Χειρόγραφες γραφές της Οδύσειας του Καζαντζάκη

ΠΗΓΗ: https://www.kazantzaki.gr/gr/12-hidden-gems/xeirografes-grafes-tis-oduseias-tou-kazantzaki-332

 

«Όμως τρανότερη χαρά στη γης σαν το χορό δεν είναι»

Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια (Ν 65)

 

01. Όπως δηλώνεται και στον τίτλο, στο παρόν δοκίμιο θα εντοπιστούν οι εκδηλώσεις χαράς στις ραψωδίες Ν-Π της Οδύσσειας (1938)1 του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957). Ακολουθώντας την τακτική των προηγούμενων συναφών εργασιών, προτάσσω περίληψη των ραψωδιών που θα μας απασχολήσουν γραμμένη από τον ίδιο τον Καζαντζάκη: Ο Οδυσσέας, λοιπόν, μετά την Αίγυπτο, «φτάνει, πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες περήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων.

»Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός2, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη»3.

Από την περίληψη κιόλας φάνηκε ότι οι ραψωδίες Ν-Π αφηγούνται περιστατικά που διαδραματίστηκαν στην αφρικανική ήπειρο. Πιθανώς το ταξίδι του Οδυσσέα προς τον νότο να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, εντούτοις ας έχει υπόψη του ότι η Αφρική γοήτευε τους ευρωπαίους συγγραφείς στις αρχές του 20ού αι. και ο Καζαντζάκης, την εποχή που επεξεργάζεται την Οδύσσεια μελετά και μεταφράζει σχετικά κείμενα, ενώ, ευρισκόμενος στο Παρίσι (1931), επισκέφθηκε την «Exposition Coloniale Internationale», γνώρισε την κουλτούρα των αφρικανικών λαών και εντυπωσιάστηκε. Μολονότι την έκθεση τη χαρακτήριζε, σύμφωνα με τους αριστερούς Γάλλους διανοούμενους, αποικιοκρατικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης ήρθε σε επαφή τόσο με την τέχνη των λαών αυτών όσο και με την ιδιαίτατη καθημερινότητά τους 4.

Είναι αξιοσημείωτο το ότι ο Καζαντζάκης επέλεξε, ανάμεσα σε άλλους, τους στίχους Ξ 1-25 και Π 1209-1246 προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην προώθηση του βιβλίου του. Ο Παντελής Πρεβελάκης ερμηνεύει την επιλογή των συγκεκριμένων στίχων ως πιθανή πρόταση ανθολόγησης. «Στη λευκή σελίδα του χειρογράφου» με την περίληψη της Οδύσσειας, γράφει ο Πρεβελάκης, «ο Κ. έχει σημειώσει μερικά χωρία της Οδύσσειας που –καθώς εικάζω– του φαίνονταν κατάλληλα για ανθολόγηση»5.

*

02. Περνώντας γοργά δύο επισημάνσεις, δηλαδή τον χαιρετισμό «γεια και χαρά!» (Ο 421) συχνά απαντώμενο στο έπος, και το «χαρωπό μαντάτο» (Ο 702) και (Π 744), εξετάζουμε τη χαρά σε σχέση με τη θεϊκή υπόσταση. Έτσι, ο σύντροφος του Οδυσσέα, ο Σουραύλης, όταν φέρνει στους ιθαγενείς ένα ξόανο, τον νέο θεό, κάνει λόγο για θυσίες και θαύματα:

«Τρεχάτε, αδέρφια, πέζεψε ο θεός στου γερο-δρυ τον ίσκιο·

στοιχειώσαν τα βουνά σας πνέματα, τ’ αμπάρια σας ανοίχτε,

φέρτε ψωμί να φαν κι αρνιά παχιά, φέρτε κρασί να πιούνε·

το δώρο φέρνει αντίδωρο, κι ως φαν, χαρά σε σας, αδέρφια,

με μια μικρή μικρή φυσηματιά θα γιάνουν τις αρρώστιες!» (Ν 604-608).

Όσον αφορά τον Οδυσσέα, μολονότι προέχει η ένωση Θεού και ανθρώπου:

«Αχ! τι χαρά να ’ναι ερημιά πολλή και να νογάς στο σπλάχνο

σταλιά σταλιά ο Θεός να γίνεται φαλλός και ν’ ανεβαίνει!

