόμα ήταν ο καιρός τους καί είχαν αυτές τό πρόσταγμα, σέ κάτι ανύποπτες πτυχές αυτής τής ιδιοσυγκρασίας καί από ʽκεί προβάλλουν τώρα τήν ανάμνησή τους που καλύπτει από καιρό σέ καιρό μʼ ένα στρώμα πάχνης σάν πρωϊνή δροσιά τόν χώρο καί κάνει ορισμένα στοιχεία του νά αποκτούν μιά ιδιαίτερη γοητεία καί μισοκρυμμένα νά εκπέμπουν ζωηρά τήν αίσθηση αυτής τής ίδιας τής εκκίνησης που τόσο ανυπόμονα κάποτε τήν περίμεναν· ένα χαμογελαστό γνέψιμο, σάν κι αυτό που στέλνει δειλά, πάνω στό τραπέζι, μέσα απʼ τά μαύρα Της πλήκτρα, Εκείνη.
(59)
Ιούνιος 1976
Στήν Κατερίνα Ι.
Θά μπορούσε νά είχε γραφεί:
“Τήν έκανε ευτυχισμένη. Γρήγορα όμως η ευτυχία της άρχισε νά τόν ενοχλεί. Θά τού κόστιζε άν χαλούσε. Καί γιʼ αυτό αναγκάστηκε νά τήν υπηρετεί. Δέν άργησε νά τήν μισήσει”.
Ωστόσο αυτό εκείνος δέν τό βλέπει παρά σάν μιά γρήγορη προσπάθεια συμβιβασμού. Σάν μιά εύκολη ειλικρίνεια που τόν ανακουφίζει είνʼ η αλήθεια καί τόν δικαιολογεί, αλλά που απʼ τήν άλλη μεριά, μʼ έναν περίεργο τρόπο, τόν κάνει νά νοιώθει τήν συμπεριφορά του που στηρίζεται πάνω της καί τού επιτρέπει νά κινείται μέ άνεση, σάν κάτι που κάθε φορά τόν παραμονεύει· έναν χώρο που περιμένει νά τόν δεχτεί σίγουρος πως, έτσι όπως έχει τώρα φτιαχτεί εκείνος, δέν μπορεί παρά νά μπεί μέσα του, κι όπου πιά εκεί θʼ αφεθεί μέ εμπιστοσύνη -όπως καί κάθε φορά άλλωστε- νά παρασυρθεί από τήν διευθέτηση τών πραγμάτων (που σχεδόν ποτέ δέν επιτρέπεται νά θιγεί από τήν διστακτικότητα που τόν κυριεύει από καιρό σέ καιρό) που, επιβάλλοντάς του εκείνη τήν ιδιαίτερη, γνωστή από παλιά, ευελιξία η οποία καθορίζεται μʼ εναν μονοσήμαντο τρόπο από τήν παραλλαγή της τής κάθε φοράς, θά τόν οδηγήσει μέ ασφάλεια, χωρίς νά λαβαίνει καθόλου υπʼ όψιν της τόν άλλον, σʼ εκείνο τό σίγουρο τέρμα όπου θά βρεί νά τόν περιμένει όπως πάντα η τροφή του.
Αποφάσισε λοιπόν γιά μιά φορά νά αφίσει νά οδηγηθεί από τήν υποψία που, κρυμμένη σέ μιά γωνιά του, επέμενε νά παρατηρεί δύσπιστα τήν ευτυχία εκείνης (γιά τήν οποία αυτός δέν μπορούσε νά πάψει νά νοιώθει εκείνο τό ζεστό αίσθημα ιδιοκτησίας που τόσο τού άρεσε νά παίζει επικίνδυνα μαζύ του)· επειδή, κάτω απʼ τό δικό της βλέμμα, ήταν μιά ευτυχία αυτάρκης που, άν καί η δημιουργία της κάθε στιγμή εξαρτιώταν απʼ αυτόν, αμέσως μετά αποκόβονταν απʼ ό,τι τήν δημιούργησε κι υπήρχε μʼ έναν δικό της τρόπο, ανεξάρτητη, μʼ ένα φιδίσιο σώμα που τήν εξαιρετική ολισθηρότητά του αυτός δέν είχε καθόλου μέχρι τώρα αντιληφθεί, γιατί οι αισθήσεις του ήσαν ανίκανες νά τόν προειδοποιήσουν ώστε νά εξασκηθεί νά αναγνωρίζει τό σύρσιμό του μέσα από τά χέρια του καί νά μήν εκπλήσσεται όταν τού έγνεφε ξαφνικά από μακρυά… Όμως νά, που τώρα δέν αντέχει καθόλου νά τό δεί έτσι καί υποφέρει γιατί τότε που μοχθούσε γιά τήν δημιουργία της η προσοχή του ήταν εντελώς στραμμένη σʼ αυτήν τήν ίδια (((που, εξʼ αιτίας τής βραδύτητας μέ τήν οποία αναπτύσσονταν -προχωρώντας μέ δυσκολία μέσʼ απʼ τίς περιοχές τού άλλου που αντιστέκονταν μέ πείσμα προβάλλοντας ό,τι τίς γέμιζε μέχρι τότε καί μάλιστα όχι τόσο σʼ αυτές, αλλά σʼ εκείνες που ίσαμε τώρα δέν είχαν γεμίσει ποτέ μέ τίποτα καί είχαν σφίξει τά τοιχώματά τους έχοντας σχεδόν στραγγαλιστεί ώστε νʼ αποφύγουν τό κενό καί που έντρομες στίς προσπάθειες εκείνου νά διαπεράσει τόν παρθενικό τους υμένα ένοιωθαν τίς πτυχές τους νά γεμίζουν από φρίκη μπροστά στά παραμορφωμένα σχήματα που οι συγκρούσεις του μʼ αυτόν, καθώς έσπρωχνε απελπισμένα, δημιουργούσαν στό εσωτερικό τους), εξ αιτίας τών απότομων μεταβολών καί τών ξαφνικών μεταπτώσεων τίς οποίες έπρεπε κάθε φορά νά προβλέπει, όσο τού επέτρεπε η μελέτη τού περιβάλλοντος, καί νά διαισθάνεται, όταν αυτή δέν κατάφερνε νά σταθμίσει μέ ικανοποιητική προσέγγιση τίς προθέσεις του, ώστε νά είναι έτοιμος νά τίς αντιμετωπίσει, τόν απορροφούσε ολόκληρο))) καί είχε λησμονήσει νά εξετάσει τό είδος τής δικιάς του φθοράς, ώστε νά πάρει τά μέτρα του καί νά ετοιμάσει τήν γρήγορη αποχώρησή του πρίν αρχίσει νά παρασύρεται…
Επειδή τώρα είναι κιόλας πολύ αργά, καί τό ότι μπορεί νά τά σκέφτεται όλα αυτά καί νά βλέπει σάν ένας οποιοσδήποτε αδιάφορος παρατηρητής τήν κατάστασή του, αυτό δέν τόν βοηθά καθόλου. Γιατί δέν είναι καθόλου τά θεμέλεια που τόν αρνούνται, ίσα ίσα τόν προϋποθέτουν καί θά μπορούσε πάντα απαρατήρητος νά τρυπώνει κάτω απʼ τή σκιά τους. Εκείνο που τόν αρνείται, εκείνο που δέν μπορεί καθόλου νά αντιληφθεί τήν παρουσία του, είναι τό έδαφος.
Είναι τό έδαφος που ήταν ξένο απʼ τήν αρχή, που οποιαδήποτε καλλιέργεια κι άν γίνονταν επάνω του δέν τό πλησίαζε καθόλου σʼ αυτόν, δέν τού έφερνε κανέναν τίτλο κυριότητας, επέμενε νά αποσιωπά μέ πείσμα τό ενδεχόμενο μιάς ξαφνικής απομάκρυνσης, μιά στιγμή που η δικιά του επίβλεψη θά είχε αδυνατίσει, όταν ακριβώς νόμιζε ότι τό κατείχε τώρα ικανοποιητικά καί κουρασμένος θά είχε γείρει μιά στιγμή, γνέφοντάς του μʼ ένα ησυχασμένο χαμόγελο νά τόν περιμένει γιά λίγο ώσπου νά ξαναβρεί τήν χαμένη του ανάσα, ώσπου νά δυναμώσει ξανά ώστε νά μπορέσει τώρα νά τό ευχαριστηθεί, νά μπορέσει νά απολαύσει ό,τι ο ίδιος ο τρόπος τής δημιουργίας του τού είχε υποσχεθεί από παλιά, όταν είχε ξεκινήσει αυτόν τόν δρόμο που τόσο τόν ενδιέφερε καί σάν όνειρο τότε, τίς πρώτες στιγμές μετά τό δύσκολο ξεκίνημα, όταν έστρεφε κάπου κάπου τό κεφάλι, ζούσε αυτό που συνέβαινε τώρα· αυτήν ακριβώς τή μικρή στιγμή τής ανάπαυλας, λίγο πρίν απλώσει τά χέρια καί εγκαταλειφθεί στήν εξουσία τού δημιουργήματός του… Είναι τό έδαφος λοιπόν που απομακρύνεται. Είναι τό έδαφος που δέν τού ανήκε ποτέ καί που τώρα αποσύρεται στήν δική του γωνιά, χωνεύοντας μέ μισόκλειστα μάτια τήν τροφή του καί αγνοώντας τον… Αυτός δέν είναι πιά παρά ένας μακρυνός συγγενής. Ένας φτωχός ενοχλητικός επαίτης, που δέν έχει σέ τίποτʼ άλλο νά ελπίζει παρά σʼ αυτήν τήν αναγνώριση τής συγγένειας· ένα προνόμιο που έχει φτάσει τώρα νά τό ζητάει μʼ επιμονή, που κρέμεται μʼ απελπισία επάνω του, μέ μιά πικρή γεύση νά τού ξεραίνει τά χείλια, μέ μιά στεγνή γλώσσα νά τραυματίζεται αγωνιώντας στήν στυφή της κοιλότητα, μέ τήν ασφυκτική αίσθηση τής οδυνηρής διαστολής τών πνευμονικών του κυψελίδων που αδυνατούν νά συγκρατήσουν τόν αέρα, μέ δυό ξαφνικές τσεκουριές στά γόνατα… Αυτός! Που πρίν κοιτούσε χαμογελώντας τήν ερημία τού χώρου (μιά ύλη ασχημάτιστη, παρακλητικιά στά φλογερά του χέρια, ένα έντρομο βλέμμα που τό κέντρο του σπαρταρούσε, κάτι άτονες φλέβες που τίς δονούσε σιγά σιγά ο δικός του σφιγμός), που ανίχνευε σέ μακρυνούς περιπάτους στό εσωτερικό του τήν απορροφητικότητά του πρίν απʼ τήν δικιά του εκπομπή, μέ τήν αίσθηση πως μπορούσε νά τού αρνηθεί σέ οποιαδήποτε στιγμή, γιά ένα μικρό καπρίτσιο τής καρδιάς του, τήν επαφή, πως αυτό είχε προσκληθεί σʼ ένα παιχνίδι, κερδισμένο κιόλας απʼ αυτόν, μέ τούς μικρούς του πόθους που τούς κυοφορούσε ανύποπτο, πως ό,τι τού προσφέρονταν τώρα από αυτό τού ανήκε γιά πάντα γιατί καί τί θά μπορούσε νά κάνει εκείνο χωρίς αυτόν; Χωρίς αυτόν ήταν ένα τοπίο χωρίς θέα, τό περιεχόμενό του τό κρατούσε αυτός στά χέρια του καί τό μόνο που είχε δώσει, τό μόνο που είχε δώσει ήταν μιά εκκίνηση, μιά μικρή ώθηση, που φαίνονταν τότε τόσο αθώα, τόσο αδύναμη νά κάνει τά πρώτα της βήματα, μά που όμως ξαφνικά, εδώ καί λίγον καιρό, αρνιώταν επίμονα νά εγκαταλείψει τήν αρχική της ταχύτητα, η οποία αυτόν, τώρα πιά αλλοίμονο, είχε πάψει νά τόν χρειάζεται· μάλιστα ούτε κάν σάν ανάμνηση δέν τόν περιείχε πιά.
Μετά απʼ όλα αυτά, τό ενδεχόμενο νά είχε γραφεί έτσι, αποκλείστηκε εντελώς.
(60)
Τέλη 1976
Αυτόν τόν καιρό… περνάει τήν χειρότερη περίοδο τής ζωής του.
Κάπου κάπου, σέ μιά από ʽκείνες τίς στιγμές τής παραμορφωμένης καί ύποπτης γαλήνης που στή διάρκεια μιάς αναπάντεχης ανάπαυλας είναι πιθανόν νά εμφανιστεί -όσο κρατά, μέσα απʼ τούς χαμηλωμένους ξαφνικά θορύβους, μπορεί νʼ ακούσει στήνοντας προσεκτικά τό αυτί του τό αργό σούρσιμο τού παλιού στομωμένου μαχαιριού που αγωνίζεται νά κόψει τά τεντωμένα του στοιχεία-, προσπαθεί νά εκτιμήσει τήν κατάστασή του προτείνοντας αυτό ή τό άλλο μέτρο γιά σύγκριση, μά χωρίς πάθος, μέ κάποια μικρή αδιαφορία γιά τό συμπέρασμα τής κάθε φοράς, σάν νά πρόκειται γιά μιά εντελώς ασήμαντη υπόθεση που δέν τόν αφορά παρά έμμεσα, σάν νά ανέλαβε γιά χάρη μιάς καινούργιας φιλίας νά ερευνήσει τά αίτια κάποιας ακαθόριστης συμπεριφοράς ενός ενοχλητικού μεσάζοντος που φοβίζει τόν άλλον τόσο ώστε νά τού ζητήσει αυτή τή χάρη γιά λογαριασμό του καί που αυτός δέν είχε βρεί τήν δύναμη νά τήν αρνηθεί. Επειδή αυτή η φιλία, όπως καί κάθε άλλη άλλωστε, που μόλις άρχιζε, [[[σχεδόν δέν επιτρέπονταν παρά μιά μικρή επαφή καί μάλιστα όχι έτσι απλά όπως πλησιάζει κανείς κάτι γνωστό από παλιά που τήν προσωπικότητά του τήν έχει μάθει αρκετά καλά ώστε μέ λίγες επιδέξιες κινήσεις (που τίς κάνει μʼ έναν αέρα σιγουριάς σάν νά κρατά κιόλας στά χέρια του τό αποτέλεσμα τής προσέγγισης) διασχίζει τώρα ξανά, έχοντας πιά στό πλάϊ του έναν κατακτημένο χαμογελαστό σύντροφο, απʼ τήν αρχή αργά αργά τόν ίδιο δρόμο ώς αυτόν γιά νά τόν διασκεδάσει, αλλά μέ μεγάλη προσοχή, επειδή η ευαισθησία τού άλλου στίς περιοχές που επρόκειτο νά θιγούν ήταν άγνωστη καί υπήρχε κίνδυνος η επιδεξιότητα που είχε αποκτηθεί από παλιότερες φορές νά γίνει αυτή ακριβώς (((γιατί μιά επιδεξιότητα που έχει κερδιθεί μέ κόπο, μέ επαναλαμβανόμενες προσπάθειες, μέ τήν προσεκτική συγκέντρωση όλων τών προηγούμενων εμπειριών καί μέ τήν επίμονη συμπύκνωσή τους μιά στιγμή πρίν επιχειρηθεί η καινούργια κίνηση, ώστε νά μήν επαναληφθούν παλιότερα σφάλματα, πολλές φορές μέ τήν οδυνηρή παραμέληση άλλων επιτακτικών αιτημάτων που αγωνιούν υπομένοντάς την εξ αιτίας τής, ίσως όχι εκτιμημένης τελειωτικά μά ωστόσο προσωρινά τουλάχιστον, ταπεινότερης καταγωγής τους, μιά λοιπόν τέτοιου είδους επιδεξιότητα έχει μιά δικιά της κεκτημένη ταχύτητα, έναν δικό της τρόπο συμπεριφοράς που όσο κι άν έχει πληρωθεί ακριβά είνʼ η αλήθεια, ωστόσο εδώ θά έπρεπε νά υποχωρήσει όπως καί άλλες πρίν απʼ αυτήν παλιότερα, τότε που υπήρχαν ακόμα περιοχές άγνωστες μέ μιάν έντονη παρθενικότητα που προκαλούσε, είχαν παραχωρήσει τήν θέση τους γιά νά σχηματισθεί η καινούργια. Παρʼ όλα αυτά μιά τέτοιου βαθμού επιδεξιότητα έχοντας πίσω της έναν φορέα μέ μιά μακρυά σειρά μεταμορφώσεων νά τόν χαρακτηρίζει κι ακόμα έχοντας σοβαρές ελπίδες νά είναι τό προϊόν μιάς από τίς τελευταίες ή τουλάχιστον τίς πρότελευταίες από εκείνες που αυτός έχει τήν αντοχή νά προσπαθήσει ακόμη, είναι πολύ δύσκολο άν όχι εντελώς αδύνατο νά παρακαμφθεί))) εκείνη που θά κατέστρεφε τήν προσπαθεια]]], πρόβαλλε μισοκλείνοντας ηδονικά τά μάτια τίς υποσχέσεις της, σαγηνευτική, γνωρίζοντας τήν γοητεία που τής χάριζε η απουσία τού παρελθόντος της που μπορούσε γιά τήν ώρα νά μή τό φοβάται -ακόμα τό μπροστινό του μέρος σχεδόν δέν είχε φτάσει, ενώ τό υπόλοιπο έμενε καλά κρυμμένο από τά μάτια όλων καί πολύ περισσότερο εκείνου-, καί τότε τή στιγμή τής αίτησης εκείνος βιάστηκε νά δεχτεί, επειδή πώς θά μπορούσε κανείς νά αδιαφορήσει γιά τέτοιες υποσχέσεις; Ενώ τώρα που η πρόθεση τής εκκίνησης έχει πιά μολυνθεί από τήν επαφή μαζύ της, τώρα που αυτή η αίτηση έχει καταχωρηθεί στό παρελθόν της -ένα μικρό εμπόδιο που πιθανόν δέν είχε τήν πρόθεση νά εμφανισθεί σάν τέτοιο μά που δέν μπορεί νά αποφύγει νά είναι-, η προσπάθεια φαίνεται κουραστική. Προτιμά κανείς νά ονειροπολεί τήν εξέλιξη αυτής τής φιλίας. Νά εφευρίσκει, παρά νά κάνει.
