Δέκα χρόνια κάτω από το ίδιο απόγευμα

 

«Είναι φορές που προσπαθείς να αναδιατάξεις το τοπίο. Να βρεις το όριο της μελαγχολίας σου. Κι ύστερα πρηνής και φοβισμένος να ψάχνεις για προμηθευτές, δύστροπους αναβάτες, παρόχθιους ήρωες, προστάτες ή εφιάλτες ─μα τίποτα πια δεν απομένει στο πεδίο σου. Εκείνα τα λευκά πουλιά που προσδοκούσες γίνανε λεπροί αμελητέοι».

Με αυτούς τους στίχους ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος στη μεγαλύτερη ωριμότητά του βλέπει τον κόσμο.

Στην τελευταία του ποιητική συλλογή, με τον υποβλητικό και οξύμωρο τίτλο Το απόγευμα ενός μειλίχιου εκδορέα, ό,τι απαρτίζει έναν άνθρωπο, από το σώμα ως τη φθορά και από τη μνήμη ως την ιστορία, συνυφαίνεται σε ένα τοπίο εσωτερικής αναμέτρησης. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες συλλογές, εδώ κυριαρχούν μάλλον εντονότερα η υπαρξιακή αγωνία και ο απολογισμός των ηττών και των απωλειών μέχρι την παρούσα στιγμή, καθώς και των διαψεύσεων εκείνων που συνέβαλαν σε μια ταχύτερη ωρίμανση.

Εξαιρετικός μάστορας του λόγου, με μεστή γραφή, ο Τασιόπουλος, βαθαίνει λοιπόν ακόμη περισσότερο προς ένα μέσα ατένισμα.

Όταν, σε τηλεφωνική μας επικοινωνία με τον Βαγγέλη, άκουσα τον τίτλο της συλλογής του Το απόγευμα ενός μειλίχιου εκδορέα, ομολογώ πως ενθουσιάστηκα και του το εξέφρασα. Η σύνδεση μιας τόσο βίαιης ιδιότητας (εκδορέας) με ένα τόσο πράο επίθετο (μειλίχιος) μου δημιούργησε μια παράδοξη γοητεία.

Πώς η βία μπορεί να ασκείται με ηρεμία; σκέφτηκα. Κι ας ήξερα πόσο υπαινικτική στιχουργικά έως τώρα υπήρξε η γραφή του Τασιόπουλου. Αυτό είναι ένα θαρρώ και από τα σημαντικότερα ερωτήματα στη συλλογή. Πώς γίνεται η βία αποδεκτή, κανονικοποιείται και κρύβεται πίσω από πρόσωπα και θεσμούς που εμφανίζονται ως πολιτισμένα; Συνηθισμένα πράγματα του σήμερα δηλαδή….

 

Στη συλλογή μας δίνονται σαράντα πέντε ποιήματα και πεζοποιήματα μιας δεκαετίας χωρισμένα σε δύο ενότητες.Ας σημειωθεί, πως η χρονική περίοδος των δέκα χρόνων που χρειάστηκε η ολοκλήρωση αυτής της συλλογής κατά τα προφορικά λεγόμενα του ποιητή δεν είναι απλώς μια βιογραφική λεπτομέρεια ως πληροφορία και θα δούμε τους λόγους παρακάτω…

Και μια και αναφέρθηκα σε βιογραφικές λεπτομέρειες, δεν σημαίνει ότι ο Τασιόπουλος μένει μονάχα στο προσωπικό, γιατί ακριβώς δεν υπάρχει εδώ η εξομολόγηση του ανθρώπου που κάθεται απέναντί σου και σου διηγείται τη ζωή του με τη σειρά.Υπάρχει κάτι πιο πλάγιο και συνάμα πιο δύσκολο.

Πώς ξεκινά κανείς λοιπόν να ξεδιαλύνει την ποίηση του Τασιόπουλου και να γράψει γι΄ αυτήν ώστε να μην μακρηγορήσει; Μοιάζει λίγο αδύνατο το εγχείρημα. Έτσι επιλέγω να ακολουθήσω προς διευκόλυνσή μου/σας τη διαδρομή εκείνης της μετακίνησης του ανθρώπου που μιλά μέσα στη συλλογή.

