Η Αυστριακή ποιήτρια και πεζογράφος Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν θεωρείται, είναι και θα είναι μια από τις σημαντικότερες φωνές της μεταπολεμικής γερμανόφωνης λογοτεχνικής σκηνής και μια φιλοσοφική φωνή με ισχυρές απόψεις για την πορεία του κόσμου και της Ιστορίας.
Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και γερμανική φιλολογία, βραβεύτηκε για την εμβληματική ποίησή της, υπήρξε υποψήφια για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και απέσπασε πλήθος τιμητικών διακρίσεων και βραβείων μεταξύ άλλων και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου της. Έργου με το οποίο αυτή η τιτάνια μορφή της ποίησης, της έκφρασης και της διανόησης αποσκοπεί στην εξερεύνηση και στη διεύρυνση των ορίων της συνείδησης, μέσα από μια επίπονη διαδρομή αυτογνωσίας «παίζοντας» με το Εγώ, το Εσύ και το(ν) Άλλο και με τα σύνορα των λέξεων.
Γεννημένη και μεγαλωμένη μέσα σε ένα ναζιστικό περιβάλλον (ο πατέρας της ήταν μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος) και σε μια πολιτικά αποπνικτική ατμόσφαιρα, η Μπάχμαν βίωσε την βίαιη προσάρτηση της χώρας της της Αυστρία στη ναζιστική Γερμανία και ήρθε αντιμέτωπη με το παρανοϊκό πρόσωπο του φασισμού -σε κάθε εδώ, σε κάθε οδό- κάτι που διαμόρφωσε τον ψυχισμό της, την ποίηση και τη γραφή της και τις διαπροσωπικές της σχέσεις, με την πολιτική της σκέψη να εκφράζεται άλλοτε στο φως κι άλλοτε στο ημίφως. Στα νεανικά της χρόνια συνδέθηκε με τον μεγάλο ποιητή Πάουλ Τσέλαν (με τον τρόπο που η ποίηση και τα κοινά τραύματα ενώνουν τους ανθρώπους) ενώ μερικά χρόνια αργότερα μπήκε στη ζωή της ο συγγραφέας Μαξ Φρις, σε μια μοιραία μεταξύ τους σχέση. Ο χωρισμός τους καταρράκωσε την Μπάχμαν. Έζησε ένα σύντομο και έντονο βίο, εθισμένη στο αλκοόλ και στα ψυχοφάρμακα, έφυγε νωρίς και νέα (μόλις στα 47 της) όταν το 1973 το διαμέρισμά της στη Ρώμη τυλίχτηκε στις φλόγες κι εκείνη μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρά εγκαύματα.

Άφησε πίσω της τεράστια και ανεκτίμητης αξίας κληρονομιά το ανυπέρβλητο έργο της, με την ποίηση πάντα να τρυπώνει σαν θάλασσα σε κάθε μικρή σπηλιά των διηγημάτων της, των ιστοριών της και του παρόντος μοναδικού ολοκληρωμένου της μυθιστορήματος. Η μορφή της Μπάχμαν, μέσω των έργων και των ιδεών της, σαν σκιά τριγυρίζει στον κόσμο και στο χρόνο γυρεύοντας ειρήνη και δικαίωση. Και σωτηρία, απ’ τις φωνές , τα καθεστώτα, τις ανομολόγητες φοβίες κι ενοχές. Κι απόσταση, απ’ την παραφροσύνη που (της) προκαλεί παράλυση κι αδυναμία και που (της) ανοίγει στενή δίοδο για ένα δειλό βήμα προς την απελευθέρωση και την παράβαση των κανόνων.
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση αυτής της σπουδαιότατης δημιουργού κι ετούτη η επανέκδοση του αριστουργηματικού της μυθιστορήματος έρχεται σαν ακριβό κέρασμα σε γιορτή ποίησης, πρόζας, φιλοσοφίας, κοινωνικοπολιτικής και υπαρξιακής ανάλυσης.
Το μυθιστόρημα «Μάλινα» κυκλοφόρησε το 1971 και διαβάζοντάς το, διαπιστώνει κανείς πόσο επίκαιρο είναι, σαν να γράφτηκε σήμερα, περικλείοντας διαχρονικά πολιτικά, υπαρξιακά και συνειδησιακά θέματα. Στα καθ’ ημάς πρωτοκυκλοφόρησε αρχές της δεκαετίας του ’90 από τις εκδόσεις Κανάκη, προφανώς δεν του δόθηκε η προσοχή που του άξιζε ή θεωρήθηκε δύσπεπτο και αδιάφορο (στο εξωτερικό επίσης δεν έτυχε θερμής υποδοχής από το ανδροκρατούμενο λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του, μάλιστα απαξιώθηκε ως πεζογράφημα αυτοαναφορικό που φανέρωνε τις ψυχικές παθήσεις της ίδιας της δημιουργού του) κι όπως συχνά συμβαίνει με αρκετά σπουδαία βιβλία, χάνονται και επανακάμπτουν μετά από χρόνια, την κατάλληλη στιγμή, από τον κατάλληλο εκδοτικό οίκο, με την κατάλληλη μετάφραση. Οι νεοσύστατες εκδόσεις Πότλατς μας έδωσαν μεγάλη χαρά όταν στα τέλη του 2025, εντός γιορτινών ημερών, επανεξέδωσαν αυτό το αριστούργημα με την άρτια μεταφραστική συμβολή του Αλέξανδρου Κυπριώτη, άριστου γνώστη της γερμανικής γλώσσας, κουλτούρας και ψυχής.