Και να νογάς την άγια χέρα του μες στο χλωρό σκοτάδι

να ψαχουλάει τη χέρα σου να βρει και γκαρδιακά να σφίγει!» (Ο 358-361),

 

δεν αποκλείονται οι αλλεπάλληλες ζωές. Βέβαια η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό είναι ο μόνος τρόπος ώστε ο θνητός να κατακτήσει την αθανασία:

 

«Το πιο πολύκαρπο και δύσκολο στη γης του ανθρώπου χρέος

δεν είναι ο νους να βρει και να χαρεί μες στ’ άνεργά του ανώγια

με ποιο ρυθμό ο Θεός αγκομαχάει και περπατάει στο χώμα–

παρά να κατεβεί κι αυτός στη γης να περπατάει μαζί του·

να πώς μονάχα κι οι θνητοί μπορούν αθάνατοι να γίνουν» (Ξ 1344-1348).

 

Ο Οδυσσέας, θέλοντας «χαρούμενο σκοπό στην ερημιά να βροντοτραγουδήσει» (Ξ 1147), συλλογιέται πως αν ξαναγεννιόταν, θα ήθελε να τον κάνει ο Θεός πετεινό. Και αν, πάλι, ο Θεός αρνιόταν να εκπληρώσει την επιθυμία του, ο ίδιος ούτε θα ζήλευε τα θεϊκά προνόμια ούτε θα ελάττωνε την περηφάνεια του: «Ας είν’ καλά και να τα χαίρεται, χατήρια εγώ δε θέλω» (Ξ 1151). Έτσι κι αλλιώς, ο Οδυσσέας στέκεται αδιάλλακτος μπροστά στον Θεό: «Μήτε τον ίδρο του σπλαχνίζουμαι μήτε και την χυχή μου·/ παιχνίδια εγώ δεν καταδέχουμαι, χαρές δε με θολώνουν» (Π 1058-1059).

Η πανίδα και η χλωρίδα αφενός συμμετέχουν στην κατάσταση της χαράς, αφετέρου γίνονται με τη σειρά τους αντικείμενα χαράς τα ίδια. Έτσι, ένας αϊτός είναι σε θέση να χαρεί με το γήινο τοπίο: «Αϊτός ζυγιάζει τα φαρδιά φτερά στην κορυφή του αγέρα·/ θωράει την έρμο, χαίρεται, θωράει πηγάδια βουλωμένα» (Ν 1-2), και μια αγριαπιδιά καμαρώνει τους καρπούς της: «Κι όπως το δέντρο χαίρουνταν βαθιά στη φλούδα του τ’ απίδια» (Ο 326). Με τη χαρά της αγριαπιδιάς παρομοιάζεται η ευχαρίστηση που νιώθει βαθιά μέσα του ο Οδυσσέας για τα κατορθώματά του. Η αγριαπιδιά η ίδια έχει δώσει προηγουμένως στον Οδυσσέα ξέφρενη χαρά: «Χαρά του αράθυμου πλημμύρισαν τα βουρκωμένα φρένα» (Ο 319). Χαρά έχει κάνει ο Οδυσσέας χωμένος και στο ζωικό βασίλειο. Χαίρεται τα ζωύφια, τους σκορπιούς, τις σκορπίνες και τις λεοπαρδάλεις (Ξ 725). Ομοίως, στο στερέωμα, ο αποσπερίτης χαίρεται τη δύση του ήλιου: «Το άστρο του δειλινού χαρούμενο την άγιαν έσταζε ώρα» (Ν 187)6, ενώ στη γη οι πέτρες χαίρονται καθώς ο ήλιος λάμπει ακόμη: «Που χλιες χαρούμενες ερόδιζαν μες στις λοξές αχτίδες» (Ν 404). Πέρα απ’ αυτά, όπως κι αλλού, στη ραψωδία Ν μνημονεύεται το «αθάνατο νερό»7. Τώρα, όμως, δεν πρόκειται για τον αγωνιώδη πόθο του Οδυσσέα, το πρώτο χρέος όπως το λέει, αλλά για την επίτευξη του στόχου. Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του έχουν φτάσει στις πηγές του Νείλου και το νερό χαίρεται επειδή το κρατά στη χούφτα του ο Οδυσσέας: «Το αθάνατο νερό χαρούμενο πηδάει και τον αγλείφει» (Ν 1348).