(61)
Τέλη 1976
Ο άνθρωπος έπεται τού εαυτού του. Ζεί δηλαδή στό παρελθόν. Γιʼ αυτό μπορεί πάντα νά προσβληθεί τό μέλλον του από κατευθυνόμενες επιδράσεις κι έτσι νά προκατασκευαστεί η ζωή του.
Απʼ αυτή τήν άποψη, ο κόσμος τού Χάξλεϋ είναι πιό προχωρημένος από τόν κόσμο τού Όργουελ… Σήμερα όταν γεννιέται ένας άνθρωπος, έχει λίγο ή πολύ ένα μέλλον προκαθορισμένο. Όταν ανακαλύψει τόν εαυτό του στρέφεται συνήθως εναντίον τού παρελθόντος του, ενώ θά έπρεπε νά στρέφεται εναντίον τού μέλλοντός του.
“Άν τό μέλλον εξαρτιώταν απʼ τό παρελθόν θά τόχαμε κερδίσει χτές”, έγραφε ο τοίχος.
Εκείνο όμως που διαμόρφωσε τό παρελθόν είναι τό μή επιθυμητό από τήν εξουσία μέλλον.
Πράγματι λοιπόν. Αυτό που στέκεται εμπόδιο στό δρόμο δέν είναι τό κακό παρελθόν αλλά τό ανεπιθύμητο μέλλον.
Γιʼ αυτό καί όσο υπάρχει εξουσία τό μέλλον δέν θά κερδιθεί ποτέ.
“Οι άνθρωποι δέν είναι ίσοι μεταξύ τους”.
Αυτό είναι αλήθεια, κι αυτή η φράση θά μπορούσε νά κρεμαστεί σʼ έναν οποιονδήποτε τοίχο.
Θά ήταν δυνατόν όμως νά συμπληρωθεί από κάποιον περαστικό:
“Όποιος όμως προτείνει ένα οποιοδήποτε μέτρο σύγκρισης είναι ύποπτος!”.
Θά μπορούσε νά γραφεί:
“Ο κάθε άνθρωπος χωριστά, θά μπορούσε τά πάντα άν δέν εμποδίζονταν”.
(Άν θά τά μπορούσε ή όχι δέν μάς ενδιαφέρει. Εκείνο που μάς ενδιαφέρει είναι νά μήν εμποδίζεται.)
Ωστόσο σήμερα οι άνθρωποι είναι άνισοι!
Ώστε εκείνα που δίνουν περιεχόμενο σʼ αυτήν τήν ανισότητα είναι:
Η ποσότητα τών απαγορεύσεων που συνάντησε κανείς στόν δρόμο του καί η ένταση καί η διάρκεια μέ τήν οποία εξασκήθηκε επάνω του κάθε μιά απʼ αυτές.
(62)
29-10-1978
“Εκείνο που περισσότερο απʼ όλα μʼ ενοχλεί σέ ʽσένα”, είπε, “είναι η αδιάκοπη τάση σου νά επαναλαμβάνεις. Γίνεσαι τόσο άσχημος κάθε φορά που υποκύπτεις στίς επικλήσεις της καί μέχρι τώρα, σέ όλο αυτό τό μακρύ διάστημα που γνωριζόμαστε, δέν έχω καταφέρει νά απομονώσω, έστω καί μιά στιγμή, κάτι απʼ τήν συμπεριφορά σου που νά μήν είναι δικό της δημιούργημα. Φαίνεται νά τής ανήκεις ολοκληρωτικά· οι κινήσεις σου, οι εκφράσεις σου, ακόμα καί τά συναισθήματα που σού γεννούν οι ξαφνικές μεταβολές τής στάσης κάποιου αγαπημένου προσώπου απέναντί σου, καθορίζονται απʼ αυτήν σέ τέτοιο βαθμό, ώστε νά μήν περισσεύει τίποτε γιά ʽκείνο τό ιδιαίτερο κομμάτι τού εαυτού σου γιά τό οποίο εξακολουθείς νά τρέφεις παρʼ όλα αυτά καί νά συντηρείς τήν αυταπάτη τής ιδιοκτησίας. Τόσο μέ έχει εκπλήξει αυτή η κατοχή -δέν φαίνεται κανείς νά κουράστηκε ποτέ γιά τήν πραγματοποίησή της, μάλιστα αμφιβάλλω άν έγινε ποτέ καμμιά προσπάθεια που νά σέ αφορά ιδιαίτερα-, τόσο καλός συνεργάτης της έχεις σταθεί μέχρι τώρα, ώστε έχω αρχισει νά αναρωτιέμαι σοβαρά μήπως κι εσύ δέν είσαι, ολόκληρος, μʼ ό,τι σʼ έχει μέχρι τώρα χαρακτηρήσει καί σʼ έχει διαχωρήσει απʼ τούς υπόλοιπους, μιά ακόμα επανάληψη γνωστών ήδη από καιρό καί καθησυχασμένων σέ κάποια γωνιά τού σύμπαντος διαμορφώσεων που απαυδισμένες από ποιός ξέρει πόσους αιώνες ανίας καί αναμονής καί υπακούοντας στήν ίδια παρόρμηση, συγκέντρωσαν τίς σκόρπιες προεκτάσεις τους καί σού έδωσαν μορφή επαναλαμβάνοντας τόν εαυτό τους… Τί θλιβερή που είναι αλήθεια μιά τέτοια προοπτική. Καί τί άθλια μισοφαίνεται πίσω της κρυμμένος ο περίφημος μύθος τής μοναδικότητάς σου… Νά συγκρατήσεις· νά μεταδώσεις· τί άχρηστες παρορμήσεις. Κι εκείνος ο επιθανάτιος ρόγχος: “Νά επικοινωνήσω!Νά επικοινωνήσω! Όχι νά μιμηθώ!”.
(63)
1978
“Πρέπει νά είσαι πολύ τρυφερός μʼ αυτά τά κομμάτια”, είπε, αποτραβηγμένος στό βάθος, ώστε νά μή βλέπω τή χυδαιότητα τού ασήμαντου προσώπου του. “Ακόμα κι ένας τόσο μικρός καθρέφτης είναι κάτι δύσκολο, άν όχι αδύνατο νά προσδιοριστεί εντελώς. Η δικιά μου φαντασία, παραδείγματος χάριν, είναι πραγματικά ανίκανη νά συλλάβει πώς είναι δυνατόν νά συγκεντρώνεται ταυτόχρονα στήν επιφάνειά του τό είδωλο τού μισού σύμπαντος· καί μάλιστα όχι μόνο αυτό, αλλά, άν λάβει κανείς υπʼ όψιν του καί τήν σχεδόν σίγουρη πιθανότητα πως κάπου απέναντί του βρίσκονται κι άλλοι καθρέφτες που τόν αντικρίζουν μέ διαφορετική γωνία ο καθένας, καί τό υπόλοιπο μισό. Καί ίσως όχι μόνάχα αυτό. Αλλά, άν θελήσει κανείς νά γίνει πιό τολμηρός, αυτό τό μικρό κομματάκι επαργυρωμένο γυαλί φαίνεται νά περιέχει στό ανύπαρκτο εσωτερικό του, δυνατότητες που ποτέ κανείς δέν ονειρεύτηκε. Επειδή οι άπειρες οπτικές γωνίες απʼ όπου ξεκινούν οι παραστάσεις που ορμούν μέ χαρά γιά νά περάσουν μέσα απʼ τή μικρή πορτούλα τής επιφάνειάς του στόν θαυμάσιο κόσμο που τούς ανοίγεται στό βάθος, προσθέτουν η κάθε μιά τήν αιφνιδιαστική παραδοξότητά της στό σύνολο, δίνοντάς του μιά τέτοια ποικιλία, ώστε είμαι σχεδόν σίγουρος πως άν σʼ αυτόν τόν κόσμο υπήρξε κάποτε ένας θεός, δέν μπορεί παρά, σέ κάποια ανύποπτη στιγμή, η ανταύγεια απʼ τή συγκέντρωσή του σέ κάποιο ιδιαίτερο σημείο τού χώρου, ή η εντελώς ξεχωριστή διευθέτηση τού περιβάλλοντος ώστε νά υποδεχτεί τά στοιχεία που τόν συνοδεύουν, η μοναδικότητα τέλος αυτής τής συγκεκριμένης στιγμής, νά έχουν συλληφθεί από κάποιον καθρέφτη στραμμένον τυχαία πρός αυτήν τήν κατεύθυνση.
Εκεί λοιπόν, στό εσωτερικό του, κάπου ανάμεσα σʼ όλες αυτές τίς πράξεις βίας που έχουν καταγραφεί, περιφέρεται ίσως ακόμα, παραμορφωμένη πιθανόν από τήν κοντινή τους παρουσία, κι αυτή η έξοχη σύμπτωση. Ίσως κάποτε μπορέσεις νά μπείς μέσα του καί μάθεις νά αποκρυπτογραφείς. Αλλά μήν παραλείπεις μέχρι τότε νά κοιτάς κάπου κάπου τούς μικρούς καθρέφτες που μάς περιβάλλουν. Ίσως μάλιστα δέν θάπρεπε νά αποφεύγεις νά κοιτάς τό πρόσωπό σου, όπως σʼ έχω δεί νά κάνεις τόσες φορές στό παρελθόν. Μήπως κι αυτό δέν είναι μιά πράξη βίας που έχει επιβληθεί στό περιβάλλον που αποτελεί τόν ιδιαίτερο χώρο τής ύπαρξής σου; Είναι πολύ πιθανόν λοιπόν ότι κάτι κρύβεται πίσω του. Κάτι ίσως φριχτότερο απʼ αυτό τό ίδιο, αλλά όμως μήπως καί γιʼ αυτό λιγότερο άξιο νά γίνει δεκτό μέ τρυφερότητα; Δέν έχουμε μάθει ακόμα νά αποκρυπτογραφούμε. Η μοναδική μας ικανότητα, τό μόνο στοιχείο απʼ αυτά που κουβαλάμε μέσα μας, που κατόρθωσε νά εξελιχθεί σέ λεπτότερες καί πιό ευγενικές βαθμίδες στή διάρκεια όλων αυτών τών χιλιάδων θλιβερών χρόνων τής εξορίας, είναι η ικανότητά μας νά υποψιαζόμαστε. Καί σʼ αυτήν πρέπει νά στηριχτούμε. Επειδή μόνον έτσι υπάρχει η δυνατότητα νά ανακαλύψουμε κάποτε τήν ευγενικιά μας καταγωγή. Καί είναι πολύ πιθανόν, είναι πολύ πιθανόν τότε νά αλλάξουν εντελώς οι βασικές μας ιδιότητες. Όσα μάς φαίνονται σήμερα ξένα, προορισμένα νά μάς υπηρετούν, άξια κάθε περιφρόνησης όταν δέν εκπληρώνουν καλά αυτή τή φαινομενική αποστολή τους, ίσως τότε αποδειχτούν οι πιό στενοί μας συγγενείς, οι πιό ανεξίκακοι καί υπομονετικοί φίλοι, που, χάρις στήν επίγνωση τής επερχόμενης ένωσης, χάρις στίς ανεπαίσθητες υπομνήσεις παλιών λησμονημένων ηδονικών επαφών, εξακολουθούν νά υπομένουν τήν αδέξια συμπεριφορά καί τήν αποτυχημένη ευαισθησία που χαρακτηρίζει τό είδος μας”.
(64)
1978
Μεσημέρι… νηστικός… ντροπιασμένος… Μπροστά μου τό χάος, πίσω μου τό χάος, μέσα μου, αλλοίμονο, τά γελοία αποτελέσματα τής τακτικής εκτέλεσης τών καθημερινών προγραμματισμών που ποτέ δέν τούς θέλησα, ακόμα κι όταν περίμενα μέ αγωνία νά εξελιχθούν…
Ώ λεπτές μελαγχολικές αποχρώσεις τών μικρών ηδονών που εγκαταλείφθηκαν βιαστικά στή μέση. Ώ ευτυχισμένοι καί σείς που ακόμα μέσα σας δονείται η ευαίσθητη χορδή, ώστε νά προλαβαίνετε τήν τελευταία πνοή απʼ τό τρυφερό τους άρωμα όταν, καθώς σηκώνουμε τό κεφάλι, η ύποπτη ησυχία μάς οδηγεί βιαστικά απʼ τούς στενούς διαδρόμους στίς τεράστιες αγαπημένες πόρτες καί φέρνει ξαφνικά τήν ανήσυχη ματιά μας, πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τήν τυχαία αταξία τών παιδικών δωματίων…
Προγραμματισμένος… προγραμματισμένος. Προκαθορισμένος. Χωρίς ελπίδα… Ποιός έγραψε: “Δέν φοβάμαι τίποτα, δέν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος!”; Ήταν λάθος! Έπρεπε νά γράψει: “Δέν φοβάμαι τίποτα, δέν περιμένω τίποτα, είμαι προγραμματισμένος!”
Γράφω εδώ τά απότομα τινάγματα τού κεφαλιού, τήν αλαφιασμένη ανάσα, τίς ξαφνικές στροφές πάνω στίς φτέρνες, τά γρήγορα κλεισίματα τής πόρτας, τά δάχτυλα που ψηλαφούν απελπισμένα τόν τοίχο γιά νά βρούν τόν διακόπτη, τόν πανικό τού τελευταίου σκαλοπατιού, τήν αγωνία τών μικρών επαναλαμβανόμενων πόνων τής νύχτας, τή μεγάλη παχύρευστη αίσθηση τού λάθους που ευθύνεται γιά τόν τρόπο τής ύπαρξής μου καί γιά τήν άθλια ικανοποίηση τού δικαιώματος που νοιώθω ότι έχω νά τό επικαλούμαι…
Γράφω εδώ τήν αίσθηση τής ερημίας μέσα στούς πολυσύχναστους δρόμους, όταν εκτελούμε δύσκολες διαδρομές γεμάτες μικρές οδυνηρές αλλαγές, γεμάτες ανεπαίσθητους ελιγμούς που παρατάσσονται στόν χώρο σέ μιά μακρυά κυματιστή ουρά που μάς ακολουθεί μεγαλώνοντας διαρκώς, καθώς προσπαθούμε νά αποφύγουμε τά πρόσωπα μέ τίς ζωγραφισμένες κατευθύνσεις στό μέτωπο καί τήν σκληρή απόφαση στά μάτια που έρχονται κατʼ απάνω μας… Τής ερημίας που μάς δημιουργεί η αίσθηση πως ο καθένας μας έχει τήν δικιά του μικρή ιδιοκτησία, που μέ τή σειρά της τόν περιορίζει καί τόν κατέχει εντελώς, απαγορεύοντας στούς ξένους νά τήν διαπεράσουν, απλώνοντας τήν διαχωριστική της μεμβράνη μέ εξαιρετική επιμέλεια ώστε νά καλύπτονται καί οι πιό ασήμαντες προεκτάσεις καί που κάθε φορά τόν καλεί νά θαυμάσει τό έργο της, όταν τελειώνει κάποια επισκευή σʼ ένα ρήγμα, όταν έχει αποκόψει οριστικά πιά τήν αιχμή μιάς έντονης διείσδυσης που τήν διαπέρασε προσωρινά κι έχει αφομοιώσει ό,τι απέμεινε απʼ αυτήν στά τοιχώματά της…
Κλείνω τά μάτια κι απλώνω τό χέρι στό σκοτάδι. Υπάρχουν κρυμμένα πράγματα σʼ αυτόν τόν κόσμο. Ανάμεσά τους κυματίζουν σάν κουρέλια που πέφτουν οι διαδοχικές παραμορφώσεις τής ύπαρξής μου. Εγκαταλείπω τά υπόλοιπα κουρέλια μου. Μαζεύομαι σάν χλιαρή αναμονή τών επερχόμενων επαφών στίς ρόγες τών ερεθισμένων μου δακτύλων…
(65)
1978
Ιοκ. Οιδίποδα τί πάθανε καί γιατί γαυγίζουν έτσι αυτά τά σκυλιά;
Οιδ. Μή βγαίνεις στό παράθυρο. Κανείς δέν συγχώρεσε μιάν ηδονή στήν οποία δέν μπόρεσε νά πάρει μέρος. Εγώ δέν τόκανα ποτέ. Κι άν ήμουν ένας απʼ αυτούς δέν θάχανα τήν ευκαιρία νά εκδικηθώ. Έχει κάτι μανάδες εκεί κάτω λυσσασμένες γιά τούς γιούς τους, κάτι πατεράδες που βιάζουν τίς κόρες τους στά όνειρά τους κάθε βράδυ· κάτι αδέρφια που τά χώρισαν απʼ τίς αδερφές τους όταν πλησίαζε η στιγμή νά γίνει τό παιχνίδι έρωτας γιά μεγάλους, χωρίς νά τούς εξηγήσουν ποτέ γιατί. Άν μάς πετροβολούσαν μέ τίς ενοχές τους θά γκρέμιζαν τό σπίτι καί θά βούλιαζε ο τόπος.