Η διαδρομή ξεκινά από τις απώλειές του ποιητή και στη συνέχεια ακολουθεί η προσπάθεια της κατανόησης του ίδιου από πού προέρχονται αυτές οι απώλειες, ποια θέση έχουν μέσα στην ιστορία και ποιο μερίδιο του αναλογεί.

 

« Σε ποιον οφείλεται ο όλεθρος; Αναρωτιέται.»

Βλέπετε, είναι περισσότερο η επίγνωση πως ορισμένα πράγματα πέρασαν οριστικά και τίποτα δεν μπορεί να τα ξαναφέρει στην αρχική τους κατάσταση. Έτσι, ο ποιητής προβαίνει στην κατασκευή μιας κάμαρας για να χωρέσουν ο έρωτας, ο θάνατος, η οικογενειακή μνήμη και ο χρόνος.

Και τι κάμαρα είναι αυτή; Είναι μια υπόγεια κάμαρα! Αυτός ο άνθρωπος κατεβαίνει σε ένα υπόγειο καμαράκι που λειτουργεί σαν θέση θέασης, εξ ου και η αναφορά στη γνωστή φωτογραφία του Ν. Καρούζου, στο «υπόγειο υπερώο» του. Ο άνθρωπος/ποιητής βρίσκεται χαμηλά και κοιτάζει τον κόσμο από μια απόσταση που δεν του επιτρέπει να συμμετέχει αμέριμνα σε αυτόν. Υπάρχει το άστρωτο κρεβάτι, το φοβισμένο πουλί, το παράθυρο, το λίγο φως που πρέπει σχεδόν να μετρηθεί. Ο ποιητής φαίνεται να αναγνωρίζει σε αυτή την εικόνα μια ολόκληρη κατάσταση ύπαρξης και όχι μόνο έναν άλλο ποιητή.

Η αναφορά «στη γνωστή φωτογραφία απ’ το υπόγειο»του Καρούζου έχει ήδη μετατρέψει το υπόγειο σε θέση παρατήρησης.

Ο Τασιόπουλος παίρνει αυτή την εικόνα και να την περνάει μέσα στη δική του ποιητική μυθολογία με όμορφο τρόπο, μεταφέροντας το καρουζικό υπόγειο απ΄ τον πραγματικό χώρο στον ψυχικό.Το ενδιαφέρον και η διαφορά όμως είναι ότι το υπόγειο του Τασιόπουλου χρησιμοποιείται ως τόπος επιστροφής. Η μόνη κοινή τους ενατένιση είναι στη μοναχικότητα που είναι ένας διαφορετικός τρόπος να δει κανείς τον κόσμο.

Κι ας μην πρόκειται, στην περίπτωση του Τασιόπουλου, για τη μοναξιά κάποιου που δεν έχει ανθρώπους∙ οι άνθρωποι είναι παντού. Είναι οι παραθεριστές με τα μεγάλα μάτια, οι έμποροι, οι συγγενείς, οι γυναίκες, οι εραστές, οι θεατές, οι αρλεκίνοι, οι εργάτες, οι περαστικοί. Μόνο που ο ποιητής τους βλέπει λίγο διαφορετικά. Εκείνοι «ατενίζουνε την άβυσσο» χωρίς να φαίνεται πάντοτε ότι την αναγνωρίζουν, ενώ εκείνος την έχει ήδη δει. Ο ποιητής έτσι κι αλλιώς βρίσκεται στα ποιήματά του μέσα στον κόσμο του και συγχρόνως λίγο έξω απ’ αυτόν.

Κατεβαίνει λοιπόν, σ΄ αυτήν την υπόγεια κάμαρα για να κοιτάξει τι έμεινε, ψάχνοντας τα ίχνη. Και θαρρώ πως μέσα στα ίχνη αυτά είναι που βρίσκεται ομειλίχιος εκδορέας!

Ο εκδορέας, ίσως η πιο παράξενη και συγχρόνως η πιο εύστοχη μορφή της συλλογής. Τον συναντούμε μέσα στην καθημερινότητα «της τίμιας εργασίας του», περιτριγυρισμένο από εργαλεία, σφάγια και ανθρώπους. Παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος παρά σαν τέρας, που εκτελεί μια σκληρή εργασία και έπειτα επιστρέφει «στην ταπεινή του κάμαρα»∙ εκεί, μακριά από τους άλλους, βρίσκεται αντιμέτωπος με όλα όσα έχει κουβαλήσει.«Είχε πολλούς θανάτους πάνω του», γράφει ο ποιητής.

