Νυχτερινό
Η νύχτα των μεγάλων δεν ξεκινά πάντοτε το βράδυ.
Είναι κάτι νύχτες που καμώνονται πως φεγγοβολούν
ακτίνες ηλεκτρισμένες.
Τη νύχτα οι μεγάλοι δεν ησυχάζουν.
Περπατούν με θόρυβο,
ανασαίνουν πικρά,
κοιτάζουν την πόρτα περιμένοντας,
ανοίγουν το παράθυρο.
Στέκονται όρθιοι γιατί το κρεβάτι τούς διώχνει.
Μετρούν τα πλακάκια,
μετρούν τα λάθη,
μετρούν τα χρόνια που έμειναν.
Δεν υπάρχει μετά.
Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο
και το χέρι που τρέμει πάνω στο πόμολο.
Ξαφνικά γδύνονται από τα ονόματά τους.
Πετούν τα κλειδιά στο πάτωμα και γελάνε
γιατί κατάλαβαν πως η πόρτα δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη.
Δεν περιμένουν πια κανέναν.
Είναι οι μόνοι που επέζησαν από τον εαυτό τους.
*****
Υποσχέσεις
Ό,τι είπαμε σε εκείνη την αυλή
με τις φιστικιές και το άρωμα του δεντρολίβανου,
το έκανα φυλαχτό.
Το τύλιξα σε μαντήλι ξεθωριασμένο,
να μην το φθονήσει ο χρόνος.
Το ’κρυψα σε συρτάρι βαθύ,
ανάμεσα σε κιτρινισμένα γράμματα
και ένα κουμπί από το παλτό σου.
Τη νύχτα το φυλαχτό ανασαίνει.
Ανοίγει τα μάτια του σαν γάτα
και ψιθυρίζει τα λόγια που είπαμε,
λόγια ψιχαλιστά
που μόνο το χώμα και οι ρίζες άκουσαν.
Κάποτε, μια ριπή ανέμου
ξεδιπλώνει το μαντήλι,
και τότε η αυλή επιστρέφει
με τις φιστικιές σκυμμένες,
το δεντρολίβανο να μοσχοβολάει λιγωτικά
και τις φωνές μας
να ταξιδεύουν ανάμεσα στους κλώνους
για να γεμίσουν τις ρωγμές μας .









