Η Jane Kenyon (1947–1995) γεννήθηκε στο Ann Arbor του Μίσιγκαν και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πολιτείας, όπου γνώρισε τον ποιητή Donald Hall, με τον οποίο παντρεύτηκαν το 1972. Το 1975 εγκαταστάθηκαν στο Eagle Pond Farm, στο Wilmot του Νιου Χάμσιρ, την οικογενειακή αγροικία του Hall, όπου έζησαν και έγραψαν επί δύο δεκαετίες. Η Kenyon εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές όσο ζούσε, ενώ το 1995 – χρονιά του θανάτου της από λευχαιμία – ανακηρύχθηκε Δαφνοστεφής Ποιήτρια (Poet Laureate) του Νιου Χάμσιρ. Η πορεία της ήταν σύντομη και η ποιητική της παραγωγή σχετικά μικρή, με το Constance (1993) να αποτελεί την πιο ώριμη φάση του έργου της.

Η ποίηση της Kenyon αντλεί μεγάλο μέρος της ενέργειάς της από το τοπίο και την καθημερινότητα της αγροτικής Νέας Αγγλίας, όπου το φυσικό περιβάλλον, το σπίτι, η εργασία, η συζυγική ζωή και η θρησκευτική παλινωδία τελούν υπό καθεστώς διαρκούς συναλλαγής. Η γλώσσα της χαρακτηρίζεται από καθαρότητα, ακρίβεια και χαμηλόφωνο ρυθμό, με τις εικόνες να προκύπτουν από την προσεκτική παρατήρηση και συχνά να αποκτούν, σχεδόν ανεπαίσθητα, υπαρξιακό βάθος. Ουσιώδης άξονας του έργου της υπήρξε επίσης η χρόνια κατάθλιψη από την οποία έπασχε – ιδιαίτερα στο Constance η εμπειρία της μελαγχολίας γίνεται αντικείμενο άμεσης, λεπτομερούς ποιητικής διαπραγμάτευσης. Την ίδια στιγμή, ποιήματα όπως η «Ευτυχία» και το «Απόγευμα στο σπίτι» δείχνουν πόσο έντονα την απασχολούσε η εύθραυστη σύμπτωση ανάμεσα στο εφήμερο και στο θαυμαστό της καθημερινής ζωής.

****************************

 

 

ΑΣ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

Ας φέξει τ’ απόβραδο φως

μέσ’ απ’ τις χαραμάδες του αχυρώνα,

σκαρφαλώνοντας στα δεμάτια του σανού

καθώς ο ήλιος πέφτει.

Ας πιάσει ο γρύλος τ’ αδιάκοπο τρίξιμο

όπως μια γυναίκα πιάνει βελόνα

και μαλλί. Ας έρθει το βράδυ.

Ας μαζευτεί η δροσιά πάνω στην αφημένη

τσάπα μες στο χορτάρι το ψηλό. Ας προβάλουν τ’ αστέρια

κι η σελήνη ας φανερώσει

τ’ ασημένιο κέρας της.

Ας γυρίσει η αλεπού στην αμμώδη της φωλιά.

Ας κοπάσει ο άνεμος. Ό,τι κάτω απ’ το υπόστεγο

με μαύρο ας σπαρθεί. Ας έρθει το βράδυ.

Στο μπουκάλι μες στο χαντάκι, στη σέσουλα

μέσα στη βρώμη, στον αέρα

μέσα στον πνεύμονα

ας έρθει το βράδυ.

Ας έρθει, όπως και θα ’ρθεί, και μη φοβάσαι.

Ο Θεός δεν μας αφήνει απαρηγόρητους,

γι’ αυτό ας έρθει το βράδυ.

 

 

**

Η ΕΥΤΥΧΙΑ

 

Είναι απλώς αδύνατο να λογαριάσεις την ευτυχία,

ή τον τρόπο που εμφανίζεται σαν άσωτος,

πέφτοντας στων ποδιών σου τη σκόνη,

έχοντας σπαταλήσει μια περιουσία μακριά.

 

Και πώς να μη συγχωρήσεις;

Στήνεις γιορτή προς τιμήν του απολωλότος,

και βγάζεις απ’ τη θέση του το πιο εκλεκτό ένδυμα,

που φύλαγες για μια περίσταση

που δεν μπορούσες να φανταστείς, και κλαις μέρα νύχτα

μαθαίνοντας πως δεν είχες εγκαταλειφθεί,

πως η ευτυχία φύλαξε την πιο ακραία της μορφή

μόνο για σένα.