*

03. Σε προηγούμενο δοκίμιο ασχολήθηκα με ένα από τα βασικά πρόσωπα της Οδύσσειας, τη Ράλα. Εκεί διερεύνησα τον ρόλο που η Ράλα έπαιξε στο έπος, εδώ, πεθαμένη πια, τη συναντάμε σε στίχους της ραψωδίας Ο, στη φαντασία του Οδυσσέα ή, αν προτιμάτε, σαν φάντασμα. Είναι από τις ώρες που ο Οδυσσέας γυρίζει στους νεκρούς του με τη βεβαιότητα πως, όσο τους θυμάται, αυτοί παραμένουν αθάνατοι. Τώρα η Ράλα δεν βρίσκεται στο χώμα, κοιτάζεται με τον Οδυσσέα και κάνει να του μιλήσει. Άδικα. Μόλις που προλαβαίνει να ανοιγοκλείσει τα σαρκώδη χείλια της και αμέσως χάνεται μέσα σε μια καταιγιστική βροχή:

 

«Σιγά ξεσταλαμάτιαζε η βροχή, κι ο δοξαράς σκυμμένος

την άγρια χωματίλα οσμίζουνταν και ξεχειλούσε ο νους του

πυκνή κι όλο φαντάσματα κι αχούς φαρμακεμένη αντάρα·

κι η Ράλα ασκώθη στην απόβροχη του δειλινού θολούρα,

και ξάστραψε ο χαλκάς8 στα πόδια της, και τα φαρδιά της χείλια

σα μια πληγή στην πάχνη σάλεψαν και πάλε ξανακλείσαν.

Ράλα! φωνάζει ο πολυστέναχτος κι άνοιξε τις αγκάλες·

μα πάλε κίνησε δαρτή βροχή, θαμπώθη η γης, κι αγάλια,

σαν άδεια μπουρμπουλήθρα του νερού, στο χώμα η Ράλα εχάθη.

Ώχου, και πολυβάρυνε νεκρούς το γαύρο ετούτο στήθος!

μουρμούρισε ο μονιάς και βύθισε τα νύχια στην καρδιά του» (Ο 1081-1091).

Εντούτοις πότε πότε οι πεθαμένοι, μιλάνε στον Οδυσσέα, συμβουλεύοντάς τον να γευτεί τις απολαύσεις της ζωής:

«Ζήσε, αγγονέ, να ζήσουμε κι εμείς, και πιες κρασί να πιούμε,

κι όσες γυναίκες δεν προφτάσαμε για κάστρα να χαρούμε,

όρτσα! με την ευκή μας, αγγονέ, στον πόθο δώσε τέλος–

μαζί σου να φιλήσουμε κι εμείς και να φραθούμε αγκάλη!» (Ξ 474-477).

 

 

 

 

Άλλωστε η σχέση του Οδυσσέα με τις ρίζες του περιγράφεται και σε άλλες ραψωδίες: «Χαρά! γλιτώνω πια απ’ τον ίσκιο μου, ξεφεύγω απ’ το κορμί μου!/ τρίκορφο, αιώνιο δέντρο της γενιάς, χίλια καλώς σε βρήκα!» (Ξ 508-509).

Ο Οδυσσέας, συχνά, έχει προβληματιστεί πάνω στη συμβουλή των προγόνων του: «Χαμογελώντας ο πολύπαθος χαιρόταν μες στο νου του/ ανθρώπους, ζα, πουλιά, με ποια φτερά, κελαηδητά και μόσκο/ κάθε άνοιξη στολίζουνται γαμπροί και παν αράδα ψίκι» (Ν 981-983). Τώρα, μια φωνή μέσα του, ο πρακτικός άνθρωπος, του προτείνει να παρατήσει το ταξίδι του και ν’ ασχοληθεί με το αμπελάκι του: «Για να γλιτώσεις πια από τη χαρά του παιχνιδιού, Δυσσέα» (Ξ 1371), ωστόσο εκείνος έχει συνειδητοποιήσει τη μοίρα του: «Θε μου, πόσα πολύχρωμα πουλιά, πόσες γλυκές λαχτάρες,/ που εγώ δε θα προφτάσω να χαρώ, και θα σκυλοψοφήσω/ σαν το ζητιάνο, ακόμα με ανοιχτή και λιμασμένη φούχτα!» (Ν 1242-1244). Αφού την αγνοήσει: «Οι μαύρες θάλασσες αθέριστες και τα βουνά ιδρωμένα/ και φορτωμένο αρίφνητες ψυχές καράβι το κορμί μου,/ και καπετάνιος αρμενίζω το χαρούμενος στο χάρο» (Ξ 494-496), θα χαρεί καθώς υπολογίζει την καταγωγή του ανθρώπινου είδους: «Σκύβει, θωράει και χαίρεται βαθιά τις σκοτεινές του ρίζες» (Ξ 506), και θα μονολογήσει: «Σηκώσου, δοξαρά, και στάσου ορθός στην κεφαλή σου απάνω,/ να δεις και να χαρείς τα σύθαμπα χαράματα του ανθρώπου!» (Ξ 627-628).