Ιοκ. Καί τότε γιατί βγήκες καί τούς τόπες!
Οιδ. Γιατί λογάριαζα νά γκρεμίσω τόν τοίχο μέ μιά κατακεφαλιά στή μέση· λές καί υπάρχει κανένας τοίχος! Αυτοί τόν είχαν βάλει στήν κωλότσεπη, όσο έμεναν ο καθένας μόνος του, καί τόν έβγαζαν όταν ήταν μπροστά οι άλλοι. Ά! η καταραμένη φάρα· παπαδαριό, αρχόντοι, τσιφλικάδες, τσιράκια μέ πέννες καί φτερά κι από πίσω εκείνο τό ρημαγμένο σκυλολόϊ που δαγκώνει στό λαιμό τά παιδιά του όταν τού λένε τήν αλήθεια. Τούς έχω σιχαθεί. Βαρέθηκα.
Ιοκ. Αγάπη μου!Αγάπη μου! Τό ξέρεις πως δέ σέ φίλησα ούτε μιά φορά σήμερα; Αγάπη μου!
Οιδ. Όταν μιά ζωή ολόκληρη αρπάζουν τό ευγενικό πάθος που ξεχύνεται σάν καταρράχτης απʼ τούς ανθρώπους καί τούς βάζουν μέ τό ζόρι νά τό θάψουν κάτω απʼ τήν αξίνα τους, νά τό κομματιάσουν μέ τά εργαλεία τους, πώς μπορεί νά παρασυρθεί κανείς μέ μιά τέτοια απλοϊκιά ευκολία, σάν εμένα, καί νά πιστέψει πως υπήρχε έστω καί μιά μικρή πιθανότητα νʼ ακούσουν τήν καρδιά τους καί νά κάνουν επιτέλους γιά μιά φορά εμετό τίς αηδιαστικές σάλτσες που δηλητηριάζουν τήν φωνή της, άν τούς άφινε νά δούν τή δική του γυμνή! Πώς δέν σκέφτηκα ότι τό μόνο που εκτιμούν είναι η γύμνια τών αγαλμάτων; Πανάθεμα τούς καλλιτέχνες· συνήθησαν τόν κόσμο νά κλαίγεται γιά ό,τι τού έχουν αρπάξει. Είμαι πεζός, στεγνός· μού λείπει τό άλλο μου μισό. Πρίν σέ γνωρίσω ήμουν αφυδατωμένος, οι κλειδώσεις μου τριβόντουσαν, έτριζα σάν σκουριασμένη πόρτα. Καί τώρα δέν έπαψα νά είμαι καταδικασμένος, τό ξέρω, αλλά τώρα τό πάθος μου είναι σάν μωρό στήν αγκαλιά σου. Σάν ελιά έχω ριζώσει μέσα σου. Τό κορμί μου αναζητά συνεχώς τήν επαφή τού δικού σου. Όπως στέκεσαι τώρα γυμνή μπροστά στόν καθρέφτη τά κύτταρά μου περνούν μέσα από τά μάτια μου καί ρουφάνε τούς ώμους σου σάν χείλια. Δέν μού χρειάζεται νά δικαιολογήσω τίποτα. Δέν μού χρειάζεται κανένα πρόσχημα. Η δικιά τους στέρηση κάνει τό κορμί μου νά φουσκώνει από πόθο γιά ό,τι έχει απαγορευτεί γιά τούς ηλίθιους δούλους. Νοιώθω νά απλώνομαι πάνω σʼ όλα. Οι άγνωστες δυνατότητες που μέ σπρώχνουν πέρα απʼ τήν κοντόφθαλμη χυδαιότητα τών ομοίων μου αναδεύονται ανυπόμονα μέσα μου. Ήσουν η κλειστή πύλη που τής επέτρεπαν νʼ ανοίγει μιά φορά γιά νά πετάξουν σʼ ένα κελί τόν επικίνδυνο φορέα τους. Μά εγώ θά βγώ, θά βγώ γιά νά ξανακερδίσω τήν χαμένη μου κληρονομιά. Ακόμα κι αυτοί οι αχρείοι τό διαισθάνονται. Τούς έχουν καταντήσει σκουλίκια κι όμως η αρχαία φλόγα δέν λέει νά πεθάνει μέσα τους. Τό παθος μου γιά σένα γυναίκα είναι πάθος γιά τή λευτεριά. Τόν τοίχο, όπως κι άν είναι, τόν χτύπησα κατακέφαλα στή μέση. Ράϊσε κιόλας. Κάποτε θά πέσει.
Ιοκ. Ήθελα νάμουν αθάνατη. Θά γένναγα τούς εραστές μου εγώ η ίδια.
Οιδ. Πόσο είναι δύσκολο γιά μιά γυναίκα νά δεί έξω απʼ τήν αγκαλιά της! Κι άν τό καταφέρει χάνει τά νερά της. Όχι. Τό όπλο είναι ο άντρας. Η εκδίκηση τίμησε τήν δικιά σας φύση· τό αναγνωρίζω. Μπήκε μέσα σας. Σάς έβαλε νά γεννάτε συνεχώς τό χέρι που θά τήν δικαιώσει. Καί τά κατάφερε τόσο καλά που τό χέρι τήν ξεπέρασε καί τήν ίδια. Αλλά χωρίς εσένα δέν μπορώ νά κάνω τίποτα. Πρέπει νά περάσω από μέσα σου. Μόνο που δέν θά σταματήσω στήν εκδίκηση. Συγγενεύω καί μέ κάτι που τήν ξεπερνά. Εγώ δέν θέλω νά εκδικηθώ μονάχα. Θέλω τήν κληρονομιά μου.
Ιοκ. Νά τήν πάρεις αγάπη μου. Αλλά περνώντας μέσα μου. Μήν τό ξεχνάς. Εγώ εδώ στέκομαι γυμνή νά στό θυμίζω.
Οιδ. Αυτή η γύμνια είνʼ η αθανασία σου. Αυτή γιάτρεψε τίς άρρωστες αισθήσεις μου τίς δηλητηριασμένες απʼ τίς αισθητικές που τίς πρόσβαλλαν ύπουλα όταν δέν μπορούσαν νά αμυνθούν. Θά μέ ακολουθήσεις όταν όλα θʼ αλλάξουν;
Ιοκ. Όχι, παιδί μου. Όχι. Σάν γιός μου δραπέτευσες από πάνω μου χωρίς εγώ νά μπορώ νά σέ κρατήσω. Σάν εραστής μου θέλεις νά μέ περάσεις γιά κάτι περβόλια που δέν μπορώ νά φανταστώ. Πάντα έφευγες. Εγώ είμαι τό χώμα που μένει. Άν αυτό είναι μιά καταδίκη, τότε είμαι ευτυχισμένη που πρόσεξαν ώστε νά εκτελεστεί σωστά. Η ρίζα σου είναι βαθειά χωμένη μέσα μου. Όταν φύγεις, τούτη τή φορά, θά χαθούμε κι οι δυό, κι εγώ κι αυτή. Δέν θά μάς χρειάζεσαι πιά. Όμως ούτε κι εμείς θά σέ χρειαζόμαστε. Μά τώρα σέ θέλω. Αγάπη μου, τό ξέρεις πως δέ σέ φίλησα ούτε μιά φορά σήμερα; Αγάπη μου!
(66)
1978
Έτσι που μιά μέρα νά πούν:
“Αυτός ο άνθρωπος θέλησε κάποτε νʼ αυτοκτονίσει· αρνιώταν τίς μεταβολές του!”.
Είμαστε κάτι που πέφτει πρός τά πράγματα;
Ίσως όχι! Αλλοίμονο.
Ίσως είμαστε κάτι που πέφτει από τά τά πράγματα.
Η πορεία μας αδερφέ μου… κι αυτό τό «αδερφέ μου» είναι η θλίψη μου.
Κρυμμένος πίσω απʼ τή γωνιά, σάν τόν χαφιέ τόν σύντροφό μου σέ παραφύλαξα μικρέ μου αδερφέ.
Τέτοιες στιγμές αλήθεια είναι παράξενες καί δύσκολες έτσι που θάλεγε κανείς:
“Λίγο πιό πρίν ο πιό στενός μου φίλος ήταν η καρδιά μου. Τώρα που τήν ακούω μʼ ενοχλεί”.
Τήν ώρα που είχες ξεχαστεί καί δέ φοβόσουν…
σίγουρος πως τήν πορεία μας κάποιος τήν παρακολουθεί μέ μεγάλο ενδιαφέρον…
Όχι! σάν τήν τροχιά τής λέρας από τά νύχια μιάς όμορφης ξετσίπωτης παραδουλεύτρας, που αφού τήν έξυσε καί τήν στρογγύλεψε στά δάχτυλά της τήν πέταξε στό πάτωμα κι έπειτα μέ μιά κλωτσιά τήν έσπρωξε κάτω απʼ τό χαλί… Νά η πορεία μας! Έτσι μάς πετάξανε! Κι από πάνω μας σωριάστηκε τό χαλί… Τήν παραδουλεύτρα! Τήν παραδουλεύτρα έχει στόν νού του Εκείνος!
(67)
1978
Μού χάρισαν ένα σπίτι καί μού είπαν: “Εδώ θά μείνεις”. Μά εγώ είμαι τυφλός. Καί τό σπίτι αλλάζει τή διαρρύθμισή του χωρίς νά μπορώ νά τό συγκρατήσω. Εδώ ήταν πρώτα σκαλιά καί τώρα είναι ίσιωμα. Ψηλαφώ γιά τά κάγκελα καί πιάνω τόν ώμο σου. Ώστε υπάρχουν κι άλλοι συγκάτοικοι! Κι είναι τό ίδιο τυφλοί; Μιλώ κι εσύ δέ μʼ ακούς. Ίσως είσαι κουφός. Ίσως εσένα σού χάρισαν μιά μουσική.
Ίσως η ύπαρξή μας δέν είναι παρά ένα επίγραμμα σέ κάποιον οικογενειακό τάφο.
Μήπως μπήκαμε σπίτι του τήν ώρα που εκείνος έλειπε;
Τά παλιά παραμύθια λένε πως είναι απέραντος
πως ταξιδεύει γιά μήνες καί χρόνια μέσα στόν εαυτό του πως έχει χάσει τόν δρόμο πολλές φορές.
Μήπως μάς έχουν στείλει νά τόν βρούμε;
Νά τόν ξαναφέρουμε πίσω;
Κι άν εκείνος ζήτησε μόνος του τήν γαλήνη;
Κι άν ήταν κυνηγημένος καί κουράστηκε;
Τότε εμείς λοιπόν τόν σπρώξαμε σʼ αυτό!
Πώς άντεξε τόσον καιρό νά μάς ακούει από πίσω του;
(68)
1978
Κι άν είναι νά χτίσω ένα βωμό σέ κάποιον
στήν προετοιμασία θά τόν χτίσω.
Στήν «αντικειμενική αναγκαιότητα τής ωρίμανσης».
Επειδή ίσως η εμφάνισή μου νά μήν είχε προβλεφθεί.
Επειδή ίσως σέ κάποια σκοτεινή γωνιά, στή διάρκεια μιάς γιορτής
όπου η αυστηρή επιτήρηση έγινε γενναιόδωρη εγκατάλειψη
-μιάς Άνοιξης που δέν επιτρέπεται κανείς νά ονειρευτεί κι αυτό αφίνει μιά έντονη υποψία-
όταν κάτι εξαίσια πλάσματα, μή βρίσκοντας πιό πρόχειρο τόπι ζούπηξαν τόν χρόνο σάν χιόνι μαλακό κι άρχισαν γελώντας νά τόν πετούν τό ένα στό άλλο, καθώς εκείνος βρέθηκε κάποτε ακίνητος, πρίν επιστρέψει κάποιο τή μπαλιά, σʼ ένα τέτοιο κλάσμα αυτής τής ανύπαρκτης στιγμής τό Χάος παίζοντας μέ μιά κακή σκέψη μέ φανέρωσε… Ενώ τήν άλλη στιγμή, όταν ο χρόνος άρχισε πάλι νά κινείται, έγινε -αλλοίμονο πολύ αργά- η πρόβλεψη τής εμφάνισής μου κι αμέσως η απαγόρευση που εκτοξεύτηκε αναζητώντας τά ίχνη τής δυνατότητάς της γιά νά τήν καταργήσει έπεσε επάνω μου. Κι αυτός είμαι εγώ! Μιά τέτοια σύγκρουση. Μʼ έχουν απαγορεύσει κι όμως υπάρχω. Η απαγόρευση μού ενσωματώθηκε. Αυτή είναι η μοίρα μου.
Κι άν είναι νά χτίσω έναν βωμό σέ κάποιον
στήν προετοιμασία θά τόν χτίσω.
Στήν «αντικειμενική αναγκαιότητα τής ωρίμανσης».
Επειδή μʼ έχουν μοιράνει αλλοπρόσαλλα
κι είμαι σάν ένας σπόρος που κόλλησε στήν ιδρωμένη χούφτα
στό τέλος μιάς καμπύλης διασποράς
καί βρέθηκε στήν τσέπη ενός σακκακιού, μέσʼ στά σκοτάδια
νά πνίγεται γιά λίγο αέρα
νά βασανίζεται από κάποιαν ανάμνηση φωτός
μέ μιάν αβάσταχτη εγγυμοσύνη
στό απροσδιόριστο μέρος τής αγέννητης ρίζας του
που δέν μπορεί νά σταματήσει νά επιθυμεί:
“Δώσʼ μοι πά στώ! Δώσʼ μοι πά στώ! Καί τά γάν έτι! Καί τά γάν!”.
Κι άν είναι νά χτίσω έναν βωμό σέ κάποιον
στήν προετοιμασία θά τόν χτίσω.
Στήν «αντικειμενική αναγκαιότητα τής ωρίμανσης».
Επειδή μού έχει απαγορευθεί η κληρονομική ευγένεια τών πραγμάτων
που μέ εξαιρετική επιμέλεια διατηρούν τήν φθορά τους
κι αρνούνται περήφανα νά επιστρέψουν
σέ μιά μορφή που έχει πιά βιαστεί.
Επειδή είμαι ένας άνθρωπος προδομένος απʼ τόν εαυτό του:
“Ο εαυτός μου είναι ένα χέρι που μέ σηκώνει κάθε φορά που πέφτω στό έδαφος”
που τόν αναγκάζει μέ πείσμα νά προσπαθεί νά επιστρέψει.
Επειδή εκείνος μού αρνείται τή φθορά μου που μέ μεταβάλλει
καί που ωστόσο αυτή γίνεται πιά ό,τι είμαι εγώ κάθε φορά.
Κι έτσι έχω ανάγκη νά θυμάμαι ποιός είναι ο εχθρός μου.
Κι άν είναι νά χτίσω έναν βωμό σέ κάποιον…
Επειδή μού επεβλήθη η ιδιοκτησία καί μού απαγορεύτηκε η χρήση. Μού απεκρύβησαν οι τρόποι τής χρήσης, η έκταση καί τό είδος τής ιδιοκτησίας. Καί κάθομαι τώρα εδώ καί χάνω τόν καιρό μου προσπαθώντας νά μαντέψω, νά εφεύρω, νά διαλύσω σέ μικρά κομματάκια καί νά φτιάξω απʼ τήν αρχή ό,τι είναι ήδη έτοιμο, ήδη στά χέρια μου που δέν ξέρουν, που δέν επικοινωνούν, μέ μιά εμπειρία κερδισμένη κιόλας από παλιά μά σπρωγμένη βαθειά σέ περιοχές όπου τό φώς είναι λιγοστό, σχεδόν ανύπαρκτο, όπου μόνο τήν όσφρηση μπορεί νά χρησιμοποιήσει κανείς, γιατί η αφή είναι απατηλή καί ξεγελά μέ τήν επιφάνεια τών πραγμάτων καί στʼ αυτιά μου είναι τόσα χρόνια τώρα που απομακρύνεται χωρίς νά σβύνει ποτέ εντελώς τό κλάμα ενός μωρού. Τήν όσφρηση τής καρδιάς μου που επιμένει πως είμαι ο ιδιοκτήτης. Πως πρέπει νά ζητήσω τά δικαιώματά μου!
(69)
1978
Υψώνω τήν καρδιά μου πάνω απʼ τίς κραυγές τών λουλουδιών
αγγίζω τό χέρι που χάραξε τό σύμπαν·
μιά μονοκοντυλιά στήν πλάκα ενός αδέξιου παιδιού.
Κάνω τομές στά φύλλα τών τετραδίων τών ποιητών
διακρίνω μπροστά στό φώς τίς ίνες, τά νεύρα·
μʼ ένα λεπτό ξυράφι τίς απομονώνω.