Γιατί όμως μειλίχιος; Εικάζω έναν πρώτο λόγο σε αυτό το σημείο. Ενώ ο εκδορέας θα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος της βίαςκαι της σκληρότητας της ζωής, γίνεται ο άνθρωπος που έχει περάσει μέσα από πολλά και επιστρέφει κάθε βράδυ έχοντας επάνω του τα ίχνη των απωλειών. Δεν μπορεί πια να υποκριθεί ότι όσα έζησε δεν τον άγγιξαν∙ είναι ο ίδιος ο ποιητής!

Και γι’ αυτό, και κατά την προσωπική μου άποψη, έχει σημασία η παρουσία του ποιήματος ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ. Στο ποίημα αυτό ένας άντρας κοιτάζει τη ζωή του, τις συνήθειές του, τις μικρές απολαύσεις, τις ήττες του. Είναι«αξιοπρεπής, ευγενικός κι έντιμος». Είναι«οικόσιτος, ασφαλής και ηττημένος». «Έπαιξε για μιαν εικόνα στα μέτρα του» ή «για μιαν εικόνα έπαιξε στα μέτρα του / δίχως εντέλει αυταπάτες, όπως όλοι». Έχτισε τη ζωή του και συγχρόνως έγινε το ίδιο το κτίσμα της. «Χτίστης και κτίσμα», στίχος που μοιάζει να συνοψίζει ολόκληρη την ποιητική συλλογή. Είναι ο μειλίχιος εκδορέας!

Θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτοβιογραφία οι ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ; Σίγουρα πάντως θα μπορούσαν να σταθούν ως αυτοπαρατήρηση. Μήπως εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αλλαγή που μπορεί να υπαινίσσεται η δεκαετία της συγγραφής; Επανέρχεται ο ποιητής και πάλι στα ίδια ερωτήματα: τι χάθηκε, γιατί χάθηκε, τι θυμάμαι από αυτό και τέλος, ποιος ήμουν μέσα σε όλα αυτά;

Και δεν ενδιαφέρει τόσο η πρόσοψη όσο για το τι έχει μείνει πίσω απ΄ αυτήν. Ένας δεύτερος λόγος γιατί η εικόνα του εκδορέα είναι τόσο εύστοχη, αφού πρώτα αφαιρείται το δέρμα για να φανεί τι υπάρχει από κάτω.

Και μήπως ο ποιητής διασκορπίζει τον εαυτό του σε διαφορετικά πρόσωπα (ο κύριος Δ., ο Μίλτος, ο Τειρεσίας, ο δαφνοστεφής, οι παραθεριστές, οι απόμαχοι, οι τενεκετζήδες, οι άστεγοι, οι νεκροί, οι ερωτευμένοι, οι άρχοντες) για να μπορέσει να τον παρατηρήσει από ασφαλή απόσταση;

Η ποίηση του Τασιόπουλουδεν χωράει εύκολα στις γνωστές λέξεις «κοινωνική», «πολιτική», «υπαρξιακή». Στο απόγευμα του μειλίχιου εκδορέα, όλα αυτά μοιάζουν να έχουν έρθει πιο κοντά στον ίδιο τον ποιητή.Η Ιστορία έχει εγκατασταθεί για τα καλά μέσα του και να ένας λόγος για κάποιες επισκευές ώστε να προχωρήσει στο μέλλον.

 

Γράφει και στο ποίημα ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ

 

Αν είμαι εγώ ο κληρονόμος / σκέφτομαι πως πρέπει / να αποκαταστήσω τα ναυάγια. /

Οι ένοικοί του είμαι εγώ / απώλειες χτίζω στις μικρές ρωγμές / τις ιστορίες ησυχάζω. /

Μ’ ασβέστη κι αγριολούλουδα / στους τοίχους πολεμώ στον ελάχιστό μου ενεστώτα.

 

Βέβαια, ο ποιητής δεν περιμένει πια να αποκατασταθούν όλα, αρκείται σε μια επισκευή για τη συνέχιση. Δεν ζητά να γίνει ξανά καινούργιο το σπίτι για να κατοικηθεί κι αυτό είναι μια πολύ διαφορετική μορφή ελπίδας.