Στις ραψωδίες Ν-Π η ψυχική κατάσταση της χαράς εντοπίζεται και σε κάποια από τα δευτερεύοντα πρόσωπα της Οδύσσειας. Δείτε, για παράδειγμα, τους στίχους Ξ 984, Ξ 1014 και Ξ 1019. Ακόμη, χαρούμενο είναι ένα νεαρό ζευγάρι την ώρα της συνεύρεσής του: «Σα νιόνυφοι που με τα χάδια τους και των κορμιών το απάλε9/ παίρνουν φωτιά, κι όλο χαρά πηδάει μες στο σκοτάδι ο γιος τους» (Ν 239-240). Τη χαρά τους δείχνουν τα παιδόπουλα των ιθαγενών καθώς βλέπουν τον Οδυσσέα με δυο συντρόφους του:

 

«Χαρά πλημμύρισε τα στήθια τους και για να μην πλαντάξουν

ώμο τον ώμο αγκάλια πιάστηκαν και το χορόν αρχίσαν.

Λεβέντες ήταν που δε γεύτηκαν της γυναικός ακόμα

το δροσερό κορμί, και στην ερμιά με το χορό μοχτούσαν

της φαντασιάς τις ούρμες κοπελιές πριν ώρας να χαρούνε» (Ν 962-966).

 

 

Η χαρά των συντρόφων του Οδυσσέα είναι διάσπαρτη στις ραψωδίες. Λόγου χάρη, χαίρονται καθώς συναντάνε μια ντόπια φυλή: «Σύραν οι βλάμηδες ψιλή φωνή χαρούμενοι, σα να ’δαν/ σε μιαν πατρίδα λιόλουστη, άγνωρη, ξενιτεμένα αδέρφια» (Ν 452-453) ή όταν φτάνουν σε κάποιο κεφαλοχώρι: «Χαρά μεμιάς και φόβος διαγουμάει τα πεινασμένα σπλάχνα» (Ν 948). Από την πλευρά του, ο Πέτρακας ευχαριστιέται τις στιγμές που, ξέχωρα από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, δέχεται βασιλικές τιμές σ’ ένα χωριό μέσα στον λόγγο: «Και πέρναε όλο χαρά και ξεγνοιασιά κατώφλι το κατώφλι» (Ν 208). Ο Κένταυρος, που αψηφάει τον χάρο:

«Όρτσα, χορεύτε, κοπελούδες μου, που να πεθάνει ο Χάρος!

όσο θα ζω, θα στέκεται κι η γης, κι όσο θα βγάνω ανάσα,

ψωμί, κρασί, φιλί θα χαίρουμαι, κι αν του βαστάει ας κοπιάσει·

καλά ο χορός κρατάει, καλώς να ’ρθεί να μάσει το αποστούπι!10» (Ο 231-235),

 

 