Αδειάζω προσεκτικά σʼ ένα κασκέτο ναυτικό τή φύση·
ένας κουβάς κατουρημένος, μιά σαπουνάδα από παλιόρουχα·
μέ έξυπνο εμμετικό αποσπώ τήν λυρικότητα τών στοίχων.
“Αυτές είναι γραμμές γιά μουσική, γιά Σούμπερτ
γιά μασκοφόρους στρατευμένους, γιά σπυριά
σέ πρόσωπα αυνανισμένων κοριτσιών
αυτά είναι συνταγές γιά λογικούς ανθρώπους”.
Μέ ευγενικές κινήσεις αναιρώ τήν αίσθηση τής ομορφιάς απʼ όσους ξέρουν.
Ξεφλουδίζω τό λεπτό κλαδί τής ελιάς που τόσο απερίσκεπτα
σωριάζεται τό βάρος τού ανάπηρου κόσμου επάνω του
γιά νά ξεσκίσω τό άντερο τού ανύποπτου λευκού τους ταχυδρόμου·
“τό περιστέρι τής ειρήνης κουβαλάει τή σούβλα του στό στόμα”
Αφίνω τίς φωνές σας νά μέ προφτάσουν·
ώ, ʽσείς αθώοι. Εκδικηθείτε με.
Στό στήθος μου έχω τίς τρύπες που δέν στέριωσαν στό νερό
Τά μάτια μου τρέχουν σάν βρύσες τό ερμαφρόδιτο γεννητικό σας υγρό·
ώ, άν ακούγατε τά βάσανά του!
Αλυχτάει σάν τό δαρμένο σκυλί η απαγόρευση στούς τοίχους
“σώστε τούς τοίχους, σώστε τούς τοίχους!”.
Μέ καλογραμμένες πλάκες έχουν σκεπαστεί οι τάφοι τών επιθυμιών
καί οι διώκτες τους περιφέρονται μέρα μεσημέρι ανάμεσά σας στούς δρόμους
μέ γυμνασμένους κροκοδείλους νά ιχνηλατούν τίς δίπλες τών ρούχων σας.
Στό έλεος ποιών εγκαταλείπετε κάθε πρωΐ τούς αγαπημένους σας;
Υψώνω τήν καρδιά μου πάνω απʼ τίς κραυγές τών λουλουδιών
αγγίζω τό χέρι που χάραξε τόν κόσμο·
μιά μονοκοντυλιά στήν πλάκα ενός αδύναμου παιδιού.
Μέ μπράτσα από εύθραυστο γυαλί. Μέ δάχτυλα σάν βούτυρο.
Μʼ ένα κοντύλι καρφωμένο πέρα πέρα στήν παλάμη.
-Μιά ανάσα καυτερή ξεραίνει τά χλωρά του τά μαλλιά πίσω στό σβέρκο-
Τό χέρι που τʼ οδήγησε, τό χέρι που τʼ οδήγησε
τό χέρι που τʼ οδήγησε θέλω νά δαγκώσω!
(70)
1978
“Εσύ θά ήσουν ο χαμένος”, μού είπε, καί διέκρινα καλά στή φωνή του εκείνον τόν τόνο τής υποταγής σέ κάτι πολύ παλιό κι αναπόφευκτο που φαίνονταν νά τόν βασανίζει εδώ καί πολλά χρόνια καί που έχοντας χάσει κάθε ελπίδα ότι κάποτε θά τού ξέφευγε, σχεδόν είχε απαλλαγεί απʼ αυτό.
Σήκωσε τό χέρι του: “Δέν έχεις παρά νά κοιτάξεις γύρω σου γιά νά τό καταλάβεις. Εδώ που είμαστε. Τί κι άν σʼ άφιναν μέ μιάς όλοι οι φόβοι σου; Τί κι άν μέ μιά μαγική λέξη τούς έδιωχνες μακρυά; Κι όχι μόνο τούς πάνω πάνω φόβους που σέ καλύπτουν όπως τό δέρμα παρακολουθώντας μέ τήν εξαιρετική ελαστικότητα τής επιφάνειάς τους καί τόν πιό έξυπνο ελιγμό που η στρατηγική τών υποχωρήσεών σου -μιά τέχνη που πρέπει νά παραδεχτώ τίς υψηλές επιδόσεις που έχει κατακτήσει στό πρόσωπό σου- έχει επινοήσει μέχρι σήμερα, αλλά κι αυτούς που κρύβονται πίσω τους καί μόλις τούς υποψιάζεσαι, κι έπειτα αυτούς που βρίσκονται πιό βαθειά καί περιμένουν μʼ ανυπομονησία τή σειρά τους γιά νά εμφανιστούν, κι ύστερα τούς άλλους που χάνονται πιά στά σκοτάδια καί τούς οποίους κι εγώ ακόμα δέν τολμώ νά αναστατώσω έστω καί μέ τή σκέψη μου, καί που άν καί η ύπαρξη τών αλλεπάλληλων στρωμάτων που δημιουργούν, άν καί οι αυστηρά ιεραρχημένες τους στρώσεις είναι μιά αίσθηση που έχει μεταφερθεί μέχρις εμένα καί έχει επιζήσει -καί που τώρα στή μεταβιβάζω μέ τή σειρά μου-, ωστόσο η συνεχής τους ανάδευση, οι εσωτερικοί τους κυματισμοί, τούς επαναδιαθέτουν καί τούς επανακατατάσσουν διαρκώς, ώστε νά μήν μπορώ νά σού προτείνω κάποια οπτική γωνία ή έστω ένα σημείο παρατήρησης.
Κι αυτό επειδή αυτή η ιεράρχιση που μόλις μιά στιγμή πρίν ίσχυε, δέν εξυπηρετεί πιά, τήν αμέσως επόμενη, τό καινούργιο πλάσμα που έχει νά αντιμετωπίσει, εξ αιτίας τών μεταβολών που απʼ έξω πρός τά μέσα αλλά καί από μέσα πρός τά έξω, από δεξιά πρός τά αριστερά αλλά καί από τʼ αριστερά πρός τά δεξιά, καί διαγωνίως, καί αντιστρόφως, καί μέ όποια γενικά διάταξη κινήσεως μπορεί κανείς νά σκεφτεί, ακολουθούν σάν λαγωνικά τίς ενδείξεις γιά τό πού είναι πιθανόν νά σχηματιστεί ένα κέντρο· τό κέντρο τού πιθανού προηγούμενου πλάσματος που σού έλεγα· μιά προσπάθεια καταδικασμένη εκ τών προτέρων, όπως αντιλαμβάνεσαι κι εσύ, αφού εξ αιτίας αυτών ακριβώς τών κινήσεων αυτό τό πιθανό πλάσμα έχει ήδη ξεπεραστεί καί η αρχική ταχύτητα που είχε αναπτυχθεί κατά τήν εκκίνηση τού σχηματισμού του δέν αποτελεί τώρα παρά μιά συνιστώσα τής ταχύτητας πρός τή νέα κατεύθυνση όπου σύμφωνα μέ τίς καινούργιες ενδείξεις, σέ κάποιο σημείο της, είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχει αρχίσει η δημιουργία τού κέντρου του, κ. ο. κ.
Τί νομίζεις λοιπόν ότι θά κερδίσεις άν τά καταφέρεις νά απαλλαγείς απʼ όλα αυτά; Ξέρω πόσο σʼ έχει βασανίσει αυτή η προσπάθεια. Ξέρω πόσες ελπίδες έχεις στηρίξει επάνω της καί που άν καί ποτέ δέν κατάφερες νά ανακαλύψεις τί ήταν εκείνο που κρυβόταν πίσω απʼ αυτές, καί μέ τέτοια επιδεξιότητα τίς προκαλούσε τίς στιγμές ακριβώς που όλα φαίνονταν νά έχουν χαθεί κι η απελπισία είχε πιά αρχίσει νά σέ κατακλίζει ολόκληρο, ωστόσο δέν δίσταζες ούτε μιά στιγμή νά τίς δεχτείς τήν κάθε φορά κι άς σʼ έτρωγε πάντα η υποψία πως ο χρόνος που είχε κερδιθεί μʼ αυτόν τόν τρόπο δέν είχε κερδιθεί γιά λογαριασμό σου… Άκουσε”, συνέχισε κι ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στίς άκρες τών χειλιών του, σπρώχνοντας βαθύτερα εκείνη τήν αίσθηση τής υποταγής του που είχε αρχίσει εδώ καί ώρα νά προχωρεί μέσα μου αναζητώντας τόν χώρο που τής είχαν υποσχεθεί. “Έχω αναλάβει μιά δύσκολη αποστολή που τούς κινδύνους της μόνο στό τέλος θά μπορέσω ίσως νά εκτιμήσω σωστά καί τότε θά είναι μάλλον αργά καί γιά τούς δυό μας. Τί νομίζεις ότι θά περισσέψει άν τά καταφέρεις σʼ αυτή σου τήν προσπάθεια; Τί είναι εκείνο που σέ σιγουρεύει ότι όλος αυτός ο μόχθος σου δέν στρέφεται ακριβώς εναντίον αυτού που προσπαθείς νά κατακτήσεις; Μήπως όλοι αυτοί οι φόβοι, παρʼ όλο που φαίνεται νά σέ προδιαγράφουν καί νά σέ περιορίζουν τόσο βασανιστικά καί αυθαίρετα, δέν είναι παρά τό μοναδικό σου απόκτημα, τό εντελώς εξαιρετικό κομμάτι τής κοινής μας κληρονομιάς που σάν μιά σπάνια διάκριση σού ανετέθει η φύλαξη καί η καλλιέργειά του ώστε όχι μόνο νά διατηρηθεί σάν πολύτιμη περιουσία αλλά νά μπορέσει νά αποδώσει τούς καρπούς που είχαν κάθε δικαίωμα νά περιμένουν απʼ τήν θαυμάσια ποιότητά του, που επιτέλους γιά δικό σου λογαριασμό είχε κερδιθεί, αυτοί που ίσως ερήμην σου αλλά μέ κάθε καλή πρόθεση είχαν φροντίσει γιʼ αυτό! Μήπως αυτό που, μετά από τίς διαδοχικές εκτιμήσεις τών πενιχρών αποτελεσμάτων όλων σου τών προσπαθειών, φαίνεται σάν απελπισία, δέν είναι παρά ένα κάλεσμα νά ανταποκριθείς επιτέλους, ίσως ίσως εγκαταλείποντας τόν εαυτό σου μʼ αυτή τή διάθεση που τόσο καλά ξέρω πως αποδοκιμάζεις μέσα μου έχοντας αφίσει από καιρό νά παραπλανηθείς στόν χαρακτηρισμό της -κάθε άλλο παρά υποταγή θά μπορούσε νά τήν πεί ένας έξυπνος παρατηρητής-, στήν έξοχη αυτή επιδεξιότητα που τόσες φορές έχεις θαυμάσει καί που εκείνη δέν διστάζει καθόλου νά σέ τοποθετεί, σάν μιά απόδειξη τής καλής της προαίρεσης καί τής ειλικρίνειας τών προθέσεών της, στήν τόσο δύσκολο νά κατακτηθεί θέση τού ελεύθερου εκτιμητή τών ίδιων της τών δραστηριοτήτων;…
Πίστεψέ με, έχεις ξοδευτεί στό κυνήγι ενός φαντάσματος. Έχεις καταναλώσει τίς λιγοστές σου δυνάμεις, που μέ λύπη μου τίς βλέπω νά λιγοστεύουν περισσότερο από μέρα σέ μέρα, στήν ανίχνευση τής μοναδικής εκείνης στιγμής που γιά κάποιον άγνωστο λόγο -ίσως ίσως εξ αιτίας τής δικιάς σου θέλησης κι επιμονής που όπως πιστεύεις επηρεάζει τήν ροή τών πραγμάτων απλώς καί μόνο επειδή συμβαίνει, σάν ένα καινούργιο στοιχείο που μόλις πρίν δέν υπήρχε, νά ξεπηδάει από μέσα σου ξαφνικά καί αυθαίρετα αναγκάζοντας τό περιβάλλον νά τήν ενσωματώσει καί έτσι νά διαφοροποιηθεί μʼ έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο- αυτή η διαρκής εναλλαγή τών μεταβολών θά μπορούσε νά σταματήσει γιά ένα απειροελάχιστο κλάσμα, όσο ακριβώς χρειαζόταν, ή, πράγμα που ξέρω πως σέ γοητεύει περισσότερο, κι άν ακόμα τό περιβάλλον μπορούσε νά παραμείνει αδιάφορο συνεχίζοντας τήν πορεία του όπως πάντα, θά ήσουν εσύ εκείνος που θά μεταβάλλονταν απʼ αυτή τήν ίδια σου τήν δραστηριότητα μʼ έναν τέτοιο θαυμάσιο τρόπο, ώστε νά μπορείς νά βυθίζεσαι ολόκληρος μέσα στή μεταβολή σου τής κάθε φοράς, έτσι που νά μήν περισσεύει τίποτα γιά νά μείνει πίσω, καί τότε πιά, έχοντας αποκτήσει τήν ίδια ταχύτητα μʼ αυτό που κυνηγάς, θά μπορούσες νά επέμβεις σάν ίσος πρός ίσο στήν αρχική στιγμή τού σχηματισμού του καί νά τό σώσεις”…
(71)
1978
“Πρεπει νά είσαι κακιά κάπου κάπου”, τής είπε. “Γιατί πώς αλλοιώς θά θυμάμαι ότι είσαι καλή; Φοβάμαι τόσο πολύ μήπως σέ συνηθίσω καί ξαναμείνω μόνος”.
Καί τί μάς χωρίζει; Γιατί φεύγει αυτός; Γιατί δέν κατάφερε νά σταθεί στό ύψος του; Εννοώ εκείνο στό οποίο είχε τοποθετήσει τόν εαυτό του. Μά τί σημασία είχε αυτό όταν φιλιόντουσαν; Ποιός ενδιαφέρονταν γιά τό ύψος εκείνη τή στιγμή; Αφού κανείς δέν ήθελε νʼ αποδείξει τίποτα. Αφού είχαν εγκαταλειφθεί κι οι δυό στήν επαφή. Μόνο ο βαθμός ευαισθησίας τού καθενός μετρούσε τότε. Κι αυτός, έτσι όπως δείχτηκε, ήταν αρκετός γιά νά τούς κρατήσει ενωμένους. Έπρεπε λοιπόν νά βλέπουν αυτόν καί τίποτʼ άλλο. Όλα τʼ άλλα ήσαν φόβοι, προϊόντα φόβων, καί συνεπώς ψεύτικα. Δηλαδή αληθινά. Ώς εκείνη τήν υπέροχη στιγμή που τό πλησίασμά τους επέτρεψε σʼ αυτήν τήν ευαισθησία νά ξεπηδήσει σαρώνοντας τά πάντα.
Γυάλινος εσωτερικός κόσμος… Κάθε πρωΐ ξυπνώ μέ έναν τέτοιο νά τριγυρίζει τόν πυρήνα μου ενώ πάνω του, στίς λεπτεπίλεπτες περίεργες απολήξεις τής πτυσσόμενης επιφάνειάς του, έχουν ξαπλώσει τά ευαίσθητα άκρα τους όλα μου τά αισθητήρια τελείως απροστάτευτα. Συντρίβεται απʼ τούς θορύβους καί τίς φωνές καί τή βίαιη σύγκρουσή του μέ τούς άλλους ανθρώπους που ορμούν, ανύποπτοι γιʼ αυτό τό εύθραυστο οικοδόμημα που είναι η αόρατη επέκταση αυτού που βλέπουν, γιά νά μέ φτάσουν. Οι αισθητήριες ίνες που είχαν ξαπλωθεί τόσο μακρυά κι είχαν τόσο ελαστικά μεγαλώσει, συστέλλονται τότε μέ οδύνη, τά θραύσματα τών καταρεύσεων τραυματίζουν τόν πυρήνα, όλες οι ευαισθησίες αναστέλλονται κι ό,τι μένει, εξαγριωμένο κι άγαρμπο, κακόβουλο καί μοχθηρό, γεμάτο μίσος γιά ό,τι τού έκαναν, είναι η δυστυχία που σέρνω μαζύ μου τήν υπόλοιπη μέρα.
