Σώμα χωρίς έλεος: Διαβάζοντας τον Αρτώ σήμερα
Υπάρχουν βιβλία που ζητούν να τα διαβάσεις και υπάρχουν βιβλία που σε διαβάζουν εκείνα, σε αποσυναρμολογούν, σε εξαντλούν, σε αφήνουν εκτεθειμένο σε μια εμπειρία που δεν μπορείς εύκολα να την κατονομάσεις. Το Πούτσα και Ξύλο του Aντονέν Αρτώ ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν πρόκειται για «έργο» με τη συμβατική έννοια, αλλά για μια έκρηξη λόγου που επιμένει να διαλύει κάθε μορφή, κάθε ηθική, κάθε γλωσσική πειθαρχία. Από τον προκλητικό τίτλο ακόμη, ο Αρτώ εγκαθιστά ένα πεδίο όπου η γλώσσα δεν λειτουργεί ως αναπαραστατικό εργαλείο αλλά ως όργανο επίθεσης. Η χυδαιότητα δεν είναι εδώ μιαν επιφανειακή πρόκληση, αλλά μια στρατηγική απογύμνωσης του λόγου από τα πολιτισμικά του ενδύματα. Οι λέξεις, αποκομμένες από τη ρητορική τους ευγένεια, επιστρέφουν σε μια πρωτογενή κατάσταση: είναι σάρκα, είναι εκκρίσεις, είναι σπασμοί.
Ο Αρτώ δεν «γράφει», εκκενώνει:
«Τις λέξεις που χρησιμοποιούμε μου τις πέρασαν κι εμένα και τις χρησιμοποιώ.[…] το σαράκι της διχόνοιας που φυτρώνει από παντού δεν αφήνει το σώμα μου ανέγγιχτο, μ’έχει πιάσει για τα καλά σαν κιρσοκήλη, σαν βλεννόρροια. ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΚΑΘΟΛΟΥ.»(σελ. 17-20).
Η εμπειρία της ανάγνωσης είναι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, βαθιά σωματική. Το σώμα στο Πούτσα και Ξύλο δεν αποτελεί αντικείμενο περιγραφής αλλά τόπο σύγκρουσης. Δεν είναι ενιαίο ούτε αυτάρκες· είναι διαμελισμένο, πορώδες, εκτεθειμένο σε δυνάμεις που το υπερβαίνουν και το διαπερνούν. Σε αυτό το σημείο, η γραφή του Αρτώ συναντά τη ριζοσπαστική του αντίληψη περί «αυθεντικής αλλοτρίωσης»: ο άνθρωπος που ονομάζεται «τρελός» δεν είναι παρά εκείνος που αρνήθηκε να προδώσει μια ανώτερη αλήθεια, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την αποκοπή του από το κοινωνικό σώμα :
«Επειδή βλέπω ότι κάποιοι αρχίζουν να με κατηγορούν ότι είμαι παλιομοδίτης. Μισώ τη φιλοσοφία, τη μαγεία, τον αποκρυφισμό, τον εσωτερισμό, τη γιόγκα, όπως ακριβώς μισώ την ανατομία, ναι, την ΑΝΑΤΟΜΙΑ, την ιατρική, την αριθμητική, την άλγεβρα, την τριγωνομετρία, τον διαφορικό λογισμό και τη μετάπτωση των ισημεριών, και ακόμη, και εδώ κανείς δεν πρόκειται να με πιστέψει, έχω βαθύ μίσος για την ποίηση»»(σελ.21-22).