λέει στον Πέτρακα πως παραξενεύτηκε με το βασιλικό αξίωμά του: «Θαμάζουμαί το, εσύ, το πιο πιστό κοντάρι του αρχηγού μας,/ που χαίρουσουν βουβός να πολεμάς στον ίσκιο του αποκάτω,/ πώς ξάγριεψες κι ασκώνεις κεφαλή με φλάμπουρο δικό σου!» (Ν 1205-1207), ενώ ο Χάλικας έχει παρακολουθήσει τη στέψη με μεγάλη χαρά: «Σούρνει φωνή κι απ’ την πολλή χαρά το χώμα δεν πατούσε» (Ν 1070). Εξάλλου, συχνότερα από τους συντρόφους του, ο Χάλικας, μολονότι καμιά φορά: «Πέρα από θλίψη, αγάπη και χαρές οδοιπορούσε ο νους του» (Π 406), βρίσκει την ευκαιρία να χαρεί. Λόγου χάρη, αντικρίζοντας στον ορίζοντα κάποιο χωριό: «Κι ακούστη όλο χαρά το ανάκρασμα του Χάλικα προλάτη » (Ν 460). Πιθανώς απροσχεδίαστα, ο Χάλικας, με όλη του την καρδιά, δωρίζει στον Οδυσσέα μια λεοπάρδαλη: «Δώρο λαμπρό στον πολυμήχανο, και του καλοταιριάζει·/ τέτοια νογώ την άγρια του καρδιά, μα λίγο πιο μεγάλη!/ λογιάζει ο Χάλικας, χαμογελάει και πρόσχαρος δρομίζει/ και στις βαθιές αγκάλες του αρχηγού τ’ ώριο θεριό σφηνώνει» (Ν 378-381), και ο Οδυσσέας θα χαρεί με το δώρο που δέχτηκε από τον βλάμη του: «Μα τώρα τούτο που μου χάρισες το χαίρουμαι στις φούχτες/ τρικέφαλο αγαθό –φωτιά, θεριό, καρδιά παλικαρίσια!/ είπε, κι ανάβρυσαν σαν τα νερά τα γέλια του στον άμμο» (Ν 388-390). Γενικότερα η πράξη της δωρεάς αποτελεί από μόνη της αφορμή για χαρά. Έτσι, ο Οδυσσέας, για το καλό του συντρόφου του, αποφασίζει να κάνει τον Σουραύλη λυτρωτή ενός χωριού: «Μα τώρα, ας είναι, για χατίρι σου θαράπειο θα τους βρούμε·/ σήκω, Σουραύλη μου, σκαρφίστηκα της χώρας να σε κάμω/ μεγάλο λυτρωτή, για να χαρείς και να σου πάψου οι θέρμες!» (Ν 509-511) και ταυτοχρόνως τον νουθετεί όσον αφορά το ξόανο, τον νέο θεό που, όπως είδαμε, έχει φτιάξει:

«Θα δεις, οι μαύρες ράχες θα χαρούν, τα μάτια θα βουρκώσουν,

και τρέχα γύρευε, τα θάματα μπορεί να ξεκινήσουν,

τι παίρνει γρήγορα η ψυχή φωτιά και το κορμί αναλιώνει·

μα εσύ βάστα καλά την κεφαλή, να μην τραντάζει ο νους σου!» (Ν 555-558).

 

Από την πλευρά τους, οι σύντροφοι του Οδυσσέα χαίρονται με τα δώρα που τους στέλνει ο Σουραύλης, όντας ήδη λυτρωτής: «Έτσι αερομόχταε ο Σούραυλος ψηλά, και χαμηλά στον κάμπο/ χαρούμενοι οι συντρόφοι δέχουνταν τα πλούσια καραβάνια,/ καμήλες φορτωμένες ζωθροφές να ’ρχουνται αράδα αράδα» (Ν 701-703).

 

 

*

04. Ο Οδυσσέας, όπως στις μέχρι τώρα ραψωδίες, όχι μόνο δεν ντρέπεται για το αίσθημα της χαράς που συχνά νιώθει, αλλά αντίθετα το ερμηνεύει σαν έκφραση ομορφιάς. Άλλοτε η χαρά του είναι κελαρυστή (Ξ 775), και άλλοτε χαίρεται κυνηγώντας, αγριοπερίστερα, λαγούς και ελάφια: «Και ρίχνει ο δοξαράς χαρούμενος ολούθε τις σαγίτες» (Ξ 1078), αναλογιζόμενος τις πίκρες και τις χαρές της γυναίκας γης (Ο 1232). Ο Οδυσσέας αποδέχεται την άποψη ότι: «Σωστό να τραγουδούμε όλο χαρά το γέρο που πεθαίνει» (Ο 1010), και πότε χαίρεται καθώς βλέπει τον λαό στο πανυγήρι (Ο 877), πότε παρατηρώντας τους συντρόφους του να παίζουν ή να δουλεύουν (Ο 1107). Απευθυνόμενος στον ήδη βασιλιά Πέτρακα τον συμβουλεύει να ελευθερωθεί από την ψευδαίσθηση της χαράς: «Καιρός απ’ τη χαρά να λυτρωθείς, να ρίξεις την κορόνα!» (Ν 1180), και ο Πέτρακας συμφωνεί. Θα του απαντήσει: «Δε νοιάζουμαι για θρόνους και χαρές, κι απ’ τη χρουσή κορόνα/ σαν πιο καλά ταιριάζει μια σπαθιά, θαρρώ, στην κεφαλή μου» (Ν 1182-1183), και:

«Εγώ το νου μου σιργουλεύω τον και την καρδιά μου αγκρίζω ·

μα μην ακούς, και μόνο μια χαρά λαχτάρισα στη ζήση:

να μην ξεφύγω από τον ίσκιο σου το φοβερό ποτέ μου» (Ν 1262-1264).