Η σχέση μέ τόν εαυτό μου είναι ένας βιασμός. Τό σώμα μου μέ βιάζει διαρκώς, μού επιβάλλεται, μέ υποχρεώνει, μέ χαστουκίζει μέ τήν εμφάνισή του τό πρωΐ, μέ τίς ανάγκες του, μέ τήν εγκατάλειψή του όταν κουράζεται.. Όμως τί είναι αυτό που βιάζεται; Που βρίσκεται καί πέρα απʼ αυτόν τόν συνεχή βιασμό που τό καλύπτει καί τό απασχολεί σχεδόν εντελώς καί όλες τίς ώρες, τί ζητά, πρός τά πού κατευθύνεται αυτή η εκκίνησή του που κάθε φορά ανακόπτεται απʼ τόν βιασμό που ενεδρεύει; Πού θά πήγαινε άν δέν εμποδίζονταν;… Λέω “μέ” καί εννοώ αυτό. Ωστόσο αυτός που μιλάει, που τά λέει όλα αυτά, δέν μπορεί παρά νά είναι αυτή η ίδια η αίσθηση τού βιασμού. Είναι δυνατόν νά απομονωθεί ώστε νά αποκτήσει μιά δικιά της προσωπικότητα; Νά μπορεί νά παρατηρεί σάν τρίτος τήν πράξη που τήν δημιούργησε; Τί είδους ενοχές, πιά μορφή αδικίας τήν κρατά ζωντανή καί δέν χάνεται μέσʼ στό κενό που τήν περιβάλλει;
Η απόγνωση, όταν η στιγμή μόλις έχει περάσει καί η φράση που κανονικά θά είχε ειπωθεί -επειδή ο φόβος είχε προσωρινά υποχωρήσει μπροστά στήν ένταση τού συναισθήματος- είναι κιόλας μακρυά· στέκεται, ναί, στήν άκρη τών χειλιών αλλά δέν υπάρχει αρκετή τόλμη γιά νά ανασυρθεί καί επιστρέφει αργά πρός τά πίσω, χωνεύεται μέ οδύνη, κι ο άλλος φαίνεται μισητός καί άσχημος καί κακός γιατί δέν ανταποκρίνεται, γιατί συμπεριφέρεται αθώα χωρίς νά υποψιάζεται τίποτα, ενώ φταίει· φταίει γιατί δέν θά μπορέσει ποτέ νά τήν ακούσει, δέν θά μάθει ποτέ ότι απευθύνονταν σʼ αυτόν, από τό πλάσμα που έχει απέναντί του, μιά τέτοια τρυφερή χειρονομία, ένα τέτοιο φιλί, ώστε τά γόνατα εκείνου νά έχουν κιόλας αρχίσει νά τρέμουν περιμένοντας τήν επόμενη φράση του, τήν επόμενη κίνησή του που θά τά αγνοεί καί δέν θά έχει προκληθεί από αυτά.
(72)
1978
Πώς είναι δυνατόν νά ανασηκώσει κανείς ξανά τόν εαυτό του από τό έδαφος όταν έχει διασυρθεί από κάποιον που αγαπά; Σηκώνεται στά γόνατα, προχωρεί μπουσουλώντας όσο μπορεί πιό μακρυά σέ κάποια σκοτεινή γωνιά καί κρύβεται μέ τό πρόσωπο στόν τοίχο μέχρι νά περάσει… Μαζεύει τότε σιγά σιγά τά κομμάτια του, τίς λουρίδες τό ξεσκισμένο δέρμα κι επιχειρεί νά τόν αντικρύσει ξανά, ζητώντας τήν αρχική του θέση απʼ τήν οποία καί μόνο μπορεί πάλι νά προσφερθεί… Είναι ήδη γνωστό από παλιότερες φορές πως η προσπάθεια αυτή είναι μάταιη. Επειδή, ακόμα κι άν η πρόθεση τού άλλου δέν ήταν νά διασύρει, αυτό που έχει προσβληθεί είναι ο κοινός χώρος· κι αυτόν κανένας απʼ τούς δυό δέν τόν κατέχει απόλυτα· μάλιστα ούτε κάν κι οι δυό μαζύ· κι άν καί μπορούν βέβαια νά εξακολουθούν νά μπαίνουν μέσα του, φαίνεται πως δέν τούς επιτρέπεται νά τόν διορθώνουν. Μπορούν μόνο νά τόν καταστρέψουν… Θά μπορούσε όμως νά ρωτήσει κανείς: “Ποιός είναι λοιπόν ο ιδιοκτήτης αυτού τού χώρου; Κι άν υπάρχει τί κάνει γιά νά τόν προστατεύσει όταν κινδυνεύει; Καί μάλιστα όταν τό επιθυμούν κι οι δυό;”.
“Φαίνεται”, είπε τότε αυτός καί κατέβασε μέ απόγνωση τά μάτια στό πάτωμα, “φαίνεται ότι αυτός ο ιδιοκτήτης που ζητάς είναι ό,τι περισσεύει απʼ αυτή τήν ένωση. Θέλω νά πώ ότι καί οι δυό μαζύ όσο κι άν προσπαθούν δέν μπορούν νά τόν φτάσουν, δέν μπορούν νά προσδιορίσουν τά χαρακτηριστικά του ούτε νά προβλέψουν τήν λειτουργία του. Είναι κάτι που δημιουργούν μέ τήν ένωσή τους, αυτό είναι αλήθεια, αλλά έχει κιόλας ξεφύγει από τά χέρια τους επειδή ακριβώς είναι τό περίσσευμα αυτής τής ένωσης”.
“Είναι λοιπόν καταδικασμένος νά καταστραφεί κάποτε αυτός ο χώρος, μέ έναν τέτοιον ιδιοκτήτη που δέν είναι ικανός νά τόν προστατέψει; Κι άν ναί, τί νόημα έχει μιά οποιαδήποτε σχέση, όταν τό τέλος της είναι γνωστό κιόλας απʼ τήν αρχή;”.
“Μά δέν ενδιαφέρεται κανείς γιά τό τέλος. Καί τό νόημα είναι αυτή η ίδια η ένωση. Καί τώρα σʼ αφίνω. Χρειάζεται θάρρος γιά νά είναι κανείς απλοϊκός καί τό θάρρος στοιχίζει. Είναι η πιό ακριβή πολυτέλεια”.
(73)
1978
Ώστε λοιπόν ένα ζευγάρωμα είναι μιά απόπειρα δραπέτευσης από τό περιβάλλον!
Τό περιβάλλον όμως δέν είναι μόνο απʼ έξω. Τό κουβαλάνε καί μέσα τους. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η απόπειρα πολλές φορές πετυχαίνει. Γιά λίγο διάστημα τό περιβάλλον αποκλείεται. Τότε όμως αρχίζει τό πρόβλημα νά προβάλλει τόν βαθύτερο χαρακτήρα του. Γιατί εκείνοι δέν ξέρουν πιά τί νά κάνουν αυτό που απομόνωσαν. Τίς περισσότερες φορές καταντά μιά σεξουαλική φλυαρία μʼ ένα τέλος γνωστό· είναι πολύ αδύναμη ώστε νʼ αποκρούσει γιά πολύ τίς επιθέσεις που τό περιβάλλον έχει αρχίσει κιόλας απʼ τήν πρώτη στιγμή γιά νά κατακτήσει ξανά τό χαμένο του έδαφος. Καί συνήθως οι επιθέσεις αυτές έχουν τήν μορφή προτάσεων γιά καινούργια ζευγαρώματα. Καί πώς είναι δυνατόν νά μήν υποκύψει κανείς μετά από λίγον καιρό στήν κατανόηση τού επίδοξου νέου συντρόφου γιά τήν αποτυχία τού παλιού του ζευγαρώματος; Πάντα υπάρχει τρόπος γιά μιά συναισθηματική προσέγγιση… Ίσως τό πιό σωστό θά ήταν νά αρχίσει κανείς νά γδύνεται μπροστά στόν άλλον από τό περιβάλλον που κουβαλάει μέσα του. Νά όμως τό φοβερό ερώτημα: θά είναι ζωντανό ή νεκρό τό παιδί που θά ξεπροβάλλει κάτω απʼ όλα αυτά τά κουρέλια;
Προτιμά κανείς έναν έστω καί μέ τό ζόρι ζωντανό μεγάλο, ντυμένο μέ τά κουρέλια του, από ένα γυμνό πεθαμένο παιδί. Έτσι λένε τουλάχιστον τά βιβλία. Καί τά ληξιαρχεία τό τονίζουν επίσης. Η περίπτωση νά είναι καί τά δυό παιδιά ζωντανά θά έπρεπε ίσως εκ τών πραγμάτων νά αποκλειστεί. Αλλά παρʼ όλα αυτά δέν αποκλείεται.
(74)
1978
Εκείνος είχε διακρίνει κιόλας τό σημείο που βρισκόταν η καρδιά της, ((ήταν κάτι άλλωστε που δέν θά μπορούσε νά τό είχε αποφύγει· τόσο πολύ είχε εξασκηθεί στό νά ανιχνεύει τόν βαθμό ευαισθησίας τών διπλανών του, ώστε ήταν σχεδόν ανίκανος νά εμποδίσει τό βλέμμα του νά αρχίσει νά τό αναζητά αμέσως απʼ τήν πρώτη επαφή -θά έλεγε κανείς πως προσπαθούσε έτσι νά προλάβει νά καθορίσει τό μέτρο τού πάθους στά χέρια τού οποίου θά εγκατέλειπε τόν εαυτό του λίγο αργότερα-)), κι αυτό τόν είχε ανακουφίσει αρκετά, μάλιστα τόν είχε κάνει νά ντρέπεται γιά τήν κεκτημένη ταχύτητα που είχε αποκτήσει στήν συμπεριφορά του -επειδή κάθε φορά ήταν σχεδόν βέβαιος γιά τό τί θά συναντούσε κάτω απʼ τήν επιφάνεια-, γιατί γιά μιά φορά φαίνονταν ότι δέν θά χρειαζόταν νά κοπιάσει τόσο, πράγμα που χρειάζονταν νά γίνει σχεδόν όλες τίς άλλες φορές. Τίς άλλες φορές όπου ακριβώς εξ αιτίας τής περιοχής που βρίσκονταν κρυμμένη η ευαισθησία τών άλλων αναγκάζονταν νά τούς πληγώνει -κάτι που τόν χρωμάτιζε μέ κάποια μοχθηρία γιά ένα βιαστικό, όπως τό δικό τους τή στιγμή εκείνη βλέμμα-. Κι αυτό γιατί ένοιωθε από παλιά, όπως καί τώρα άλλωστε, πως μόνο μιά ευαισθησία που είχε χάσει όλα τά σημεία που τή στήριζαν, όλες τίς μεθόδους άμυνας που τήν προφύλασσαν κατά καιρούς, θά μπορούσε πιά νά τόν συγκινεί, έτοιμη νά συντριφτεί μέ τά πρώτα χτυπήματα, που η προσπάθειά της νά τά αποφύγει, εκείνον, τόν γοήτευε μέ μιά τέτοια σαγήνη.
(75)
1978
Οι μεγάλες αγάπες, καραβίδα μου
οι μεγάλες αγάπες
κρέμονται στά κορδόνια τών τηλεφώνων
στριμώχνονται στίς τρυπίτσες τών ακουστικών
καί ξεπετάγονται τραγικές καί γελοίες στά χώλ.
Τίς μεγάλες αγάπες αγάπη μου,
τίς κόβουν φέτες τά σύρματα
τίς ξεσκίζουν λουρίδες τά παράσιτα
καί τίς ματώνουν οι παρεμβολές τών προαστείων.
-Πώς νά σού πώ πως μʼ ενοχλούσε τό μπερδεμένο καλώδιο
οι ψιλές φωνές τών πεισμωμένων παιδιών που δέν τίς άκουγες
η καραμέλλα που κολλούσε στό παπούτσι μου
καί τό θρόϊσμα τού φουστανιού που αφουγκράζονταν.
Καί γιά τόν αιφνιδιασμό τών ενδιάμεσων συναισθημάτων
που πλανιούνται στούς οικογενειακούς χώρους
καί γιά τήν έφοδο τής φωνής σου μέσα στά σπλάχνα μου
τήν άρνηση τών μελών νά επαναλάβουν τίς γρήγορες δοκιμασμένες παραλλαγές
τίς απροσδόκητες μνήμες τών χειλιών
που δέν δέχονταν νά ξεπέσουν στό επίπεδο τών ήχων…
Καλημέρα.
Είμαι στό Μαρούσι. Σήμερα πήρα τόν αντίθετο δρόμο. Πήρα τό τραίνο, κατέβηκα στήν Κηφισιά καί περπατώ πρός τό σπίτι σου.
Ο ουρανός είναι υπέροχος. Τό γαλάζιο του είναι διάφανο σάν νερό. Σάν λουλούδι από νερό που τρέφεται από τήν αθλιότητα τής γής τών ανθρώπων. Σύννεφα από χιόνι, από ξεσχισμένη δαντέλλα. Ποιός πρόλαβε κι ανέβασε τήν ομορφιά τόσο ψηλά; Λές καί τόξερε.
Λοιπόν αυτός ο κόσμος δέν μπορεί νʼ αντέξει τήν ομορφιά γιά πολύ. Ούτε τήν καλωσύνη. Κι έχει δίκιο. Πώς είναι δυνατόν νʼ ανεχτεί κανείς τέτοιες προσβολές; Αντιδρά. Εξεγείρεται. Οφείλει νά καταστρέψει. Άλλωστε πώς θά μπορεί νά συγκρίνει στό μέλλον άν δέν διατηρήσει ανέπαφο τό μέτρο; Καί τό μέτρο τόν περιέχει. Ή τουλάχιστον περιέχει τή μιά του άκρη αυτός.
Κάποτε συνήθιζα νά παίρνω τό λεωφορείο τού Φιλοπάππου γιά νʼ ανέβω στήν Αθήνα. Στή στροφή στού Μακρυγιάννη, έβλεπα πάντα καθισμένον στή γωνιά, σέ κάποια απʼ τά λίγα σκαλιά που έχουν απομείνει στούς δρόμους, έναν τυφλό γέρο μʼ ένα κασκέτο αναποδογυρισμένο στά γόνατά του. Κάθε φορά ήταν εκεί καί μασούλαγε κάτι κομμάτια ψωμιού που έβγαζε απʼ τήν τσέπη του. Μιά φορά κατέβηκα απʼ τό λεωφορείο. Πήγα κοντά του, στάθηκα καί τόν κοιταζα γιά ώρα, ενώ εκείνος συνέχιζε νά μασά ήσυχα τό ψωμί του. Στό τέλος έριξα στό άδειο του κασκέτο ένα εικοσάρικο. Σταμάτησε τότε νά μασά. Άπλωσε τό χέρι του καί τό πήρε. Τό ψηλάφιζε, τό γύρναγε από δώ κι από ʽκεί, τό ζούλαγε. Δέν τό πίστευε. Μετά τόβαλε μέ προσοχή στήν τσέπη του· μέ τρυφερότητα. Ναί, είχε τρυφερότητα αυτή η κίνηση μέσα της. Τρυφερότητα καί στοργή. Γιατί; Γιά ποιόν; Ήταν σάν νά χάϊδευε τόν ταλαιπωρημένο εαυτό του που άξιζε μιά καλλίτερη τύχη. Καί τό νόμισμα; Καί τό νόμισμα. Κι αυτόν που τόριξε; Κι αυτόν, κι αυτόν. Αλλά όχι πολύ αυτόν. Λίγο. Γιατί αυτόν τόν φοβόταν. Καί δέν έπρεπε νά θυμώσει… Έκανα τόν γύρο τού τετραγώνου καί πέρασα ξανά από μπροστά. Τού έριξα δυό δεκάρικα. Σταμάτησε πάλι νά μασουλά, σκέφτηκε λίγο καί μετά τά πήρε. Τώρα έκλαιγε. Έκλαιγε κι εγώ ντρεπόμουνα κι ένοιωθα φριχτός καί κακός καί τιποτένιος γιατί τού χάλασα τή γαλήνη του, γιατί τόν έκανα νά συγκινηθεί γιά νά παίξω, γιά τά καπρίτσια τής διεφθαρμένης μου καρδιάς που χαίρονταν τήν ευγενικιά της χειρονομία, γιʼ αυτή τήν άθλια ηδονή που μού πλημμύριζε τό στήθος μαζύ μέ τά δάκρυα που ανέβαιναν… Έπρεπε νά τόν γιατρέψω. Έπρεπε νά τού δώσω πίσω ό,τι τού είχα πάρει. Γιατί πώς θά ζούσε πιά μʼ αυτή τήν τρύπα στό στήθος; Πώς θά άντεχε μʼ αυτό τό βάρος απʼ τίς κατάρες πούχε κάνει νά τόν πιέζει, τώρα πούχε μετανοιώσει γιʼ αυτές; Από πού θα κρατιόταν; Τό ξέρω. Τό ξέρω. Θά κρατιόταν από πάνω μου. Θά μʼ άρπαζε μʼ εκείνα τά χέρια του μέ τήν εκπληκτική αφή. Μʼ αυτές τίς απερίγραπτα αισθαντικές ρώγες τών τυφλών του δακτύλων που θά χώνονταν βαθειά μέσα μου ώς τό μεδούλι καί θά μέ ψηλαφούσαν καί μετά θά μέ κράταγε έτσι μπροστά του πρόσωπο μέ πρόσωπο καί θά μέ κοιταζε μέσα στά μάτια, όχι, όχι στά μάτια, λίγο πιό ʽκεί, πιό αριστερά καί θά μʼ έβλεπε, θά μʼ έβλεπε μέ τό φοβερό του βλέμμα καί μετά θά ʽσκυβε καί θά μέ φιλούσε στά χείλια καί θά μέ ρουφούσε ώρα πολλή… Όχι, όχι. Γιατί τότε θά τόν είχα αγαπήσει. Τόν αγαπούσα κιόλας. Έπρεπε νά βιαστώ. Έπρεπε νά τού δώσω πίσω ό,τι τού είχα πάρει πρίν είναι αργά… Έκανα τρέχοντας τόν γύρο καί τούριξα όλα τά κέρματα πούχα στίς τσέπες μου. Κάνω δυό βήματα καί περιμένω. Νάτο! Νάτο! Τώρα! Επιτέλους! Θυμώνει. Χώνει τά χέρια του μέσʼ στό κασκέτο, αρπάζει τά λεφτά, τʼ ανακατώνει, τά σφίγγει μέ λύσσα, τά κουδουνάει. Φτύνει τό ψωμί που μάσαγε. Βρίζει. Επιτέλους! Βρίζει. Βλαστημάει. Ξαναβρίσκει τή δύναμή του. Τά σάλια του πετάγονται. Καταριέται. Ασχημαίνει. Επιτέλους! Επιτέλους! Δέ θέλω νά δώ άλλο. Είμαι ελεύθερος. Τό βάζω στά πόδια…
Πάω νά σού τηλεφωνήσω
Σάββατο. Μαρούσι. Καφενείον “Διεθνές”.