Το βιβλίο λειτουργεί έτσι ως μια βίαιη αποδόμηση κάθε κανονιστικής τάξης. Η κοινωνία, η θρησκεία, η ιατρική, ακόμη και η ίδια η έννοια της ταυτότητας, παρουσιάζονται ως μηχανισμοί επιβολής πάνω σε ένα σώμα που δεν παύει να διαφεύγει. Ο Αρτώ επιτίθεται με ιδιαίτερη ένταση σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ανατομική ψευδαίσθηση»: την ιδέα ότι το σώμα είναι ένα κλειστό, αναγνώσιμο σύστημα. Αντιθέτως, το σώμα του είναι ένα πεδίο ανοιχτό, ένα διαρκές γίγνεσθαι, μια «ανατομία» που δεν σταθεροποιείται ποτέ. Αισθητικά, το κείμενο αρνείται κάθε μορφή συνοχής. Δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει ανάπτυξη, δεν υπάρχει καν η ψευδαίσθηση ενός εσωτερικού ρυθμού που θα καθοδηγήσει τον αναγνώστη. Αντί για αυτό, έχουμε μια σειρά από εκρήξεις: φράσεις που διακόπτονται, εικόνες που αυτοαναιρούνται, νοήματα που γεννιούνται μόνο για να καταρρεύσουν αμέσως μετά. Η γραφή αυτή δεν επιδιώκει να γίνει κατανοητή· επιδιώκει να επιβληθεί ως εμπειρία. [1]
Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιδιομορφία —και η δυσκολία— του βιβλίου. Διότι το Πούτσα και Ξύλο θέτει υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα κριτήρια με τα οποία διαβάζουμε τη λογοτεχνία. Πώς να κρίνει κανείς ένα κείμενο που αρνείται εκ προοιμίου τη μορφή, τη συνοχή, ακόμη και τη δυνατότητα ερμηνείας; Πώς να διαχωρίσει τη «λογοτεχνική αξία» από την ωμή καταγραφή μιας συνείδησης σε κρίση; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο να αποδεχθούμε ότι αυτό το έργο δεν ανήκει πλήρως στη λογοτεχνία, αλλά σε ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου η γραφή συναντά το σώμα, η σκέψη συναντά την κραυγή. Ωστόσο, αυτή η ακραία συνέπεια είναι και το σημείο όπου το έργο κινδυνεύει να εξαντληθεί. Η συνεχής ένταση, η αδιάκοπη βία, η άρνηση κάθε ανάπαυλας, μπορούν να οδηγήσουν σε μια μορφή μονοτονίας — μια παράδοξη εξοικείωση με το σοκ. Εκεί όπου όλα είναι ακραία, το ακραίο παύει σταδιακά να διακρίνεται.
Και όμως, παρά αυτή την ένσταση, το Πούτσα και Ξύλο παραμένει ένα από τα πιο αναγκαία έργα της σύγχρονης γραφής. Όχι γιατί προσφέρει απαντήσεις, αλλά γιατί επιμένει να θέτει ερωτήματα εκεί όπου η λογοτεχνία συχνά επαναπαύεται στις βεβαιότητές της. Τι σημαίνει να έχεις σώμα; Τι σημαίνει να μιλάς; Και, τελικά, τι σημαίνει να υπάρχεις μέσα σε μια γλώσσα που σε προδίδει; Kαι, τελειώνοντας, ένα σύντομο σχόλιο με αφορμή τον έντονο σχολιασμό περί κλοπής του τίτλου από τον αγαπητό ποιητή, Ζ. Δ. Αϊναλή, όταν είχε πρωτομεταφράσει για λογαριασμό των εκδόσεων Ουαπίτι το συγκεκριμένο ποίημα. Η έκφραση «πούτσα και ξύλο» δεν ανήκει σε κάποιον δημιουργό, αλλά είναι δημώδης, χυδαία έκφραση ποδοσφαιρικών οπαδών, όπως του Παναθηναϊκού(και με διάφορες παραλλαγές μάλιστα!). Μάλιστα μπορεί να βρεθεί και σε λούμπεν προλεταριακά μέρη και καταστάσεις, όπους–σας εγγυώμαι– είχαν προηγηθεί της μετάφρασης του κου Αϊναλή, τον οποίον μνημονεύει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, Σωτήρης Σουλιώτης, παρόλο που για μένα είναι αχρείαστο.
Τα βιβλία είναι σαν τα παιδιά: ανήκουν σε αυτούς που τα αγαπάνε. Αν το αγαπούσαν τόσο πολύ οι εκδόσεις Ουαπίτι, ας το εξέδιδαν ξανά, κι ας μην το άφηναν πάνω από 10 χρόνια εκτός αγοράς. Αυτό βιβλίο βρήκε ένα νέο σπίτι κι αυτό λέγεται εκδόσεις Σαιξπηρικόν, σε νέα, άψογη μετάφραση από τον Σωτήρη Σουλιώτη και ελπίζω να κυκλορεί, αέναως.
- Paule Thévenin, «Entendre/Voir/Lire» στο Antonin Artaud, ce Désespéré qui vous parle( Παρίσι: Seuil, 1993), σελ. 203-204.