Μοιάζω λίγο του ποιητή, και παίρνω κι εγώ πλάγια τα πράγματα. Εξηγούμαι: Αν το σπίτι είναι η ποίηση, αν η υψικάμινος είναι η ποίηση, οι στίχοι σε πλάγια ανάγνωση φροντίζουν και πάλι για τους άλλους: «Είχα σκοπό για τα ψηλά ν’ απευθυνθώ στον τεχνικό, / οι καλεσμένοι πώς θα ανέβαιναν τόσους ορόφους;». Και πιο κάτω: «Γύρισα πίσω /  με δυο χρυσά πορτοκάλια, θα μπορούσα να φωτίσω /  τα σκαλοπάτια έτσι / κι οι καλεσμένοι μου να ανέβουν στα ψηλά / σαν όνειρα στην υψικάμινο».

Και αν σταθώ σε μια τέτοια μορφή ελπίδας, υπερπηδώντας αρκετά γεγονότα της συλλογής, εκεί, λίγο πριν το τέλος, ο ποιητής μας δίνει τέτοιες μορφές ελπίδας όπως τα δυο χρυσά πορτοκάλια που φωτίζουν τα σκαλοπάτια, αλλού δύο φυλλαράκια δεντρολίβανο, αλλού ένα πουλί που βρίσκει θέση στη σκεπή ή μια ρωγμή από την οποία περνά η άνοιξη. Μικρά πράγματα που αποκτούν μεγαλύτερη σημασία (αυτό που είθισται δηλαδή στη βαθιά ωριμότητα). Πέρασαν και δέκα χρόνια, ας μην το ξεχνάμε, από την αρχική λέξη της συλλογής ως την τελευταία τελεία. Ο ποιητής/άνθρωπος δεν περιμένει πια τη μεγάλη λύση. Έχει καταλάβει ότι η ζωή δεν του τη χρωστά και δεν εμπιστεύεται πια εύκολα τη «νίκη», την «προσφορά», δεν εμπιστεύεται τον «ευδαίμονα» άνθρωπο, ναι, κάποτε δεν εμπιστεύεται ούτε και τον ίδιο εαυτό του! Κάποια στιγμή το λέει σχεδόν ωμά: «Ίσως σας φαίνομαι ήσυχος / Πολίτης / Ευδαίμων / Από δόλο ελκυστής / Ακούστε με λοιπόν / Μη με πιστεύετε, όμως».

Κι αν δεν είναι στίχος ώριμος αυτός, τότε τι;Ακόμη και η ποίηση ενίοτε γίνεται χώρος αμφιβολίας ή ακόμη και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι οργανώνουν τις κοινωνίες τους και δικαιολογούν τις πράξεις τους. Ο Τασιόπουλος όμως, μπορεί τελικά, όπως είδαμε, να «φέρει λίγο φως για να ανέβουν οι άλλοι», που είναι κατά τη γνώμη μου και ωριμότερη αντίληψη της ποίησης. Δε μας κραυγάζει «θα σώσω τον κόσμο», μας λέει θα μπορούσα να φωτίσω λίγο τα σκαλοπάτια.

Γνωρίζει επίσης ότι τα ποιήματα δεν θα του επιστρέψουν το χαμένο πρόσωπο, κι όμως εξακολουθεί να τα καλεί, ξέρει ότι η μνήμη παραποιεί, κι όμως επιστρέφει σ’ αυτήν, ξέρει ότι το σπίτι δεν θα γίνει ποτέ όπως πριν, κι όμως διορθώνει τη σκεπή, ξέρει ότι η πληγή δεν θα κλείσει εντελώς, κι όμως την κοιτάζει. Η δουλειά του, η δουλειά ενός μειλίχιου ποιητή εκδορέα, είναι να μην αφήσει τα πράγματα να χαθούν χωρίς ίχνος!

 

Τα δέκα χρόνια ως βιογραφικά περιστατικά, είναι οι μεταβολές της ποιητικής συνείδησης του Τασιόπουλου. Άραγε να βρίσκεται εδώ μια πρώτη μεταβολή του ποιητή μέσα στη δεκαετίαότι η απώλεια και η καταγραφή της θα αποτελούν πλέον το υλικό κατασκευής του;

Αφαιρεί τη σάρκα από τους άλλους ─ ξανά ο στίχος, «είχε πολλούς θανάτους πάνω του» ─ και επιστρέφει στη δική του σάρκα. Ιδού και η ανατροπή και ιδού μια ωραιότατη αλληγορία με μαεστρία κατασκευασμένη πως όλοι τελικά μπορούν να γίνουν εκδορείς!

