Ο Τζον Μπέρτζερ ήταν και είναι ένας μεγάλος διανοούμενος. Και θα είναι, όσο τα γραπτά και οι ιδέες του θα διαβάζονται και θα μελετώνται. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1926 (έφυγε από τη ζωή το 2017), σπούδασε ζωγραφική, ασχολήθηκε με την κριτική τέχνης και τη γραφή, έγραψε δοκίμια, σενάρια θεατρικά έργα, εξαίρετη ποίηση, ανατρεπτικά κείμενα, φιλοσοφικές μελέτες, θεωρίες για τη φωτογραφία και σπουδαία λογοτεχνία.

Πολυπράγμων, πολυσχιδής, πνεύμα οξύτατο και αεικίνητο, με διερευνητική ματιά στη ζωή, στον άνθρωπο, στην τέχνη και στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα πολύ προσωπικό και ριζοσπαστικό έργο. Το 1972 απέσπασε το Βραβείο Booker για το μυθιστόρημά του «G» (στα ελληνικά εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι έκτοτε παραμένει άφαντο) και η κίνησή του να μοιραστεί το χρηματικό του έπαθλο με την οργάνωση των Μαύρων Πανθήρων ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων.

Αντισυμβατικός, πρωτοπόρος (με ό,τι κι αν καταπιάστηκε), μαρξιστής, δεινός στοχαστής, κινηματογραφιστής, ζωγράφος, τεχνοκριτικός, ποιητής και συγγραφέας, συνέδεσε τα όρια μεταξύ ορατού και αοράτου, του οπτικού και του συναισθηματικού, του συνηθισμένου και του ασυνήθιστου. Στα ελληνικά, έχουν κυκλοφορήσει αρκετά και σημαντικά έργα του. Πριν αρκετά χρόνια, είχαμε την τύχη να διαβάσουμε το σπαρακτικό του μυθιστόρημα «Προς τον γάμο», που κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Χρόνια μετά, το «Από την Άιντα στον Χαβιέρ – Γράμματα σ’ έναν φυλακισμένο», (εκδόσεις Πατάκη, 2019) , μια συλλογή επιστολικών κειμένων – ύμνων στην αγάπη που μπορεί και αντιστέκεται σε ένα / κάθε σάπιο σύστημα.

Το 2022, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, επανακυκλοφόρησε η συλλογή κειμένων περί τέχνης «Η εικόνα και το βλέμμα» που βασίστηκε στην ομώνυμη επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά του BBC που δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον Μπέρτζερ. Απ’ τις εκδόσεις Αντίποδες, το 2021, κυκλοφόρησε «Η κόκκινη τέντα της Μπολόνιας», μια ανθολογία από εκπληκτικά κείμενα – μινιατούρες και το «Γιατί να κοιτάμε τα ζώα», εκδόσεις Κυαναυγή.

Πολύ πρόσφατα, οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια ενέταξαν στην ανανεωμένη τους σειρά Λογοτεχνία ένα εμβληματικό (και πολυαναμενόμενο) βιβλίο του Μπέρτζερ αν και δεν πρόκειται για ένα αμιγώς λογοτεχνικό έργο. Το «Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες» είναι ένα αριστουργηματικό βιβλίο που δεν ταξινομείται σε κατηγορίες. Ούτε λογοτεχνία, λοιπόν, ούτε ποίηση, ούτε δοκίμιο, ούτε αυτοβιογραφία, ούτε μελέτη για την τέχνη, παρά ένα θαυμάσιο μείγμα όλων αυτών, ένα έργο τέχνης πολιτικής διάστασης και αναμέτρησης με τον χρόνο και τον χώρο, δια χειρός και υψηλού πνεύματος αυτού του εξέχοντος δημιουργού – καλλιτέχνη που πάντα καταφέρνει να επηρεάζει σε βάθος όσους εδώ και χρόνια σκύβουμε με αγάπη, θαυμασμό και ευλάβεια πάνω απ’ τα γραπτά του και αφηνόμαστε να μας παρασύρει σε μια τρυφερή αθόρυβη θάλασσα, σε βυθούς και επιφάνειες, σε ορίζοντες, χρώματα, τοπία, αιωρούμενες μορφές και εικόνες, σε σώματα που θυμούνται.

Το πρώτο μέρος του παρόντος έργου είναι για τον Χρόνο και το δεύτερο για τον Χώρο. Το πρώτο έχει τίτλο «Κάποτε» και το δεύτερο «Εδώ». Κι όλο μαζί, είναι ένα υβριδικό έργο, ένα ποιητικό μανιφέστο, μια λογοτεχνική / ποιητική / φιλοσοφική μεθοδολογία για τη ζωή , την αγάπη, την τέχνη, τη μνήμη, την παρουσία και την απουσία. Ένας οδηγός ζωής για τη ζωή Μετά από κάθε απώλεια και κάθε αποχωρισμό, ένα Ποίημα για την τέχνη της θύμησης και την ύπαρξη της τέχνης που δρούν θεραπευτικά. Χωρίς καμία γραμμική αφήγηση, το «Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες» δομείται σε αποσπάσματα συλλογισμών και πεζογραφικά τμήματα διανθισμένα με εκλεκτή ποίηση και αφορισμούς που μπαίνουν σφήνα σε φιλοσοφικές ιδέες, αναφορές και αναμνήσεις. Ακριβώς όπως λειτουργεί και η μνήμη. Μη γραμμικά. Άναρχα. Άτακτα. Φευγαλέα. Πετώντας μες στην ασημόσκονη του χρόνου.