 

Όχι, η ευτυχία είναι ο θείος που ποτέ

δεν ήξερες πως είχες, προσγειώνοντας

το μικρό του μονοκινητήριο

στον χορταριασμένο διάδρομο, κάνοντας ωτοστόπ

ως την πόλη, και ρωτώντας πόρτα-πόρτα

ώσπου σε βρίσκει να κοιμάσαι

ντάλα μεσημέρι

όπως τόσο συχνά κάνεις

κατά τις ανελέητες

ώρες της απελπισίας σου.

 

Έρχεται στον μοναχό στο κελί του.

Έρχεται στη γυναίκα που σκουπίζει τον δρόμο

με μια σκούπα από σημύδα, στο παιδί

που η μάνα του έχει λιποθυμήσει απ’ το πιοτό.

Έρχεται στον εραστή, στον σκύλο που μασουλά

μια κάλτσα, στο βαποράκι, στον καλαθοποιό,

και στον υπάλληλο στοιβάζοντας κονσέρβες με καρότα

μες στη νύχτα.

 

Έρχεται ακόμα και στον βράχο

στην αιώνια σκιά των άγονων πευκώνων,

στη βροχή που πέφτει στ’ ανοιχτά

στο κρασοπότηρο, που κουράστηκε να κρατάει κρασί.

 

 

**

Ο ΜΝΗΣΤΗΡΑΣ

 

Πλαγιάζουμε πλάτη με πλάτη. Οι κουρτίνες
ανασηκώνονται και πέφτουν,
σαν το στήθος κάποιου που κοιμάται.
Ο άνεμος κουνά τα φύλλα του σφένδαμου·
δείχνουν την ανοιχτόχρωμη
ανάποδή τους πλευρά
γυρίζοντας όλα μεμιάς
σαν κοπάδι ψαριών.
Ξάφνου κατανοώ πως είμαι ευτυχισμένη.
Επί μήνες αυτό το συναίσθημα
πλησίαζε όλο και πιο κοντά, σταματώντας
για επισκέψεις σύντομες, σαν ντροπαλός μνηστήρας.

 

 

 

 

 

 

**

ΤΟ ΜΠΛΕ ΜΠΟΛ

 

Θάψαμε τον γάτο σαν πρωτόγονοι

μαζί με το μπολ του. Σπρώξαμε, με χέρια γυμνά,

άμμο και χαλίκι

πίσω στον λάκκο.

Έπεφταν με συριγμούς

και γδούπους στα πλευρά του,

στο μακρύ πυρόξανθο τρίχωμα, στα λευκά «φτερά»

ανάμεσα στα δάχτυλα, στη μακριά,

για να μην πω αετίσια του μύτη.

 

Σηκωθήκαμε και τινάξαμε ο ένας τον άλλον.

«Υπάρχουν πένθη κοφτερότερα απ’ αυτά».

 

Σιωπηλοί το υπόλοιπο της μέρας, δουλέψαμε,

φάγαμε, κοιτάξαμε στο κενό, και κοιμηθήκαμε. Έβρεχε καταρρακτωδώς

όλη νύχτα· τώρα ξαστερώνει, κι ένας κοκκινολαίμης φλυαρεί

από έναν στάζοντα θάμνο

σαν τον γείτονα που έχει τις καλύτερες προθέσεις

μα λέει πάντοτε το λάθος πράγμα.

 

 

 

**

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ: ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΗ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

 

Τώρα ο άνεμος τυραννά το χωράφι,
διπλώνοντας τη λευκή επιφάνεια
πάνω στον εαυτό της, ξανά και ξανά
σαν ζώο που γλείφει μια πληγή.

Τίποτα εκτός από λευκό – ο αέρας, το φως·
μονάχα ένας καφετί
λοβός ασκληπιάδας
να σκαμπανεβάζει μες στη ρεματιά,
ελάχιστο βαρκάκι
επάνω στην απέραντη παλίρροια.

Ένας και μόνο
πράσινος βλαστός
θα μ’ αποκαθιστούσε…

Σκέψου τότε το ψηλό
δελφίνιο να λικνίζεται,
ή τη μέλισσα όταν φτάνει στη γλώσσα
του βαθυκόκκινου κρίνου.