Μεγάλη η πρόκληση και μέγας ο κίνδυνος να γράψει κανείς για την Μπάχμαν και το «Μάλινα», δύσκολη η αναμέτρηση με τον ριψοκίνδυνο , πολυδιάστατο, πυκνό της λόγο και την ιδιοφυία της και ρίσκο να γραφτούν λίγα και μέτρια για ένα τέτοιο λογοτεχνικό μέγεθος. Γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα πλοκής και γραμμικής αφήγηση, γιατί εδώ καταγράφεται η αυτοκατάδυση της κεντρικής ηρωίδας – αφηγήτριας στα απροσμέτρητα βάθη του Εγώ της και η δυσκολία επιλογής της ανάμεσα σε κάτι που δεν είναι δικό της και σε κάτι που δεν μπορεί να γίνει δικό της. Η ανώνυμη αφηγήτρια ή η Εγώ είναι συγγραφέας. Παλεύει με τις κλωστές και τις αλυσίδες της γραφής, με τον κόσμο μέσα της και με τον κόσμο που την περιβάλλει. Ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο άντρες: τον Μάλινα, το αρσενικό alter ego της και τον Ίβαν, τον Άλλο. Ο εαυτός, ο δεύτερος εαυτός και ο Άλλος σε ένα ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο σε σχήμα ερήμου και μια (ατομική και συλλογική) έρημος που στροβιλίζεται σκορπίζοντας στον αέρα καρφιά, φωτιές και τριαντάφυλλα.
Σε αυτό το ριζοσπαστικό έργο συνυφαίνονται στοχασμοί, συνεντεύξεις, παρτιτούρες, ημιτελείς διάλογοι, μονόλογοι, οδηγίες τόνου φωνής με μουσικούς όρους, ανεπίδοτες επιστολές, συμπτώσεις, τεχνικές, ένα παραμύθι μέσα στην ιστορία, πολυπλόκαμες ανθρώπινες βαθιές ρωγμές, παραισθήσεις, αναφορές, προσωπικά βιώματα και τρόποι θανάτου. Η Εγώ ζει στη Βιέννη , στην οδό Ούνγκαργκάσε, σε ένα διαμέρισμα (που μοιάζει με απομονωτήριο). Απ’ το παράθυρό της αντικρίζει την πόλη και μια φέτα ζωής που σπάει και συναρμολογείται εκ νέου. Μπαίνει σε λαβυρίνθους μνήμης και σε πυρετώδεις εσωτερικές αναζητήσεις, βλέπει φωτιές και γνώριμες φιγούρες στον ύπνο της που την βασανίζουν κι όταν είναι ξύπνια, ασφυκτιεί με την ίδια τη γλώσσα με την οποία πειραματίζεται: την πλάθει, την μισεί, την αναπλάθει, της κόβει και της ράβει τα φτερά, της βάζει φωτιά με τσιγάρο αναμμένο. Συνομιλεί με το ορατό φάντασμα της πατριαρχικής εξουσίας . Γράφει, σβήνει, πετάει, καίει, υποφέρει από την εξάντληση των ψυχικών της πόρων. Βρίσκεται σε υπερδιέγερση. Απελπίζεται με την κοινωνία και τη δικαιοσύνη. Θεωρεί τα συναισθήματά της εμπορική συναλλαγή και τον εαυτό της ως οντότητα που υφίσταται και διαδίδεται μόνο μέσω του γραπτού λόγου. Στα όνειρά της και στους εφιάλτες της είναι φυλακισμένη μέσα σε μια μεγάλη πρόταση γραμμένη με χιόνι. Ο Μάλινα είναι εκεί και δεν είναι. Κι όταν είναι, γνωρίζοντας ακριβώς τα όνειρά της, την ακούει να αφηγείται τα περασμένα της, τα βιωμένα της, τ’ άστρα και τους γκρεμούς της, την (δια) ταραχή της μνήμης της. Ο Μάλινα πλάι της με ένα μπουκάλι ουίσκι. Ο Μάλινα κάπου μακριά βυθισμένος στο μυαλό της, σχεδιασμένος με σκληρό μολύβι στα χαρτιά της. Κοντά και μακριά και ο Ίβαν. Σαν ημέρα, σαν φως, σαν αντίφασή της, της θέτει κανόνες, την αγαπά και την θεραπεύει, δικός της και ξένος, συμπαίκτης της σε μια λεκτική αντιπαράθεση, σε μια παρτίδα σκάκι, σε ένα παιχνίδι συνομιλιών και φασισμού, σε μια διαρκή πάλη εξουσίας. Εκείνη, η πριγκίπισσα του παραμυθιού της κι εκείνος είναι ο πρίγκιπας που της τρυπά την καρδιά με ένα αγκάθι για να της προκαλέσει έναν πρώτο θάνατο. Η Εγώ ζει με τον Μάλινα αλλά είναι την ίδια στιγμή παράφορα ερωτευμένη με τον Ίβαν ο οποίος παίζει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή και στην καθημερινότητά της. Κι αυτή η σχέση τους θεραπεύει την σχιζοειδή ψυχή του κόσμου. Οι δυο άντρες δεν γνωρίζουν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Δεν συναντιούνται ποτέ κι η μοναδική τους επαφή συμβαίνει για δευτερόλεπτα, τηλεφωνικά, με πλάνο σε μια ρωγμή στον τοίχο, μια «εξαφάνιση», τη γυναικεία προσωπικότητα που κατατρώγεται από την ανδρική συνείδηση.