Αργότερα ο Οδυσσέας και ο Πέτρακας θα αγκαλιαστούν χαρούμενοι (Ο 1418).

Ο Οδυσσέας, με την πείρα που έχει, μαθαίνει στον Κένταυρο και στον Χάλικα πώς να διαχειρίζονται τη χαρά τους. Έτσι, αφενός τους προτρέπει σε αυτοσυγκράτηση: «Μην ξαμολήστε ακόμα τη χαρά, να κατεβούμε πρώτα/ και να βουτήξουμε στη θάλασσα το αλάθευτό μας χέρι·/και τότε πια ας χυθεί χωρίς ντροπή στα χάχαρα η καρδιά μας!» (Ν 1326-1328), αφετέρου τους μιλάει για κορεσμό: «Μα σαν καλά χορτάσαν τη χαρά, σηκώθη ο πολυβούλης» (Ν 1360).

Πιστός στην άποψή του ο Οδυσσέας, πως κάθε ζωή έχει τα συν και τα πλην της, είναι σε κάθε περίπτωση ευχαριστημένος:

«Δυο δρόμοι αντίδρομοι διχάλωναν στα μαλλιαρά του στήθια:

ο ζυγομάχος νους κι η πομονή τη μια του ανίγαν στράτα,

κι η πολεμίστρα ασπέδιστη καρδιά τ’ αντίδρομα ανηφόραε–

κι ο πολυβούλης χαίρουνταν, καλές κι οι δυο φαντάζα οι στράτες» (Ν 395-398).

 

Επιπλέον, ο Οδυσσέας μπορεί να χαίρεται με το καθετί που βιώνει: «Μα ο πολυνούσης νόγαε, μουλωχτός μες σε σαπρή κουφάλα,/ χαρά αξεδιάλυτη, ανασαίνοντας την ογρασιά, τη μούχλα/ και τη δριμιάν ανάπνια απ’ τα θεριά που μες στον όμπρο αχνίζαν» (Ν 862-864) ή «Και βγήκε ανάλαφρος, χαρούμενος στο αφράτο φως της μέρας» (Ξ 106). Από τη μια, κάνει πολλή χαρά καθώς θεμελειώνει την πολιτεία που ονειρεύτηκε «Όλος χαρά τα στήθια ο δοξαράς χτυπάει και ξεφωνίζει:/ Βρήκα το βράχο τον ασάλευτο κάστρο να θεμελιώσω!» (Ξ 640-641) ή όταν θωρεί το κάστρο του ολοκληρωμένο (Ο 1255), και από την άλλη, κι αφού το κάστρο έχει καταστραφεί από σεισμό, του δίνει χαρά το κουράγιο του να μη λυγίσει, να συνεχίσει το ταξίδι του, έστω και μόνος, με την ανάμνηση όσων έχει ζήσει (Π 481), (Π 485) (Π 493), ελεύθερος, ή, όπως διαβάζουμε: θα χαρεί με «της λευτεριάς το ανάλαφρο αγεράκι» (Π 1109).

 

*

05. Η χαρά μπορεί ερμηνευτεί σαν φαντασία: «Όλα στη γης, αρρώστιες και χαρές, φαντάσματα του νου μας·/ φυσάει, σαρκώνουνται και περπατούν, ξαναφυσάει και σβήνουν» (Ν 681-682) ή μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι είναι προτιμότερο να την αρνηθεί κανείς: «Ν’ αρνιέσαι τις χαρές, τα πλούτη σου, τις νίκες πάσα μέρα!» (Ο 1170). Ωστόσο η πραγματική χαρά κάνει καμιά φορά τον άνθρωπο να δακρύσει: «Βουρκώσα από χαρά του δοξαρά τα γαυρισμένα μάτια» (Ο 1339). Αν και υπάρχει χαρά στη σιγή (Π 565), εντούτοις είναι δυσάρεστο όταν η χαρά ξαφνικά διακόπτεται (Ο 877). Η απουσία χαράς: «Και σαν καλά το ξεκοκάλισαν, ο δοξαράς, χορτάτος,/ αργά, χωρίς χαρά, χωρίς καημό, το νου του τους ανοίγει» (Ν 882-883) φέρνει απογοήτευση (Π 1286). Αναπόφευκτα στον κόσμο συνυπάρχουν οι πίκρες (Π 1315), τα κλάματα (Π 1322) με τα γέλια (Π 1329) και τη χαρά. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στις τάξεις του λαού: «Φωνές και κλάματα, χαρές, πυκνός ο κουρνιαχτός ασκώθη» (Ν 614).

