Νόματα

Ο Μάλτας τέκνον ήτο μικροσκοπικόν.
Κορίτσ’ εθέλανε τη μπούνε Κορασόνα
-σπανικά καρδιά προδότρα ΟΛΒΟΥ ζεύγους-
α και είχανε ναλλακτικές σα Μεσμεράλντα
-έκδηλη επεθυμιά των τη προκαθορίσουνε Πανδώρα.

Τέλει βλέπων αρρενιά μορφή ντο λένε Ντάριο
-δαύτος που τολμά!- κι αλλάζουνε μετά
γυρνώντας χαριτωμενιά να μη ντο κοροδεύουν.
«Ανεπίκαιρο φρικιό» τσου βάλλουν αι γιαγιαί
εις βάπτιση νοθειά ΕΝ παρευρίσκονται!

«Μανούλα μου Μαμά μω τι με καθαιράς;»
γυνή και μελουζίνη άψευστης πονά μορφιάς.
Ιντελιγκέντσια γρα της αποκρίθη με μιά:
«Λου (τουαλέτα αγγλικά) σε βάπτισα μα
γέγινες πια νύφη προς κάλλος αποκλίνουσα.»

Γαρέφω μας Κυρά επικυρά μονάχα γάμου σκαριφήματα
επίκληση στο Νομπουνάγκα (γιάπωνας προδόθη)
περιλούζει τους μ’ ενόχια με τυψιά ταψιά χαλβά
στερώντας συν αγάπη μητρική προμητρική
τ’ ανεπιτήδευτα «λειψά» σοβώντας εκθρονίσουν την:

Μαντάμ γιατίς εσπρώξατε μοναχοκόρη κόρη
κουβαλούσα άκορες αμφότερες καταστραφείτε;
Ποιαν υπόληψη καταδυνάστευσε Ρεγκίνα ατεκνία
θυμηθεί πως σώνει εντροπών βδελύγματα;
Μετάνοιωσες μιας τώρα χρήζεις πρωτοσελιδούχα;

Σκουρύνανε πανιδωμένα μάτια εθελότυφλα οκνά
υπερασπίζοντας θερμά δολοφονιά οικογενειά
κ’ εγένετο πανωλεθριά ουρανοξύστες ψέγουνε χωριά
κλειδαμπαρώνοντας σελίδα μοναξιά ες ιστοριά
αδιάβαστη παλαιωμένη σύγχρονα κατακριμένη.

*Εδά υπερτονίσω εμπειριά ημών μεταφραστών
τση φόνισσας μεν λαϊκιάς ΟΥΚ συμμερίζεται
περιφρονιάς μεγαλουπόλεως περήφανη στριγκλιά.
Εκόντες άκοντες απλώς υποδεχούμενοι γεγονότα
διατεθήκαμε αποδώσουμε πιστή ερμήνεια.

Στάντσικ

Ο αρλεκίνος Πολωνός
ποτέ ξανά δεινός
διαβάζει συνθηκολογήσεις:

Πόλεμος αιματηρός
πανταχού παρών κι καρπερός
θρύπτει νικηφόρες αναμνήσεις.

Στην αμφίεση του ερυθρός
στο ύφος του πιο αυστηρός
αναπολεί αισθήσεις:

Κάθιδρος και παγερός
αναγνωρίζω ευτυχώς
εφήμερος τις ψευδαισθήσεις.

Μόνος του ο τιμωρός
αγίνωτος και νεαρός
επικαλείται θεϊκές θελήσεις:

Προσήλθε ο μπουφόνος μας λειψός
να κατακρεουργηθεί αμαρτωλός
από τις στείρες μου αρνήσεις!

Εκπλήσσεται λαός
διακαώς τραυλός
διαλαλώντας ρωσικές κινήσεις.

Μεγαλειοτάτη ο ορυμαγδός
εισέρχεται στυγνός
και ‘σείς στις επιδείξεις!

Το απευκταίο «μυθικό»

Όταν ο Θάνατος «κλέφτηκε» με τη Κυβέλη,
οι ανομίες τους γεννοβολήσανε παιδιά αμέτρητα,
γεννήματα γραφτό να ταλανίσουνε ανθρώπους και πανιά,
-αναχωρήσεως πανιά-,
«κάλλιστα» δουλεμένα να απαρτίζονται από αυτοχειρίες και χιονιά.

Νυχθημερόν αυθαίρετο ακορντεόν,
(μονάχα νύχτα για τα ουράνια μέριμνα),
η μητέρα μας βογκά:
«Μισιόμαστε! Μισιόμαστε!
Γιατίς τίκτω γόνους απεχθής Αμάλθεια;»

Ανταποκρίνονται τα αδέρφια νεογνά:
«Πταίει η σαρκική αμάθεια,
το αδιάκριτο της βέτο στη σωφροσύνη και τα μέτρα!»
Πόσα όμως να γνωρίζουνε οι νεοσσοί για τη φωλιά,
όταν τα κλαδιά που τη στηρίζουν καίγονται από τους ίδιους;
Πυρ Σαράκι και Μανία φέραν τη κηδεία,
τα παρεμφερή και συναφή της…

«…κάνανε θυσία!
Το να κατακλύσουν μόνο έγγεια την ανθρωπότητα,
να αμβλυνθεί ο θείος μόχθος!»
Μα κι ο παντοκράτορας δε καταδίκασε το παντεπόπτη αδελφό του;
Ανέκαθεν η πλήρωση διψούσε αχάριστα.