«Ο Ίβαν κι εγώ: ο συγκλίνων κόσμος. Ο Μάλινα κι εγώ, επειδή είμαστε ένα: ο αποκλίνων κόσμος», σελ. 116
Κι ένας Τρίτος άντρας παίζει ενεργό ρόλο στο ομώνυμο δεύτερο κεφάλαιο. Ο πατέρας της Εγώ, ο δήμιος και φονιάς της που πρωταγωνιστεί στα σκοτεινά όνειρά της και την κακοποιεί, την σέρνει μετά βίας στο νεκροταφείο των δολοφονημένων θυγατέρων και σ’ ένα τόπο που λέγεται Παντού και Πουθενά. Τα τραύματα και οι φοβίες της γίνονται εξομολογητικό πεδίο προς τον Μάλινα που είναι ατάραχος σύμβουλός της, ορθολογικός κριτής της και μάρτυρας της ψυχικής αναταραχής, των παραληρηματικών στοχασμών και των αναρίθμητων τραυμάτων που σκοτώνουν την αφηγήτρια. Σε μια σειρά γυναικοκτονιών που λαμβάνουν χώρα στις παρυφές της πόλης, ως φόντο, η Εγώ φοβάται πως η ίδια
θα είναι σύντομα επόμενο θύμα και γνωρίζει ότι η ίδια η κοινωνία είναι ο μεγαλύτερος τόπος δολοφονιών, οι σπόροι της είναι εγκληματικοί και τα εγκλήματα δεν θα γίνουν ευρέως γνωστά, θα παραμείνουν ρωγμές σ’ ένα τοίχο. Ο Μάλινα είναι εκείνος ο άλλος εαυτός που καταπίνει την Εγώ, την φιμώνει, την εκτελεί, την αποσυνθέτει εντός ενός κλειστοφοβικού περιβάλλοντος.

Μεγαλοπρεπές, πειραματικό, μοντέρνο, υψηλής νοημοσύνης, λεκτικής ευρηματικότητας, εμπύρετης συνειδησιακής ροής μυθιστόρημα – μελέτη για τη μάχη των δύο φύλων, για τις υπαρξιακές σεισμικές δονήσεις, για το πώς η Ιστορία, το Κακό, η κοινωνία και ο κόσμος διαμορφώνουν – υψώνουν – ρημάζουν τον ανθρώπινο ψυχισμό, για την τρέλα της έκφρασης, για τον φασισμό όπως εκδηλώνεται στον καθημερινό μας βίο, για το έγκλημα της σιωπής ως τιμωρία. Πριν την ώρα «των τελευταίων πραγμάτων», η πόλη παρακμάζει: είναι πάντα πόλεμος, εδώ είναι πάντα βία κι οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι δεν παραδίδουν πια την αλληλογραφία. Κι ένα όμορφο βιβλίο για την ανθρωπότητα που οφείλει και μπορεί να αντέξει την αλήθεια, μένει ως εκκρεμότητα. Μεταφραστικός άθλος από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη (μαζί με το υποδειγματικό δώρο της εισαγωγής, των σημειώσεων και ενός εκπληκτικού επιμέτρου) που δάμασε αυτό το αριστουργηματικά «διαταραγμένο» κείμενο, την τρεμάμενη σαν κερί στον αέρα σωματική γραφή και υψηλότατης θερμοκρασίας πρόζα της Μπάχμαν και το τολμηρό διορατικό της πνεύμα έτσι όπως εξαπλώνεται απ’ τις σελίδες στην ψυχή μας και γεννά ένα νέο γένος.