Ποιητικές χρυσοποίκιλτες κλωστές μέσα σε αφηγήσεις, επιστολές , (αυτό)βιογραφικά χρονοδιαγράμματα, σκέψεις για το εδώ και τώρα, για το ποτέ πουθενά , για το εφήμερο και το παντοτινό, για τους καθημερινούς χωρισμούς που γεννούν η φθορά και το πέρασμα του χρόνου, δοκίμια με ιστούς νοημάτων και φωτογραφίες, μια ιστορία ημιτελής κι εκτυφλωτική με σταχυολόγηση στιγμών, προσώπων (φευγαλέων, ζώντων και τεθνεώτων), μνήμης και λήθης. Μια διαδρομή σε τοπία φιλοσοφικής αποκάλυψης.

Ο Μπέρτζερ (με τη φωνή του και τη γραφή του εδώ) θέτει ερωτήματα, αναλύει, φωτίζει, αλιεύει θησαυρούς συλλογισμών (του) για τον άνθρωπο, τον χρόνο, τη συνείδηση.

«..Στην πραγματικότητα είμαστε πάντα μεταξύ δύο χρόνων: του χρόνου του σώματος και του χρόνου της συνείδησης. Εξού και η διάκριση αυτή γίνεται σε όλες τις άλλες κουλτούρες μεταξύ σώματος και ψυχής.» (σελ. 31)

 

 

 

 

Πραγματοποιεί μια εκθαμβωτική αφήγηση με το βλέμμα προς τον νυχτερινό ουρανό, αφουγκράζεται ψιθύρους, θυμάται πρόσωπα και νεκρούς – που είναι η φαντασία των ζωντανών-, στέκεται για λίγο σε μια φωτογραφία κι έπειτα σε μια άλλη, μπαίνει σε ποιήματα και μιλά γι’ αυτά βλέποντάς τα να διασχίζουν πεδία μάχης, να μεταμορφώνονται σε προσευχές, να γίνονται υπόσχεση και διαβεβαίωση. Κι ύστερα μπαίνει σε πίνακες, γίνεται χρώμα και σκιά τους. Ταξιδεύει στο παρελθόν κι επιστρέφει ξανά στο παρόν και ζωγραφίζει την κουλτούρα του καπιταλισμού στη Δύση, τη φθορά του σώματος, τον θάνατο, την πτώση. Στο δεύτερο μέρος, «Εδώ», ο Μπέρτζερ συγκινεί γράφοντας για τη μετανάστευση και τη γλώσσα. Έχοντας ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του σε μια αγροτική περιοχή της Γαλλίας, μακριά από την πατρίδα του την Αγγλία, αναλογίζεται το πώς η γλώσσα μπορεί να γίνει ξένη ακόμα κι όταν είναι δική σου. Αναφέρεται σ’ αυτό που ονομάζουμε σπίτι – καταφύγιο, στον μετανάστη που από την ώρα που θα αφήσει το σπίτι του δεν θα βρει ποτέ ξανά και πουθενά έναν τόπο να διασταυρώνονται οι γραμμές της ζωής του, στον αιώνα μας που παρά τις ανέσεις και τον πλούτο επικοινωνιών είναι εν τέλει ένας αιώνας μοναξιάς και εξορίας. Ο Μπέρτζερ μπαίνει και κατοικεί σε μια στιγμή του παρελθόντος και μας καλεί να πράξουμε ομοίως. Και μας παροτρύνει να βλέπουμε ως πράξη αγάπης. Τραγουδά την παρουσία της απουσίας, τον πόνο της απώλειας και του χωρισμού:

«…Αφήνουμε τα μάτια μας πίσω στα κάδρα των παραθύρων και στους καθρέφτες.» (σελ. 126)

Ο χωρισμός κι η απόσταση είναι αποτέλεσμα επιλογής, φθοράς, πολέμου, προδοσίας, θανάτου. Κι ο καθημερινός χωρισμός είναι απόρροια του χρόνου, μιας παρεξήγησης, του γήρατος μέσα μας, μιας μικρής απογοήτευσης που γιγαντώθηκε.

Το «Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες» δεν εμπεριέχει μόνο τους συλλογισμούς ενός ανθρώπου (του Μπέρτζερ, εν προκειμένω). Είναι ένα σχέδιο για το πώς μπορούμε να βλέπουμε πραγματικά ο ένας τον άλλο, να βλέπουμε τη ζωή να κυλά και την Ιστορία μαζί με τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα και την τέχνη να μας διαμορφώνουν. Δεν είναι ένα βιβλίο που εξηγεί πως να αφηγείται κανείς ιστορίες σκαλίζοντας τη μνήμη. Είναι από μόνο του μια ιστορία σπασμένη σε ερωτικές επιστολές, ποιήματα, αναφορές, αντανακλάσεις, εικόνες, παρατηρήσεις, περιγράμματα, περιγραφές και καταγραφές φωτός, ομορφιάς, θλίψης, μοναξιάς, λήθης, μνήμης, αγάπης αιώνιας, της σημασίας του να υπάρχουμε: παρόντες κι απόντες σ’ αυτό τον κόσμο. Ένα βλέμμα σε μια φωτογραφία. Ιδού η εμπλοκή μας σε μια στιγμή στοργής και τρυφερότητας ακόμα κι αν η στιγμή αυτή είναι / ήταν φευγαλέα.

Η Δανάη Σιώζου υπογράφει τον πρόλογο και τη θαυμάσια μετάφραση σ’ ετούτο το βιβλίο κειμήλιο, κομψοτέχνημα κι οδηγό που ήρθε και μας συνάντησε μιλώντας μας κατάστηθα, κοιτώντας μας κατάματα, διδάσκοντάς μας ευαίσθητα και χαμηλόφωνα αγάπη, ευγνωμοσύνη και μνήμη σε μια εποχή μίσους, πολέμου, αγνωμοσύνης και λησμονιάς.