 

 

 

**

ΛΥΚΟΦΩΣ: ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΟΥ ΣΑΝΟΥ

 

Ναι, μακριές σκιές απλώνονται
απ’ τα δεμάτια του σανού· και ναι, η ψυχή
πρέπει ν’ αποχωριστεί το σώμα:
τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;

Οι άντρες ξαπλώνουν βαριά κοντά στη χορτοδετική,
κουρασμένοι πολύ για ν’ αφήσουν το χωράφι.
Μιλάνε και καπνίζουν,
κι οι άκρες των τσιγάρων τους φλογίζονται
σαν μικρά τριαντάφυλλα
στον νυχτιάτικο αέρα. (Έφτασε
και θρονιάστηκε ανάμεσά τους
πριν τ’ αντιληφθούν).

Το φεγγάρι έρχεται
να μετρήσει τα δέματα,
κι ο ξεσπιτωμένος
– γουίπ-πουρ-γουίλ, γουίπ-πουρ-γουίλ –
κελαηδά
μες απ’ τη σκονισμένη καλαμιά.

Αυτά συμβαίνουν… η ευδαιμονία της ψυχής
και το μαρτύριο: δεμένα μαζί
σαν τα χόρτα…

Οι τελευταίες, γλυκές εκπνοές
του τριφυλλιού και του βίκου
σβήνουν μαζί με το τραγούδι του πουλιού

Το ρημαγμένο χωράφι
ολοένα να μουσκεύει
απ’ τη δροσιά.

 

 

**

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Έχει ησυχία εδώ. Οι γάτες

αράζουνε φαρδιές πλατιές, καθεμιά

στ’ αγαπημένο της μέρος.

Το γεράνι γέρνει προς τα δω

να δει αν γράφω γι’ αυτό:

κεφάλι όλο πέταλα, κοτσάνια

καφετιά, κι εκείνες οι πράσινες βεντάλιες.

Βλέπεις λοιπόν,

γράφω για σένα.

 

Ανοίγω το ραδιόφωνο. Λάθος.

Ας μην έχουμε κανέναν θόρυβο

σ’ αυτό το δωμάτιο, εκτός από

τον ήχο μιας φωνής που διαβάζει ένα ποίημα.

Οι γάτες ζητούν

Το Ποντίκι του Λιβαδιού, του Θίοντορ Ρέτκε.

 

Το σπίτι κάθεται στα πισινά του

για έναν υπνάκο.

Το ξέρω πως είστε μαζί μου, γάτες,
φυτά – κι ωστόσο να ’με: φοβισμένη

καταμεσής μιας τέλειας

δυνατότητας.

 

 

 

**

ΞΕΣΤΟΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

 

«Δώστε μου λίγο φως!» κραυγάζει ο θείος του Άμλετ
στα μισά του φόνου του Γκονζάγκο.
«Φως! Φως!» κραυγάζουν, σκορπίζοντας
οι αυλικοί. Όπως και στη Δανία, έτσι κι εδώ
σκοτεινιάζει απ’ τις τέσσερις, κι ως και το φεγγάρι
φέγγει μόνο με μισή καρδιά.

Τα στολίδια κατεβαίνουν στο κουτί:
το ασημένιο σπάνιελ – My Darling
στο κολλάρο του, απ’ τα μικράτα της Μητέρας
στο Ιλινόι· το ξύλινο νευρόσπαστο
για τ’ οποίο τσακωνόμασταν με τον αδερφό μου,
ξεριζώνοντάς του μέλος προς μέλος. Η Μητέρα
το συναρμολόγησε ξανά με κλωστή
ενόσω εγώ κοιτούσα, νιώθοντας μιαρή
στα δέκα μου χρόνια.

Με κάτι παραπάνω από προσοχή
τώρα τα μεταχειρίζομαι, κι αυτά και τα λαμπιόνια
με τις τσίγκινες, σχήματος άστρου άκρες τους,
μεταφερμένα από σπίτι σε σπίτι – οι χαρτονένιες
βαλιτσούλες τους όλο και πιο τριμμένες.
Τικ, τικ – πέφτουν οι ξεραμένες βελόνες.

Μέχρι την ώρα του δείπνου το μόνο που απομένει
είναι το άρωμα του έλατου. Ω, αν είναι σκοτάδι
ό,τι στο μενού,
αλόγιστο ας είναι.