Χαρτιά τάβλι, Απογευματινή, Βραδυνή, συνταξιούχοι, φοιτητές τεχνικών σχολών…
Γιατί έρχομαι σʼ αυτούς τούς χώρους όπου είναι τόσο δύσκολο νʼ απομονώσω ένα κομμάτι; Ώρες παιδεύομαι γιά νά τό καταφέρω. Γιατί δέν πάω π.χ. σʼ ένα παγκάκι μιάς πλατείας, ή σέ μιά εκκλησία; Είναι άδειες τό μεσημέρι. Εδώ δέν μπορώ νά γράψω τίποτα. Πίσω μου κάθεται ένας γέρος καί μέ κοιτάει. Πώς μέ κοιτάει θεέ! Βλέπω τό μυαλό του. Ακίνητο. Τί υπάρχει μέσα του; Ένα ρολόϊ. Τό φοράει στό χέρι του. Ένα καινούργιο σπόρ ρολόϊ μέ κόκκινους δείχτες. Αδιάβροχο. Κάθε ένα λεπτό σκύβει καί τό κοιτάει. Καί μετά εμένα.
Γιατί μʼ ενοχλούν τόσο πολύ οι άνθρωποι; Γιατί δέν μπορώ νά γράψω κάτι ευχάριστο; Βλέπω· είναι καλοί. Κάτι πελώρια έμβρυα αργοσαλεύουν στό εσωτερικό τους. Είναι καλοί· κι είναι αναγκασμένοι νά μήν είναι καλοί. Είναι αναγκασμένοι νʼ αρπάζουν καί κανείς δέν θέλει νά πάρει. Όλοι θέλουν νά δώσουν κι έχουν νά δώσουν τόσα πολλά, σιγά σιγά μαζεύονται καί σφίγγονται καί πήζουν στό στενό τους στήθος καί τότε πρέπει νά είναι κανείς πολύ προσεκτικός καί νά μήν αφίσει κανένα νά νομίσει πως τώρα νά, μπορεί πιά επιτέλους νά δώσει αυτά που μάζευε τόσα χρόνια, γιατί τότε θά ξεσκιστούν γιά νά τά βγάλουν, θά χαρακώσουν τίς μεγάλες ρώγες τους στό στήθος και δέ θά ξέρεις πώς νά σταματήσεις τό αίμα καί θά φυτρώσουν ξαφνικά χείλια στή μέση τού προσώπου τους μέ κάτι μνήμες αβάσταχτες που δέ θά θέλουν νά ξεπέσουν σέ λόγια καί θʼ αρχίσουν νά τά γλείφουν καί νά τά δαγκώνουν καί νά τραντάζονται. Καί μετά, στό τέλος, θά κάτσουν στό χώμα σταυροπόδι καί θά κουνιόνται μπρός πίσω, μπρός πίσω, μέ μιάν αργή λικνιστική κίνηση, μέ χυμένο ολόγυρα τό εσωτερικό τους που δέν τό παίρνει κανείς… Ακούω τόν αέρα νά σφυρίζει ένα νανούρισμα· μμμμ… μμμ… Πρέπει νά είναι κανείς προσεκτικός. Ένας άνθρωπος μπορεί νά γίνει δέντρο έτσι, μπορεί νά φυτρώσει, καί μετά πώς νά βγεί κανείς έξω, πώς νά διασχίσει τήν αίθουσα ενός καφενείου ώς τήν πόρτα μέ τόση ντροπή μέσα του, μέ τίς καρέκλες καί τά τραπέζια νά κουνιούνται μπρός πίσω, μπρός πίσω, μέ τό μωσαϊκό, μέ τό πεζοδρόμιο, μέ τόν σταθμό τού τραίνου, μέ τό χώμα τού μικρού πάρκου… Όχι, όχι στό χώμα! Το χώμα είναι τό πιό επικίνδυνο. Δέν κουνιέται καθόλου. Τό χώμα είναι μιά αγκαλιά ανοιχτή. Περιμένει τά φυτά… Από τήν άσφαλτο! Απʼ τήν καλή, προστατευτική κρούστα τής ασφάλτου…
9-11-1978
Τώρα που πέρασαν αυτές οι μέρες, πόσες άραγε; τέσσερις, μιά βδομάδα; είμαι πάλι εδώ. Καί δέν ξέρω πιά άν έχω δεξί χέρι. Δέν ξέρω τί είναι αυτό που κρέμεται απʼ τόν ώμο μου, αυτό που κρατάει τό στυλό καί γράφει. Καί πρέπει νά κάτσω εδώ, νά κάτσω κι άλλο μέ τήν αρρώστια μου, ανάμεσα σέ τόσους ανθρώπους που κουβαλούν ο καθένας τή δική του, ακόμα κι αυτοι που δέν τήν έχουν βρεί, ακόμα κι οι νέοι που μεγαλώνουν μαζύ της. Οι άνθρωποι μεγαλώνουν πάντα πιό αργά απʼ τήν αρρώστια τους. Πολλοί δέν προφταίνουν κάν νά τήν γνωρίσουν. Είδα ανθρώπους νά τούς σκοτώνει κάτι εντελώς τυχαίο κι ασήμαντο, ενώ εκείνη δέν είχε ωριμάσει ακόμα. Καί είδα ακόμα τίς αρρώστιες τέτοιων ανθρώπων μετά τόν θάνατό τους, νά σέρνονται μελαγχολικά στούς διαδρόμους πίσω απʼ τίς κλειστές πόρτες, νά μαζεύονται φοβισμένα στίς γωνιές τών δωματίων σάν τρομαγμένες μεγάλες γάτες κι άλλες νʼ αποχαιρετούν τρυφερά καί παραπονεμένα παλιά αγαπημένα αντικείμενα που η παρουσία τους τίς είχε βοηθήσει στό δύσκολο δρόμο τους πολλές φορές στό παρελθόν· κι άλλες που η στιγμή τού θανάτου τίς είχε προλάβει μόλις λίγο πρίν απʼ τή μεγάλη συνάντηση γιά τήν οποια ετοιμάζονταν τόσα χρόνια, νά κρατούν σφιχτά τό χέρι τού αγαπημένου τους νεκρού μουρμουρίζοντας καί αργοκουνώντας τό πλαδαρό τους σώμα, σάν μεγάλες χήρες αδερφές που είχαν δεί πολλές αρρώστιες καί πολλούς θανάτους· κι ακόμα άλλες που είχαν προφτάσει νά συναντηθούν μέ τό δικό τους πρόσωπο κι είχαν ζήσει μαζύ γιά πολλά χρόνια ώστε νά έχουν πιά τήν ίδια σχεδόν ηλικία, νά γνέφουν μέ μιά ελαφριά κίνηση από μακρυά σάν φιγούρες επιτύμβιων στυλών απερίγραπτα γλυκές καί ήρεμες. Κι ακόμα έχω δεί καί τή δικιά μου αρρώστια, που πολλές φορές καί γιά μεγάλα διαστήματα μʼ έχει εγκαταλείψει, νά περπατά χέρι χέρι πίσω απʼ τίς τελευταίες δενδροστοιχίες τών προαστείων, οδηγώντας μέ προσοχή τά κοντά τους βήματα, μέ μικρές παιδικές αρρώστιες που δέν πρόλαβαν νά μεγαλώσουν, ή νά κάθεται αργά τό βράδυ στά έρημα παγκάκια τών μικρών πάρκων, συζητώντας μέ παλιές της φιλενάδες…
Τώρα όμως, τώρα είναι, εδώ μαζύ μου. Κάθεται στήν απέναντι καρέκλα καί μέ κοιτά μʼ εκείνο τό ιδιαίτερο βλέμμα της που φυλά μόνο γιά μένα. “Πόσο μοιάζουμε καλέ μου. Πόσο μοιάζουμε! Λίγο ακόμα. Υπομονή”… Ναί! Υπομονή. Είμαι καλά. Σέ σκέφτομαι. Κάνω υπομονή… Ώστε λοιπόν πρέπει νά κάνουμε υπομονή! Ακόμα κι εδώ! Ακόμα καί μέσα σʼ αυτή τήν ησυχασμένη κουζίνα, λίγα μέτρα πιό μακρυά απʼ τό δωμάτιο εκείνης που τώρα έχει γίνει καλά καί κοιμάται τόν ύπνο της, λίγα μέτρα πιό μακρυά απʼ τό δωμάτιο μέ τίς μικρές ανάσες καί τούς αναστεναγμούς καί τά νυχτερινά μικρά σώματα που όλο ξεσκεπάζονται, πλάϊ σʼ αυτές τίς απύθμενες δεξαμενές που πρέπει κανείς νά τίς γεμίζει διαρκώς τρυφερότητα… Έστω! Θά κάνω υπομονή. Επειδή άλλωστε τό βλέπω πως πλησιάζει η στιγμή που θά τής παραδοθώ· καί τότε πιά κανείς άλλος δέν θά μπορεί νά πάρει τίποτα από μένα. Γιατί δέν θά περισσεύει τίποτα. Τήν ξέρω καλά. Έχω δεί τίς δίδυμες αδερφές της νά θερίζουν κι άλλους, νά τούς κυριεύουν σέ δωμάτια, πάνω σέ ντιβάνια ετοιμασμένα από τά πρίν από προσεκτικά εξασκημένα χέρια στενών συγγενών μέ τό κλειδί πάντα πλάϊ στό κομμοδίνο· στή μέση τού δρόμου, ξαφνικά, μέσα σέ κύκλους από πόδια ανθρώπων που πάντα διστάζουν νά κάνουν τό βήμα που έχει απομείνει καί νά κρατήσουν σφιχτά καί από αμήχανα χέρια που ψάχνουν βιαστικά γιά τό νόμισμα στίς τσέπες καί σπρώχνουν πίσω τά παιδιά που όμως αυτά είχαν καταλάβει καί είχαν τρέξει πρώτα καί θάπρεπε νάχουν τίς καλλίτερες θέσεις· μέσα στίς αίθουσες αναμονής τών σταθμών, τά βράδυα, που οι άνθρωποι κοιμούνται καθιστοί μʼ αυτές τίς απερίγραπτα θλιμμένες στάσεις πάνω στούς ξύλινους πάγκους· μέσα σέ λεωφορεία, κι ακόμα σʼ επικίνδυνα σημεία τίς ώρες τής δουλειάς· πάνω σέ σκαλωσιές από στενά σανίδια, σέ στέγες που επισκευάζονται, στούς μεγάλους μελαγχολικούς τροχούς τών λούνα πάρκ, σέ γκαράζ, κάτω από σταματημένα γιά επιδιόρθωση αυτοκίνητα· κι ακόμα στούς υπόγειους σταθμούς τού ηλεκτρικού, τή στιγμή που τό τραίνο χύνεται χτυπώντας τό καμπανάκι του σύρριζα στά πόδια τού στριμωγμένου πλήθους καί που ξαφνικά βλέπεις κάπου εκεί στούς πρώτους έναν άνθρωπο νά κλονίζεται βγάζοντας μιά φοβερή κραυγή, νά χτυπά μʼ απόγνωση τόν αέρα, τό ύστατο δευτερόλεπτο τής επίγνωσης πρίν γεμίσει όλα του τά κύτταρα, καί νά γέρνει… Καί σέ τόσα άλλα μέρη ακόμα που δέν έχω δεί αλλά ξέρω· σέ χαρούμενες καλοκαιρινές εξοχές, ανάμεσα σέ πανικόβλητους κολυμβητές που απομακρύνονται μέ μεγάλες απλωτές γιά νά μή τούς αρπάξει καθώς χτυπάει μανιασμένα τό νερό καί τούς αγκαλιάσει σφιχτά καί τούς πάρει μαζύ του· μέσα σέ ερωτικές αγκαλιές άλλων ανθρώπων όπου ξαφνικά ο ένας τους διαπιστώνει μέ φρίκη πως είχε εγκαταλειφθεί στά χέρια ενός άπιστου που τόν προδίδει αυτήν τήν ίδια ιερή στιγμή μέ τήν άλλη που παραμόνευε ύπουλα, μέσα σʼ ένα όργιο σπασμών που μόνο οι πολύ αμαρτωλοί εραστές είναι σέ θέση νά αντιληφθούν τήν τρυφερότητα που κρύβεται κάτω απʼ τή βιαιότητά τους· κι ακόμα σέ μικρά μωρουδίστικα κουνιστά κρεββατάκια, όπου εκεί η μοναξιά είναι μεγαλύτερη από τʼ άλλα, τών μεγάλων, κι όπου τό άνοιγμά τους εκεί ψηλά είναι τό στόμα μιάς ρουφήχτρας που βυζαίνει τόν τρόμο απʼ τόν κόσμο καί τόν ξεχύνει πάνω στά μικρά κορμάκια που τόν ρουφούν σάν σφουγκάρια, κι εκεί, εκεί είναι τό πιό φριχτό· επειδή μέσα τους έχουν γίνει οι πιό σκληροί βιασμοί, έχουν παρθεί οι πιό σκληρές εκδικήσεις κι αυτή θάπρεπε τουλάχιστον νά τά σεβαστεί καί νά περιμένει…
Μά η δικιά μου κάθεται ήσυχα καί μού χαμογελά τόσο γλυκά. Κι εγώ τήν αγαπώ. Ναί τήν αγαπώ! Νοιώθω τό είναι μου νά ξεσκίζεται, τά κύτταρά μου νʼ ανοιγουν γιά νά δεχτούν τόν μεγάλο σπασμό, τήν συνείδησή μου νά μετράει πρός τά πίσω… Όμως είπαμε· υπομονή. Υπομονή!
Τί θά έκανα άραγε άν τʼ αποφάσιζε στό τραίνο που αργούσε τόσο νά μέ γυρίσει πίσω, μέσα σʼ όλον αυτόν τόν κόσμο που μέ περικύκλωνε αδιάφορος γεμάτος απʼ τίς δικές του σκοτούρες χωρίς νά υποψιάζεται. Τί καλά που είχα βρεί μιά θέση. Γιατί άν ήμουν όρθιος!… Κι αυτό τό κορίτσι μπροστά μου! Έπρεπε νά τεντώσω τό πόδι μου. Ναί! Έπρεπε νά τό τινάξω, νά στρίψω τό κορμί μου από τήν άλλη μεριά, νά απλώσω τό δεξί μου χέρι μέ τά δάχτυλα τεντωμένα σά σπαθιά στό μέρος ακριβώς που ήταν τό κεφάλι αυτού που καθόταν δίπλα μου. Έπρεπε νά στρίψω. Νά συστραφώ. Κρατιόμουν γερά μέ τʼ αριστερό χέρι απʼ τό σίδερο τής πολυθρόνας πλάϊ μου. Όμως αυτό δέν έφτανε. Γιατί τό μυαλό μου είχε αρχίσει νά σχηματίζει μέσα του τήν κίνηση. “Έβλεπα” τόν εαυτό μου νά τήν εκτελεί. Έπρεπε νά βρώ κάτι νά κρατηθώ, όχι μέ τά χέρια, όχι. Έπρεπε νά βρώ ένα πρόσωπο. Πού; Τό κορίτσι; Όχι. Δέν έφτανε. Οι άλλοι; Δέν τολμούσα νά σηκώσω τά μάτια. Τούς είχα δεί κιόλας μιά φορά, όταν έμπαιναν. Αλλά τότε πού; Γρήγορα! Πλάϊ μου. Αριστερά. Πρός τά ʽκεί που δέν έπρεπε νά στραφώ γιατί θά μʼ έπαιρνε ολόκληρο. Κι όμως ήταν εκεί. Ένας άντρας γύρω στά πενήντα. Καλός. Ναί. Καλός! Επιτέλους! Τί μάτια θεέ μου! Τί ήρεμα γλυκά ευγενικά μάτια. Μέ τούς βολβούς ελαφρά πρός τά έξω, υγρά, δέν κοίταζαν κανένα. Ούτε κι εμένα που κρεμάστηκα απάνω τους. Καί τό στόμα; Τί γαλήνιες άκρες! Ποιός μού τόν έστειλε, έτσι ακριβώς στήν πλαϊνή μου θέση νά μέ γλυτώσει; Άς είναι καλά! Κι άς μήν κατέβαινε γρήγορα! Τουλάχιστον όχι πρίν τή Βικτώρια. Όχι πρίν χωθούμε στό βάθος.
Κατέβηκε στήν Ομόνοια. Αλλά τώρα πιά είχα κερδίσει. Τήν είχα διώξει. Μόνο η καρδιά μου έμεινε κομμάτια. Αλλά δικιά μου. Δικιά μου! Ίσως αυτή νά προφτάσει. Ίσως μέ υπηρετήσει πιστά.
1-11-1978
Τώρα ξέρω ποιός τόν είχε στείλει.