Να μην παραλείψω επίσης, πως τα ποιήματα στη συλλογή αποκτούν άλλη διάσταση από την ειρωνεία του ποιητή και τις εμμονές του. Οι άνθρωποι κάνουν διακοπές δίπλα στην άβυσσο, ο κόσμος διασκεδάζει πάνω από το τραύμα, το σκιάχτρο είναι μια εικόνα ανθρώπου χωρίς άνθρωπο. Και έπειτα η εμμονή με τη γνώση του βλέμματος και το τίμημά της.Ο Τειρεσίας είναι ο άνθρωπος που βλέπει, ο άνθρωπος στο υπόγειο βλέπει. Και λοιπόν; Σώθηκε κανείς από μια γνωστική υπόγεια ενατένιση; Πιότερο μάλλον πληγώθηκε. Τι γίνεται λοιπόν, όταν τα χρόνια δεν σου προσφέρουν απαντήσεις, αλλά περισσότερη επίγνωση; Μήπως «το κοίλο κάτοπτρο γίνεται κυρτό», όπως γράφει;

Δεν μπορώ να ξεφύγω από μια επανάληψη του στίχου «Έπαιξε για μιαν εικόνα στα μέτρα του»… Θα προσθέσω ένα «τουλάχιστον έπαιξε για μιαν εικόνα στα μέτρα του» και να ένας από τους κρυφούς μεντεσέδες ολόκληρης της συλλογής!

Και πλησιάζω προς το τέλος. Τώρα ο άνθρωπος που βρισκόταν κάποτε στην υπόγεια κάμαρα αρχίζει να κοιτάζει το πλήθος και να αναγνωρίζει μέσα του τον εαυτό του.«Με διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος», γράφει.Κι ας ήταν τα σκαλάκια που τον χώριζαν από το πλήθος «η ασφάλεια του νου, η εύλογη απόσταση για τη σωτηρία». Η απόσταση κάποτε μικραίνει, η τελική επιστροφή στο υπόγειο δεν θα είναι ίδια με την πρώτη κάθοδο. Στην αρχή ο ποιητής κατεβαίνει για να κρυφτεί από τον κόσμο και στο τέλος κατεβαίνει γνωρίζοντας τι έχει δει ανάμεσα στον κόσμο.

Τα ερωτήματα παραλλάσσονται: Να είναι λοιπόν τα δέκα χρόνια που χρειάστηκε αυτή η συλλογή ο χρόνος που άλλαξε την απόσταση του ποιητή απ’ όσα έγραφε; Η ενατένιση της απώλειας χωρίς κάποια προσποίηση ότι την ξεπέρασε; Η ενατένιση της ιστορίας χωρίς να παριστάνει τον αθώο;

Κυρίως, να δεχτεί πως ο άνθρωπος που ψάχνει μέσα στα ποιήματα δεν είναι κάποιος που θα βρεθεί στο τέλος και θα λυτρώσει τους πάντες. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που όλη αυτή την ώρα βρισκότανε στην υπόγεια κάμαρα και ατένιζε, περπατούσε στον δρόμο, κάποιες φορές δίπλα στη θάλασσα, στεκότανε μπροστά στον καθρέφτη. Και κάποτε, γιατί όχι, κάτω από μια σκεπή που είχε αρχίσει πια να διορθώνεται. Να, λοιπόν και ο δεύτερος λόγος για το «μειλίχιο» του εκδορέα. Ύστερα από τόσα χρόνια, έμαθε να κρατά το μαχαίρι χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να το χρησιμοποιεί.