 

 

**

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΒΡΗΚΕ

 

Έβγαλα την τελευταία
σκονισμένη πορσελάνη
απ’ το κουτί.
Ήταν η σαλτσιέρα σου,
με μια σκληρή, καφέ
σταγόνα σάλτσας
ακόμα στο χείλος της.
Σε θρήνησα τότε
όπως ποτέ ξανά.

 

Η ΛΙΜΝΟΥΛΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

 

Μια μύγα πληγώνει το νερό, μα η πληγή

σύντομα επουλώνεται. Χελιδόνια γέρνουν και τιτιβίζουν

από πάνω, βουτώντας πού και πού

προς ομόκεντρους κύκλους που απλώνονται

μαρτυρώντας τροφή.

 

Η πράσινη αχλή στα δέντρα

αλλάζει σε φύλλα, κι ό,τι μοιάζει με καπνό

πάνω απ’ τον αχυρώνα του γείτονα

είναι μονάχα ανθισμένες μηλιές.

 

Μα κάποτε, αυτό που μοιάζει με συμφορά

απλώς είναι: η μέρα φτάνει επιτέλους,

κι οι άντρες παλεύουν με το φέρετρο

που με βία περνά απ’ τα στασίδια.

 

 

 

 

**

ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

 

1 – ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΕΦΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

 

Όταν γεννήθηκα, περίμενες
πίσω από μια στοίβα ασπρόρουχα στο βρεφικό δωμάτιο,
κι όταν μέναμε μόνοι, ξάπλωνες πάνω μου,
πιέζοντας τη χολή της ερήμωσης σε κάθε μου πόρο.
Κι από κείνη τη μέρα
ό,τι κάτω απ’ το φως
με κατέθλιβε – ακόμα κι οι κίτρινες
ξύλινες χάντρες που γλιστρούσαν και περιστρέφονταν
σ’ έναν άξονα πάνω στο λίκνο μου.
Μ’ έμαθες να υπάρχω χωρίς ευγνωμοσύνη.
Μου ρήμαξες τους τρόπους απέναντι στον Θεό:
«Είμαστε εδώ απλώς για ν’ αναμένουμε τον θάνατο·
οι απολαύσεις της γης είν’ υπερτιμημένες».
Μόνο φαινομενικά ανήκα στη μητέρα μου,
μόνο φαινομενικά ζούσα ανάμεσα σε τουβλάκια και βαμβακερά
φανελάκια με σούστες· ανάμεσα σε κόκκινα τενεκέδενια κουτιά κολατσιού
κι ελέγχους προόδου σ’ άσχημους καφέ φακέλους.
Ήμουν ήδη δική σου – εσύ, η αντι-ορμή,
εσύ, ο ακρωτηριάζων τας ψυχάς.

 

2 – ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ

 

Ελαβίλ, Λουντιομίλ, Δοξεπίνη,
Νορπραμίνη, Πρόζακ, Λίθιο, Ζάναξ,
Γουέλμπουτριν, Πάρνεϊτ, Νάρντιλ, Ζολόφτ.
Τα επικαλυμμένα μυρίζουν γλυκά ή δεν έχουν
καμία οσμή· σαν το εργαστήριο χημείας στο σχολείο
που μ’ έκανε να κρατώ την πνοή μου,
τα γυμνά.

 

 

3 – ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ

 

Δεν θα ’σουν τόσο καταθλιπτική
αν πίστευες πραγματικά στον Θεό.

 

 

4 – ΣΥΧΝΑ

 

Συχνά πηγαίνω για ύπνο
όσο σύντομα μετά το βραδινό
μοιάζει πρέπον για έναν ενήλικα
(εννοώ: προσπαθώ να περιμένω να νυχτώσει)
αναβάλλοντας όσο μπορώ
τον τεράστιο πόνο μες στο εύθραυστο
καλαμένιο μονόξυλο του ύπνου.