Άχ, άφισε τήν καρδιά μου λίγο. Ελευθέρωσέ με γιά νά σού γράψω. Πάρε μιά βόλτα στήν Πεντέλη τό γλυκό σου πνεύμα. Στήν Πεντέλη που είναι σήμερα συννεφιασμένη καί όμορφη. Γιατί πώς είναι δυνατόν νά σού γράψω έτσι που κάθεσαι δίπλα μου καί μέ κοιτάς μέ τό νερένιο σου βλέμμα! Αισθάνομαι ρόδινος καί τρυφερός καί στρογγυλός σάν μωρό που τό λούζουν καί γυμνός καί πρέπει νά κατεβάζω τά μάτια καί νά χαμογελώ καί νʼ αφίνομαι. Κάθομαι τόσην ώρα καί κοιτάζω τά τζάμια. Καί είναι αργά, σέ λίγο πρέπει νά φύγω καί δέν θά προλάβω νά σού γράψω τίποτα σήμερα. Καί σήμερα είμαι καλά. Καί τά γλυκά λόγια που θέλω νά πώ είναι κι αυτά καλά. Καί δέν ντρέπομαι καί δέν φοβάμαι μή μέ κοροϊδέψουν. Καί δέν έχω καθόλου φαντασία. Δέν αισθάνομαι καθόλου τήν ανάγκη νά ζώ μέσα σέ κάποια σκηνή. Υπάρχει μόνο αυτό τό υδάτινο συναίσθημα στήν περιφέρειά μου, σάν κάποιο πουλί νά πέταξε ξαφνικά κι άγγιξε μέ τή φτερούγα του τήν επιφάνεια μιάς ήρεμης λίμνης. Καί δέν νοιώθω παρά αυτούς τούς κυματιστούς κύκλους που απλώνονται απʼ τό κέντρο μου. Κι ακόμα είναι σάν νάχω διδαχτεί πολλά μαθήματα γιά τό πώς πρέπει νά δέχεται κανείς τούς καλεσμένους του, σά νάχω κοιμηθεί πολλές βραδιές πάνω σέ καλαμένια κρεββάτια στή μέση μποστανιών μέ καρπούζια που τρίζουν μεγαλώνοντας κάτω απʼ τʼ αστέρια. Καί σάν νάχω περάσει ώρες πολλές μέ τʼ αυτί μου κολλημένο στίς γραμμές, ακούγοντας τούς ήχους πολύ μακρυνών τραίνων που τό καθένα τους μιλά τήν δική του γλώσσα καί σπρώχνει μπροστά του μεγάλα κομμάτια αέρα απʼ τίς χώρες που πέρασε. Κι ακόμα είναι σάν νά ετοιμάζομαι από καιρό γιά ένα πολύ μακρυνό ταξίδι καί που επιτέλους νά! βρίσκομαι στό αυτοκίνητο που μέ μεταφέρει στό σταθμό απʼ όπου θά ξεκινήσω, μέσʼ απʼ τίς θολές φιγούρες τών άλλων ανθρώπων ενώ πίσω μου αυτά που έχουν μείνει στρογγυλεύουν σάν βότσαλα…
Μέ βλέπεις παιδί μου; Μέ βλέπεις;
13-11-78
Κρυώνει η καρδιά μου σʼ αυτό τό μέρος. Κι αυτή η φοβερή επίγνωση, ότι τελικά όλα επιστρέφουν σέ σένα! Κοιτάζω τίς μέρες μου, τά χρόνια που πέρασαν καί πουθενά, πουθενά δέν μπορώ νά διακρίνω σέ ό,τι ξεκίνησε από μένα πρός τό περιβάλλον μου, έστω καί μιά χειρονομία που ο στόχος της νά μήν ήμουν εγώ.
Πώς νά μπορούσε κανείς νά δραπετεύσει από τόν εαυτό του;
Ώς πότε λοιπόν θά εξακολουθείς νά υπηρετείς τίς γνώμες τών άλλων γιά σένα; Μιλάς καί βλέπω τό πρόσωπό σου νά παίρνει τό σχήμα τους. Διακρίνω τήν αγωνία τής επιφάνειάς σου νά προσαρμοστεί, νά επιδιορθώσει τά ρήγματα που προκαλούν διαρκώς οι επιθυμίες τής καρδιάς, νά βηματίσει μέσα απʼ τίς γραμμές τών αιχμών τών μικρών ανορθωμένων φόβων· νοιώθω τήν αδυναμία τών μελών, τό βαθύ κάθισμα στήν πολυθρόνα, τήν εγκατάλειψη τών συνεχών υποχωρήσεων στά ουρλιαχτά τού χώρου που ξεδιπλώνεται γύρω απʼ τά σώματα τών άλλων. Ώς πότε θά επιτρέπεις νά σέ αντιπροσωπεύει καί νά αναλαμβάνει τίς υποθέσεις σου αυτή η φοβισμένη συμμαθήτρια τού υπέροχου παιδιού που κρύβεις στό εσωτερικό σου; Σέ φοβάμαι· κι αυτό είναι τό χειρότερο που μπορεί νά συμβεί.
Τί κινδυνεύει λοιπόν καί βυθίζεσαι τόσο πολύ μέσα σου; Στέκομαι τρέμοντας καί σέ παρατηρώ νά τυλίγεσαι μʼ αυτή τήν κρούστα τής σιωπής καί πρέπει νά κρατηθώ γερά από κάπου γιά νά μήν τρέξω, πρέπει νά σπρώξω ξανά πίσω τήν ίδια μου τήν κραυγή· καί μένω εκεί, καρφωμένος, στό έλεος τών ήχων που προκαλώ εδώ καί τόσα χρόνια χωρίς νόημα. Πόσο πρέπει νά γεράσει κανείς, πόσο σοφός πρέπει νά γίνει, ώστε νά μπορεί νά πεί: είναι καλό κι αυτό, είναι κι αυτοί μικροί δικοί μας θεοί. Θυμήσου! Πως πρέπει κανείς νά υποδέχεται τούς καλεσμένους του!”. Εννοώ τούς γδούπους, τούς πλαδαρούς γδούπους, όταν νοιώθει κανείς τήν ίδια του τήν τρυφερότητα νά σαπίζει κι ακούει τά κομμάτια της νά πέφτουν στό πάτωμα.
Άπρακτος! Άπρακτος! Μέ κρεμασμένα χέρια. Μέ μικρούς θρόμβους σʼ όλες μου τίς φλέβες… Από τί ασήμαντα περιστατικά κρέμεται η ζωή τών ανθρώπων! Ένα παράθυρο κλείνει στό άκουσμα μιάς λέξης. Μιά χειρονομία απρόσεκτη καί σβύνεται ένα φώς.
Τί μάς δένει λοιπόν; Τί μάς κάνει νά αναγνωρίζουμε ο ένας τόν άλλον; Μιά κοινή επιδεξιότητα στόν χειρισμό τής περίφημης ανθρώπινης εξυπνάδας που αργότερα θά στραφεί εναντίον μας;…
Οι άνθρωποι κάθονται σέ μιά συντροφιά καί προτείνουν ο ένας τόν εαυτό του στούς άλλους γιά χειροκρότημα. Έχω δεί ανθρώπους νά σηκώνονται χαρούμενοι καί ελαφριοί καί νά επιστρέφουν σπίτι τους μέ μεγάλα βήματα επειδή είχαν τήν τελευταία λέξη. Έχω δεί πρόσωπα νά γαληνεύουν, νά απαλύνουν, σχεδόν νά ομορφαίνουν, ναί, νά ομορφαίνουν, παίρνοντας μιά ονειροπαρμένη έκφραση μιάς έκστασης ενός απόλυτα δικαιολογημένου καί ευγενούς αυνανισμού, καθώς παρακολουθούν τόν εαυτό τους νά εκφράζει τίς βαθύτερες αλήθειες που έχουν αποστηθίσει… Ώστε τόν θαυμασμό τών ομοιων του χρειάζεται λοιπόν περισσότερο απʼ όλα ο άνθρωπος! Γιʼ αυτόν αγωνίζεται στίς μετρημένες του μέρες! Γιατί; Τί νά τόν κάνει;
Τρέμω που σού τά γράφω όλα αυτά. Επειδή ξέρω καλά τή μερίδα που μού αναλογεί. Αλλά πρέπει νά στά πώ. Γιατί δέν θέλω νά είμαι έξυπνος. Δέν θέλω νά αγωνιώ γιά τήν επιτυχία μιάς φράσης. Δέν θέλω νά μετρώ κάθε φορά τό κομμάτι μου που δέν κατάφερε νά κρυφτεί πίσω της.
25-11-1978
Πόσο εύκολο είναι λοιπόν νά παρασυρθεί κανείς από τό βρώμικο πάτωμα ενός καφενείου. Κοιτάζω τούς ξεραμένους καφέδες, τίς ξεραμένες φτυσιές, τίς βρισιές που αφού έκαναν τή βόλτα τους στόν αέρα χτύπησαν πάνω σέ κάποιον τοίχο καί γλύστρησαν αργά αργά πρός τά κάτω σχηματίζοντας μικρές βρώμικες λίμνες, βλέπω τά χτυπήματα από τίς στέκες τού μπιλιάρδου, τό ουρλιαχτό τών τρόλλεϋ στή λεωφόρο, τό κύλισμα τών ζαριών πάνω στό τάβλι τόσο ξερό, τόσο στερημένο από κάθε υγρασία ώστε καμμιά έρημος νά μήν μπορεί νά τό συναγωνιστεί, νά καρφώνονται ανάμεσα στίς πατημένες γόπες, κάτω απʼ τά πόδια τών καρεκλών, νά γλυστρούν σάν μικρά φίδια ανάμεσα στά τραπέζια… Ακούω… Μόλις άνοιξαν τήν τηλεόραση. Ένας άνθρωπος έχει σταματήσει στή μέση ενός βήματος. Τό ένα πόδι λυγισμένο, μόλις ακουμπάει μέ τίς μύτες του τό πάτωμα, τό χέρι μετέωρο κρατώντας ένα ποτήρι νερό που απέμεινε στή μέση τής διαδρομής, τό κεφάλι στραμμένο πρός τήν οθόνη. Ακίνητος… Γύρω του άλλοι ετοιμάζονται. Οι καρέκλες τραβιούνται.. Κοιτάζω τόν όρθιο που έχει ήδη εκτεθεί. Νά ξέρει άραγε; Νά καταλαβαίνει πόσο γυμνοί είναι οι αδένες του, πόσο ανυπεράσπιστη καί τρωτή είναι η ευαισθησία τού σώματός του, όχι, όχι αυτού που γνωρίζει, που ντύνει καί περποιείται καί τρέφει ώστε νά μήν τόν ενοχλεί, αλλά τού άλλου τό οποίο δέν υποψιάζεται, τού άλλου που αποτελείται κι αυτό από τά ίδια κύτταρα, είναι κι αυτό κάτω από τά ίδια ρούχα, αθόρυβο καί ευγενές όπως αρμόζει στούς υψηλούς κληρονόμους, σʼ αυτούς τούς εκμαυλιστικούς ήχους που τόν προσκαλούν νά συγκεντρωθεί στήν περιοχή τών γεννητικών του οργάνων, τό τελευταίο στήριγμα που τού έχει απομείνει, τό τελευταίο του νόμισμα, επειδή όλα τά άλλα τού τά έχουν πάρει, τού τά έχουν εξαντλήσει, τά έχουν μετατρέψει κι αυτά σέ βρώμικο πάτωμα ενός συνοικιακού καφενείου τό οποιο σέ προκαλεί νά τό φτύσεις καί νʼ αδειάσεις τόν χυμένο καφέ στό πιατάκι τού φλυτζανιού σου, επάνω του.
Όχι, δέν ξέρει, τό βλέπω. Δέν ξέρει πόσο σκεπασμένος από έρωτα ήταν κάποτε. Πόσα σκέπαζε ο ίδιος μέ τόν έρωτά του. Καί νά βλέπει κανείς τώρα νά τόν εμπαίζουν μʼ αυτόν τόν τρόπο! Νά τόν σταματούν πάνω σʼ ένα βήμα μισοτελειωμένο! Μʼ ένα ποτήρι νερό στόν αέρα! Μέ τό κεφάλι στραμμένο πρός τήν οθόνη! Νά τού παίρνουν έτσι τό κεφάλι! Νά τού παίρνουν έτσι τό πόδι του! Νά τού κρατούν έτσι στόν αέρα τό νερό του!
Πρέπει νά φύγω. Πρέπει νά φύγω. Είναι τόσο εύκολο νά σέ παρασύρει τό βρώμικο πάτωμα ενός καφενείου. Μπορεί κανείς νά μείνει εδώ γιά πάντα. Μπορεί νʼ αρχίσει ξαφνικά νά παρακαλεί νά τόν κλειδώσουν μέσα όταν θά κλείσουν τό βράδυ. Ή τουλάχιστον νά τόν αφίσουν νά δεί που θά τό σκουπίζουν. Είναι δυνατόν όμως τότε νά βάλει τίς φωνές. Είναι δυνατόν νά προσπαθήσει νά τούς σταματήσει. Κι εκείνοι δέν θά καταλάβουν. Δέν θά καταλάβουν πως δέν μάς ενδιαφέρουν τά σκουπίδια που είναι στό πάτωμα. Αυτά καλά βρίσκονται εκεί. Διέγραψαν τήν τροχιά τους κι έπεσαν. Καλά. Πολύ καλά. Γιατί πρέπει νά μετακινηθούν; Γιατί πρέπει νά τούς αλλάξουμε θέση; Ο άνθρωπος. Ο όρθιος άνθρωπος μάς ενδιαφέρει. Που ξαφνικά μένει ακίνητος. Που μάς τόν αρπάζει ξαφνικά μιά οθόνη. Γιατί δέν έμεινε κανείς που νά μπορείς νά κάνεις έρωτα μαζύ του. Κανείς. Καί η ζωή τών ανθρώπων είναι ένας απέραντος αυνανισμός.
Πρέπει νά φύγω. Πρέπει νά φύγω. Δέν μπορώ πιά νά αυνανίζομαι μαζύ σας. Κάποτε σκεπαζόμουν ολόκληρος από έρωτα. Κάποτε σκέπαζα τόσα πολλά μέ τόν έρωτά μου. Τό σώμα μου είναι ένας υψηλός κληρονόμος. Δέν μπορεί νά τό προσπερνάτε έτσι σημαδεύοντας τά σκουπίδια που βρίσκονται στή θέση τους. Αυτά διέγραψαν τήν τροχιά τους καί έπεσαν. Καλά. Πολύ καλά. Είναι στή θέση τους. Είναι στή θέση τους σάς λέω! Μήν τούς ακούτε! Ο όρθιος άνθρωπος! Ο όρθιος άνθρωπος μάς ενδιαφέρει!
Κυριακή 26-11-1978
Πόσο αργός είναι ο θάνατός μου. Κρατάει τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια, βασανίζοντάς με μέ τήν αναποφασιστικότητά του. Πόσο κλεισμένος είναι στόν εαυτό του. Καί νά μήν έχω πού νά τόν πάω. Νά μήν έχω τέσσερις τοίχους δικούς μου νά κλειστώ μέσα μαζύ του. Νά είμαι υποχρεωμένος νά τόν σέρνω διαρκώς στά καφενεία, κοντά σέ τόσους ξένους ενοχλητικούς ανθρώπους.
(73) Αγία Παρασκευή 1979
Πώς τόλμησα μέχρι τώρα νά κρίνω τούς ανθρώπους; Σέ τέτοια συμπεράσματα στηρίχτηκε λοιπόν η ζωή μου;
Είναι σωστό ότι ο άνθρωπος είναι τό αποτέλεσμα τών πράξεών του. Κοιτάζω τόν εαυτό μου καί τά κίνητρά του μέ ανατριχιάζουν. Γιατί είναι αυτά τά ίδια τά κίνητρα που προκαθόριζαν τά συμπεράσματά μου. Έπρεπε νά δικαιολογήσουν τήν ύπαρξή τους, τήν τάση που υπεδαύλιζαν, τήν κίνηση που προκαλούσαν.
Ά, η αρχική μου πρόθεση. Η αρχική μου πρόθεση ήταν μιά εγγενής προδιάθεση ώστε νά αποφεύγεται κάθε τι κακό, κάθε άσχημο, κάθε μικροπρεπές καί νά προσφέρεται ό,τι εκτιμούσα απʼ αυτά που ανεκάλυπτα μέσα μου, που απεμόνωνα απʼ τόν κόσμο. Ήταν αρκετό αυτό; Ναί, ήταν αρκετό. Μέ εξευγένιζε στά μάτια μου. Μέ δικαίωνε. Καί μετά από μιά τέτοια αναγνώριση είχα πιά δικαιώματα στό περιβάλλον μου. Πλέον απαιτούσα από τούς άλλους μιά ανάλογη προσφορά.
Τώρα αναγνωρίζω πως ήταν λάθος νά επιτρέψω στόν εαυτό μου νά κρίνει τούς άλλους μέ μέτρο αυτή τήν αρχική πρόθεση. Έπρεπε νά είχα διακρίνει νωρίτερα, νά είχα ανιχνεύσει πιό προσεκτικά τό εσωτερικό τους. Γιατί όλοι τήν έχουν αυτή τήν πρόθεση. Είναι κοινή σέ όλους, έτσι όπως ακριβώς τήν αισθανόμουν κι εγώ καί γιʼ αυτό δέν μπορεί νά χρησιμοποιηθεί σάν μέτρο σύγκρισης. Όταν έκρινα τούς άλλους τούς απεγύμνωνα απʼ αυτή μέ μιά αυθαιρεσία που μόνο σέ μιά ανίδεη ύπαρξη σάν τήν δικιά μου θά μπορούσε νά συναντήσει κανείς.