Γι’ αυτήν τη μετατόπιση η όλη «φασαρία»… Ο μειλίχιος εκδορέας παίρνει ό,τι τον έκοψε και, αντί να το χρησιμοποιεί ξανά για να πληγώσει, το αφήνει, περασμένη ώρα, πάνω στο γραφείο της υπόγειας κάμαράς του να το κοιτά.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής κρύβει μέσα του αυτή τη μετατόπιση. Το «απόγευμα» είναι η ώρα κατά την οποία το φως αρχίζει να χαμηλώνει, είναι ακριβώς αυτή η ηλικιακή και χρονική ωριμότητα πριν από το τέλος της νύχτας… Ο «εκδορέας» είναι εκείνος που αφαιρεί την επιφάνεια για να φτάσει στη σάρκα. Και όταν αυτός ο εκδορέας είναι «μειλίχιος», τότε η βία μοιάζει να έχει μετατραπεί σε επίγνωση ότι το μαχαίρι δεν στρέφεται πλέον απαραίτητα εναντίον κάποιου, αλλά λειτουργεί σαν εργαλείο μιας αυτογνωσίας επίπονης. Έτσι, το απόγευμα του τίτλου είναι η ώριμη στιγμή ενός ανθρώπου που κοιτάζει πλέον τις απώλειες, τους θανάτους και τις αυταπάτες του με λιγότερη αντίσταση και περισσότερη αποδοχή, ενός ανθρώπου/ποιητή που έχει διασώσει κομμάτι της κοινωνικής μνήμης, έχει αποκαλύψει τους μηχανισμούς συνενοχής, έχει δει τι απομένει μετά τη φθορά, έχει αμφισβητήσει τις εύκολες βεβαιότητες και έχει διατηρήσει την αντίστασή του γράφοντας για όλα αυτά.

Τελικά, δέκα χρόνια είναι αρκετά για το γδάρσιμο των εμπειριών μας για μια κάποια απογύμνωση, για μια εσωτερική εντέλει κάθαρση;

Αξίζει να επισημάνουμε την εξαιρετική δουλειά που έγινε από τις εκδόσεις ΑΩ, εκτύπωση σε κλασική βιβλιοδεσία παρακαλώ, και αναδείχθηκαν με τον καλύτερο τρόπο και τα όμορφα εικαστικά έργα του καλού εικαστικού Ι. Α. Πρώιου.

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

Έπαιξε για μιαν εικόνα στα μέτρα του,

αξημέρωτα στη βόλτα με το τετράποδό του.

Αξιοπρεπής, ευγενικός και έντιμος.

Ταίριαζε αρμονικά

με την υποθαλάσσια σήραγγα που σχεδίαζε

για να μπορούν οι επισκέπτες

την ανάβαση στ’ αστέρια.

Έπειτα η μάχη με τη σιγανή βροχή έως θανάτου.

Και πιο μετά,

η πληρωμένη ηδονή.

Λογάριαζε χρόνια τώρα

να αλλάξει τούτη τη συνήθεια.

Έπεσε στο ποτό και

στα τσιγάρα.

Αργότερα τον συνεπήρε

η κατασκευή ομοιωμάτων

με υλικά δικής του έμπνευσης.

Ταυτίστηκε.

Αφοσιώθηκε στο μυστήριο:

Χτίστης και κτίσμα.

 

Σήμερα μέτρησε τις μέρες του βίου του

ελεύθερος από υποχρεώσεις

και συναισθήματα.

Ανέβηκε στο κάστρο

μακάρισετις φραγκοσυκιές

μύρισε το θυμάρι,

δυο φυλλαράκια δεντρολίβανο

κι ένα κλωνάρι μέντα

πρόσφερε στον Θεό του και

προσηλώθηκε στη θάλασσα

που έβαφε τα βουνά.

Στις φλέβες του ταξίδευαν

ράθυμοι γεωργοί

υπάλληλοι γραβατωμένοι

νταήδες, σκυλιά της νύχτας,

όλοι τους στο λίγο βολεμένοι.

Έβλεπε να πανηγυρίζουν οι νεκροί

κι ο ήλιος

μια αμεταχείριστη εικόνα

στο εξαίσιο παρελθόν του.

 

Να φύγει ήθελε

μέσα στην ύπουλη υγρασία,

κοτσύφι και αγρίμι, ξαφνικά

να μεταλάβει

στου Αχέροντα τα βάθη το σκοπό

και να ‘ναι ωραία.

 

Για μιαν εικόνα έπαιξε στα μέτρα του

δίχως εντέλει αυταπάτες, όπως όλοι.

Οικόσιτος, ασφαλής και ηττημένος,

είδε τις μέρες του κεριά σβησμένα

να κουβαλούν ειδωλολάτρες.

Ο διάκοσμος: μια φτέρη, ένα γεράνι

στο παράθυρο ο γάτος

οι γυναίκες κι η λαγνεία τους.

 

Το κοίλο κάτοπτρο έγινε κυρτό.

Στο εδώλιο μαίνεται

αμφίρροπος ο πόλεμος.