 

 

5 – ΚΑΠΟΤΕ ΥΠΗΡΧΕ ΦΩΣ

 

Κάποτε, λίγο μετά τα τριάντα, είδα
πως ήμουν μια κουκκίδα φωτός στο μεγάλο
ποτάμι του φωτός που κυματίζει, διασχίζοντας τον χρόνο.
Έπλεα μαζί με ολόκληρη
την ανθρώπινη οικογένεια. Ήμασταν όλα τα χρώματα –
όσοι ζουν τώρα, όσοι έχουν πεθάνει,
οι ακόμη αγέννητοι. Για λίγες
στιγμές έπλεα, απόλυτα ήρεμη,
και δεν μισούσα πια αυτό το πρέπει να υπάρχω.
Σαν όρνεο που μυρίζει αίμα ζεστό
ήρθες πετώντας να με τραβήξεις έξω
απ’ το σπιθίζον ρεύμα.
«Θα σε κρατήσω εγώ στην επιφάνεια. Δεν αφήνω ποτέ
αγαπημένους μου να πνιγούν!» –
μετά απ’ αυτό, έκλαιγα για μέρες.

 

 

6 – ΕΝΤΟΣ ΚΙ ΕΚΤΟΣ

 

Ο σκύλος ψάχνει μέχρι που με βρίσκει
στον πάνω όροφο, ξαπλώνει μ’ έναν ξερό
χτύπο των αγκώνων του, ακουμπά το κεφάλι στο πόδι μου.
Μερικές φορές ο ήχος της αναπνοής του
μου σώζει τη ζωή – εντός κι εκτός, εντός
κι εκτός· μια παύση, ένας μακρύς στεναγμός…

 

 

7 – ΧΑΡΗ

 

Ένα κομμάτι καμένο κρέας
φοράει τα ρούχα μου, μιλάει
με τη φωνή μου, διεκπεραιώνει υποχρεώσεις
ασθμαίνοντας, ή και καθόλου.
Έχει κουραστεί να προσπαθεί
να δείχνει γενναίο – κουραστεί
πέρα από κάθε μέτρο.
Περνάμε στους αναστολείς
μονοαμινοξειδάσης. Μέρα και νύχτα
νιώθω σαν να ήπια έξι φλιτζάνια
καφέ, όμως ο πόνος σταματάει
απότομα. Με την κατάπληξη
και την πικρία κάποιου που έλαβε χάρη
για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε
επιστρέφω στον γάμο και στους φίλους,
στις ροζ, κροσσωτές δενδρομολόχες· επιστρέφω
στο γραφείο, τα βιβλία και την καρέκλα μου.

 

 

8 – ΠΙΣΤΕΥΩ

 

Τα θαύματα της φαρμακολογίας πιάνουν τόπο
μα πιστεύω μονάχα σ’ αυτή τη στιγμή
ευεξίας. Ανόσιο πνεύμα,
είναι βέβαιο πως θα ξανάρθεις.
Χονδροειδές, κακόβουλο, θ’ απλώσεις την αρίδα σου
στο τραπεζάκι, θα γείρεις πίσω,
και θα με μεταμορφώσεις σε κάποια που δεν μπαίνει καν
στον κόπο να μιλήσει· κάποια
που δεν μπορεί να κοιμηθεί, ή που δεν κάνει τίποτε άλλο
απ’ το να κοιμάται· που δεν μπορεί να διαβάσει, ή να κλείσει
ένα ραντεβού να βοηθηθεί.
Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω
ενάντια στον ερχομό σου.
ἐξηγέρθην καὶ ἔτι εἰμὶ μετὰ σοῦ.

 

 

9 – Η ΤΣΙΧΛΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

 

«Φτιαγμένη» από Νάρντιλ και φως του Ιουνίου
ξυπνώ στις τέσσερις,
περιμένοντας λαίμαργα την πρώτη
νότα της δασότσιχλας. Καθησυχαστικός αέρας
πιέζεται μέσα απ’ τη σίτα
μαζί με τ’ άγριο, περίπλοκο
τραγούδι του πουλιού,
κι είναι μι’ απλή

τετριμμένη πληρότητα
ό,τι με διακατέχει.
Τι με πληγώνε τόσο τρομερά
όλη μου τη ζωή μέχρι τούτη τη στιγμή;
Πώς αγαπώ τη μικρή, γοργά πάλλουσα
καρδιά του πουλιού
που τραγουδά στους μεγάλους σφενδάμους·
το λαμπερό,
αδίστακτό του μάτι.

 

 

 

**********************

A’ MEΡΟΣ ΕΔΩ: 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Σύγχρονη Αμερικανική Ποίηση / 1. Robert Hass (1941-) [Πρόλογος- Μετάφραση- Επιμέλεια: Νίκος Κωσταγιόλας]