Θαμμένος κάτω από έναν σωρό ανεπίστρεπτων πράξεων, συμπεριφορών που διεμόρφωσαν οριστικά τόν μικρό χώρο γύρω μου που τόν μετακινώ μαζύ μου όπου κι άν πάω, δρέπω τούς καρπούς μιάς αφέλειας καθόλου αγνής, μιάς ανικανότητας εκμαυλιστικής, που υποχρέωσαν, γιά χάρη τών αμφίβολων ηδονών τους, τούς ανθρώπους που μέ πλησίασαν νά τίς πληρώσουν ακριβά. Έχασα τά καλλίτερά τους κομμάτια, τόν καλλίτερό τους εαυτό που προσφέρονταν αυθόρμητα στήν πρώτη επαφή, στήν προσπάθειά μου νά τούς προσαρμόσω, νά τούς συμπιέσω μέσα στά συμπεράσματα τής κρίσης μου γιʼ αυτούς.
Η μοναξιά μου έχει κερδιθεί μετά από πολλούς κόπους, μετά από πολλές προσπάθειες γιά τήν συστηματική απόρριψη αυτών που μέ πλησίασαν κάποτε. Αυτό που έχει απομείνει τώρα γιά νά τήν υποδεχτεί δέν μπορεί παρά νά υποφέρει. Νά υποφέρει γιά τίς αδικίες που έχουν γίνει στʼ όνομά του. Γιά τίς τρυφερές χειρονομίες που ανεκόπησαν μετέωρες πρίν τό αγγίξουν, γιά τά γεμάτα κατανόηση βλέμματα αγαπημένων προσώπων που χαστουκίστηκαν βίαια μέ τήν υποψία ότι υποτιμούν, γιά τίς μακρυές ώρες αναμονής καί τό σιγανό άδειασμα τών καρδιών πρός τίς οποιες δέν επετράπει νά πλησιάσουν.
(77) Αγία Παρασκευή 1979
Κύριε. Ποιό πολύτιμο υλικό, ποιάς σπάνιας ουσίας τήν αγνότητα απεφάσισες νά διασώσεις; Εξερευνάς, εξερευνάς λοιπόν ακόμα τά βάθη σου;
Ποιάς έξοχης ανακάλυψης είμαι τό θύμα; Ώ, δέ μέ σκέφτηκες, δέ μέ σκέφτηκες πάνω στόν ενθουσιασμό σου Κύριε.
Ένα διάφραγμα. Ώστε λοιπόν αυτό είμαι; Ένα πώμα, μιά καλυπτήριος επιφάνεια. Κι ίσως ακόμη ούτε κάν αυτά.
Κοίταξέ με. Έχω παραμορφωθεί. Κάθε στοιχείο μου είναι στή θέση του. Κάθε μέλος μου δονείται όπως πάντα στόν παλμό που τού έταξες. Είμαι ένα τέλειο όργανο. Όμως κοιταξέ με. Δέν είμαι ο ίδιος.
Τήν είχες προβλέψει αυτή τήν πορεία; Ήταν κι αυτή η παραμόρφωση μέσα στό αρχικό σου σχέδιο;
Είναι τόσος καιρός τώρα που αναρωτιέμαι γιά τίς διαστάσεις μου. Πόσες είναι οι διαστάσεις μου Κύριε;
Κάθομαι μπροστά σʼ ένα γυάλινο βάζο που τό γέμισα νερό καί λάδι. Τί τέλεια που χωρίζεται τό ένα από τό άλλο! Αυτός ο διαχωρισμός έχει μιά υπόσταση, μιά ύπαρξη, είναι μιά εντολή. Κύριε, είναι δυνατόν μιά τέτοια εντολή νά αποκτήσει δικιά της οντότητα έξω απʼ τό πλαίσιο μέσα στό οποιο λειτουργεί; Είναι δυνατόν νά αποκτήσει συνείδηση τού εαυτού της; Ώ, ναί Κύριε. Είναι! Καί τότε ποιό είναι τό πρώτο πράγμα που θά κάνει; Τί θά αναζητήσει αμέσως έντρομα τό βλέμμα της; Θά αναζητήσει τίς διαστάσεις της Κύριε.
Ώ, εγώ λοιπόν είμαι υπεύθυνος γιά μιά τέτοια αγωνία;
Αλλοίμονο ποιός άλλος θά μπορούσε νά ήταν. Εσύ Κύριε;
Συμμερίζομαι τή μεγάλη σου αδυναμία. Ό,τι φτιάχνεις δέν μπορεί παρά νά είναι τέλειο. Δέν έχεις αμαρτήσει ποτέ Κύριε γιά νά ξέρεις τήν αγωνία μιάς εντολής διαχωρισμού που αναζητά τίς διαστάσεις της.
Μέ συμπιέζουν αυτά που κρατώ χωρισμένα. Στίς προσπάθειές τους νά μέ διαπεράσουν, νά διεισδύσει τό ένα στό άλλο, μέ διατείνουν ως τά όριά μου. Στίς εσοχές καί τίς εξοχές, στούς κυματισμούς, στούς απότομους κραδασμούς καθώς ονειρεύονται, στά ξαφνικά τινάγματά τους, παρεμβαίνω σωστά όπως μέ πρόσταξες, επεμβαίνω, οπισθοχωρώ, ελίσσομαι.
Κύριε δέν έχω πρόσωπο δικό μου; Δέν έχω διαστάσεις λοιπόν;
Πρέπει νά σού εξομολογηθώ καί τόν μεγάλο μου φόβο. Τί θά συμβεί όταν πιά δέν θά μέ χρειάζεσαι άλλο; Όταν θά αποφασίσεις ότι ο διαχωρισμός κράτησε αρκετά, ότι όλα έχουν ωριμάσει γιά τήν ένωση, όταν θά αναστείλεις τήν λειτουργία μου; Σάν τί θά εξακολουθώ νά υπάρχω τότε Κύριε; Τί θά διαχωρίζω;
(78) Αγία Παρασκευή 1979
Όλες οι φιλοσοφίες τού κόσμου, ακόμα κι οι Ανατολικές γιά τίς οποιες τρέφω έναν απέραντο σεβασμό, δέν έχουν καταφέρει νά εξηγήσουν πώς δημιουργήθηκε τό πρώτο ρήγμα. Τί είδους δύσκολη προσπάθεια, ποιός επικίνδυνος ελιγμός, ενώπιον ποίου, θά ήταν ποτέ δυνατόν νά διαστρεβλώσει μέ τήν ενοχή τής αποτυχίας του τήν αρχική πρόθεση μιάς τέτοιας περηφάνειας;
Η Φύση είναι περήφανη. Καί η ανθρώπινη μικροπρέπεια είναι η ντροπή της.
Μέ μιά τέτοια κληρονομική ρωγμή στό στήθος πλανιέμαι σʼ αυτές τίς πεδιάδες που δέν ανθίζουν άλλα λουλούδια. Μέσα της αναδεύεται η σφύζουσα ανυπόμονη ρώμη τής επιδεξιότητάς της. Έχει ασκηθεί στούς αιώνες. Αυτής καί κανενός άλλου είμαι δέσμιος.
Η μοναδική επιδεξιότητα που αναγνωρίζω στόν εαυτό μου είναι η επιδεξιότητα τής μικροπρέπειάς μου.
Τί μέ κάνει νά διαφέρω απʼ τόν Θεό μου; Τό ότι εγώ έχω γνωρίσει τόν φόβο.
Είναι δυνατόν, είναι δυνατόν, αναρωτιέμαι, η ύπαρξή μου νά έχει χρησιμεύσει στό Θείο σάν ένα μέσον γιά νά βιώσει όλες αυτές τίς κατώτερες κατηγορίες αισθημάτων μέ τίς οποιες δέν ήθελε νά μολυνθεί; Κι η ελευθερία μου, η «ελεύθερη βούλησή» μου δέν είναι τίποτʼ άλλο παρά η άδεια που μού έχει παραχωρηθεί νά κινούμαι ανάμεσα σʼ αυτά τά αισθήματα, νά μεταπηδώ συνεχώς από τό ένα στό άλλο, νά αφίνομαι νά κατασπαραχθώ από ένα από αυτά, όποιο μού προκαλεί μιά έντονη ηδονή ώστε νά επικρατήσει;
Ο Θεός είναι μέσα μου αλλά εγώ είμαι έξω απʼ τόν Θεό.
Τό άπειρο δέν είναι τό αποτέλεσμα μιάς διαρκούς επέκτασης αλλά ενός διαρκούς περιορισμού.
Ποιό ασύλληπτο ελάχιστο χρησιμοποιείς λοιπόν γιά νά εκτείνεις τό απέραντο άπειρό σου;
Πρός τό εσωτερικό τών σχημάτων, πρός τό εσωτερικό τών σχημάτων, μέσα σέ μιά διαρκή κίνηση συστολής, συντρίβοντας συνεχώς μέ τήν ιλιγγιώδη ταχύτητα τής διαφυγής του τά όρια τού κέντρου, αποκρούοντας συνεχώς μέ φρενιασμένες προσπάθειες τίς απόπειρες τού χώρου νά τό ενσωματώσει, αρνούμενο νά υποκύψει στίς αυταπάτες του που τό μορφοποιούν στιγμιαία, απορρίπτοντας κάθε είδους σύγκριση μέ οποιοδήποτε μέτρο ώστε νά εξουδετερώνει τόν χρόνο, ανεπίστρεπτο, άκυκλο, δραπετεύει τό Θείο. Πώς παρασύρθηκα νά εκλάβω σάν εντολές τούς στροβιλισμούς που αφίνει στή φυγή του; Πώς υπέκυψα στήν αλαζονεία νά ανακηρυχθώ κληρονόμος αυτών τών ασήμαντων αναδεύσεων; Συντηρητής ενός αναρριγώντος ηδονικά κενού από τήν έκσταση τής διάτρησής του; Κυνηγός τών υπολειμάτων τής απουσίας του; Προσκολλημένος μέ νεκρική αφοσίωση στήν αναμονή τού αναστάσιμου αγγέλματος τού τελικού γδούπου, που θά σήμαινε ότι επιτέλους σταμάτησε μέσα μου καί τό κατέχω;
Επιπόλαιος. Επιπόλαιος.
Καταδικασμένος συνεχώς νά συγκρίνω, συνεχώς νά επιλέγω, προαγωγός τών αποφάσεών μου, μεταστροφεύς τών μέτρων μου, χλευαστής τών προθέσεών μου. Κι όμως ελπίζοντας μέ μικρούς σπασμούς, επιπλέοντας μέ μικρές παύσεις, επιβιώνοντας μέ προκηρύξεις δημοπρασιών τών αδένων μου…
(79) Αγία Παρασκευή 1979
Ζήσαμε μαζύ τόσον καιρό κι όμως ποτέ δέν συνάντησα τό βλέμμα σου. Θέλω νά πώ, ποτέ δέν σέ είδα νά μέ κοιτάς σάν κάτι που θά μπορούσε νά λείψει. Κι όχι μόνο εμένα μά καί τά πράγματα γύρω μας, τό περιβάλλον που μοιραζόμαστε, τήν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που δημιουργεί η σχέση μας καί που τήν συντηρούμε καί τήν φροντίζουμε μέ τήν σιωπηλή αποδοχή τού ενός από τόν άλλον…
Καί μάλιστα αυτά πιό πολύ, επειδή, μέ έναν περίεργο τρόπο, ό,τι πηγάζει από μέσα μας, ό,τι γεννιέται απʼ αυτή τή σχέση που ωριμάζει σιγά σιγά, φαίνεται νά τά αγκαλιάζει καί νά μπαίνει μέσα τους, νά τά μεταβάλλει καί νά τά φωτίζει μʼ ένα ξεχωριστό καί τελείως δικό της φώς, έτσι ώστε, αυτόν τόν καιρό που είμαστε μαζύ, νά μή μοιάζουν καθόλου μέ αυτό που ήσαν παλιότερα, πρίν συναντηθούμε, κάνοντάς μας νά νομίζουμε ότι είμαστε κι εμείς διαφορετικοι. Είναι σίγουρο ότι θά θελήσουν νά διατηρήσουν αυτή τήν αίγλη γύρω τους, έτσι φαίνεται νά πιστεύεις, καί εκεί, σʼ αυτό ακριβώς, είναι συγκεντρωμένος όλος ο κίνδυνος. Γιατί κι άν εγώ λείψω, κι άν ξαφνικά τό βλέμμα σου γυρνώντας νά μέ συναντήσει βρεί τή θέση μου αδειανή, αυτό τό ξέρω καλά πως δέν θα σέ πειράξει καθόλου. Ίσα ίσα μάλιστα, τό αισθάνομαι πως θά ανακουφιστείς από τό βάρος κάποιου που όσο κι άν είναι ευχάριστος κι επιθυμητός καί πάνω του έχεις στηρίξει όλες σου τίς ελπίδες, ωστόσο σέ πιέζει καί σέ περιορίζει καί νοιώθεις υπόχρεος απέναντί του γιά ό,τι σού προσφέρει καί κατά βάθος θάθελες νʼ απαλλαγείς. Όταν όμως στρέψεις τό βλέμμα σου στά πράγματα που τόσον καιρό μάς συντρόφευαν, όταν γείρεις γιά νʼ ακουμπήσεις επάνω τους καί νά πάρεις δύναμη, πολύ φοβάμαι πως δέν θά τά βρείς εκεί. Γιατί εκείνα θά είναι που έχουν φύγει πραγματικά. Αυτά θά σέ έχουν εγκαταλείψει καί η αληθινή μοναξιά τότε θά σέ γεμίσει ολόκληρον, επειδή η μοναξιά δέν είναι η απουσία ενός συντρόφου αλλά η άρνηση τών πραγμάτων γύρω σου νά επιτρέπουν νά τά αγγίζεις, η φυγή τους σέ κάθε κίνησή σου πρός τό μέρος τους, καί η νοσταλγία θά σέ λειώνει όπως τό κερί γιατί όλα αυτά θά είναι μπροστά σου όπως πάντα κι όμως ξένα καί κρύα καί κανένα παρακάλιο, κανένας τρόπος δέν θά μπορεί νά τούς ξαναδώσει τήν παλιά ζεστή τους όψη, ούτε ακόμα κι εγώ άν εμφανιζόμουν ξανά, ούτε ακόμα κι η δικιά μου επιστροφή που θά τή νομίζεις τό μόνο γιατρικό, τή μόνη σωτηρία. Επειδή κάθε τι συμβαίνει μιά φορά, καί η φορά που απέκτησαν αυτή τήν όψη που μάς γοητεύει τώρα, θά έχει πιά περάσει γιά πάντα.
(80) Αγία Παρασκευή 1979
Τί δημιουργεί τήν ανθρώπινη μικροπρέπεια; Η έλλειψη πάθους. Αυτή η σύγχρονη συναισθηματική φυματίωση από τήν οποια προσβάλλονται τά παιδιά μας.
Ώ ευαίσθητοι γονείς. Η πνευματική ανεπάρκεια τού συντρόφου σας δέν είναι αρκετή δικαιολογία. Μήν υποχωρείτε. Αγωνιστείτε.
Ο,τιδήποτε γίνεται κάτω απʼ τήν επίδραση ενός πάθους δέν μπορεί νά χαρακτηρισθεί σάν μικροπρέπεια. Τό λιοντάρι παραμονεύει τό θύμα του καί τό αιφνιδιάζει. Η μικροπρέπεια γεννιέται απʼ τούς μικρούς καθημερινούς φόβους τών ενοχών γιά τίς απαγορευμένες επιθυμίες τής καρδιάς. Η καρδιά καταδικάζεται στή σιωπή. Ο μέσος άνθρωπος κυκλοφορεί χωρίς καρδιά στό στήθος του. Η καρδιά είναι προνόμιο μόνον εκείνων που περιφρονούν τό κοινωνικό καθεστώς. Αυτά τά δυό πάνε μαζύ. Όταν η καρδιά έχει μείνει ζωντανή, παρʼ όλες τις προσπάθειες τού περιβάλλοντος, γυρίζει κάποια στιγμή και κοιτάζει την κοινωνική συμβατικότητα. Την κοιτάζει κατάματα και βαθειά και γνωρίζει το ηλίθιο, νεκρό της πρόσωπο. Το χτικιασμένο και μαραμένο κορμί της. Τα λεπρά της χέρια που απλώνονται προς το μέρος της. Ακούει τις άρρωστες ανάσες αυτών που έχουν βουλιάξει μέσα της. Και οπισθοχωρεί με φρίκη.
Αγία Παρασκευή
Υπήρξα παιδί ανεπαρκές. Μού ενεπιστεύθησαν τούς γονείς μου εν λευκώ. Ωστόσο δεν ελειτούργησα καλώς. Απέτυχα εις την αποστολήν μου. Όταν αντελήφθην ποίος ήτο προς φύλαξιν και ποίος ο φύλαξ, ήτο πλέον αργά.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ (Κείμενα 1-80, 1971-1979)