Στη ραψωδία Ξ η χαρά πηγάζει από ποικίλα βιώματα. Από την πορεία του μοναχικού οδοιπόρου: «Χαρά, στου ιερού βουνού τη μοναξιά, στον καθαρόν αγέρα,/ ν’ ανηφορίζεις μοναχός μ’ ένα δαφνόφυλλο στα δόντια!» (Ξ 1-2), από τις δραστηριότητες της Γης: «Χαρά, σα φλάμπουρο να τρέμει η γης στην αυγινή κατάχνια» (Ξ 13) ή από το κυνήγι του άπιαστου ονείρου: Χαρά, «και να κινάς για τ’ άπιαστα πουλιά, το νου ν’ αφήνεις πίσω/ και τη ζωή τη βροντοκούδουνη και τη χαρά την κούρβα» (Ξ 17-18). Ακόμη πηγάζει από την ευχαρίστηση που δίνει ο «γιος» στον «πατέρα»:

«Χαρά στον κύρη που τηράει το γιο και κρουφοσυλλογάται:

Εγώ ’μαι ζο, ντροπή να περπατώ, να κάθουμαι μαζί του·

κουβάρι ο νους μου τρίχες κι αίματα, και πώς να του μιλήσω;

στο δάσο θα χωθώ σύντας περνάει, να τον ποκαμαρώνω!» (Ξ 802-805)

ή από την υπεροχή του μπροστάρη: «Χαρά, να κατεβαίνεις το βουνό και ν’ ακλουθάει ξοπίσω,/ με την ουράν ορθή, γοργός, σα σκύλος μπιστικός, ο κόσμος!» (Ξ 1405-1406). Και, ασφαλώς, πηγάζει από την αρμονία και τάξη του κόσμου: «Αχ, τι χαρά να ξαμολάς το νου σ’ έρμα λιβαδοτόπια,/ τον έλαφο με τ’ άγρια κέρατα, κι η χνουδωτή κοιλιά του/ τη γης αλάκερη να χαίρεται σαν αρμοστή αλαφίνα!» (Ξ 110-112).

 

 

*********************************************************

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

 

1.Χρησιμοποιώ την επανεκτύπωση της Οδύσσειας με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Ε. Χ. Κάσδαγλη, αλλά εδώ στο μονοτονικό: Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1984.

2. Για την αντιμετώπιση του σεισμού ως φυσικού φαινομένου ενδιαφέροντα είναι αυτά που χρόνια μετά θα εξιστορήσει ο Καζαντζάκης. Βλ. Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 1982, σελ. 70-71.

3. Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα 21984, σελ. 478.

4. Αλεξάνδρα Ζερβού, «Ο Καζαντζάκης ποιητής της Οδύσσειας και αναγνώστης του Ομήρου: Όροι πρόσληψης και ευρωαμερικανικές διαμεσολαβήσεις», ηλεκτρ. περ. Επιστήμες Αγωγής, θεματικό τχ. 2017, έκδ. Παιδαγωγικού Τμήματος Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο, σελ. 50. Γενικώς, η επαφή με τις ξένες κουλτούρες ενθουσίαζε τον Καζαντζάκη ανέκαθεν. Αυτοβιογραφούμενος, θυμάται τη δασκάλα που στα εφηβικά του χρόνια του έκανε ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικής γλώσσας: «Ρίχτηκα λοιπόν με τα μούτρα στα εγγλέζικα. Κόσμος αλλόκοτος, μαγικός, είχα αρχίσει να σεριανώ με την Ιρλαντέζα ετούτη στην εγγλέζικη λυρική ποίηση, τι χαρά ήταν εκείνη, η γλώσσα, τα φωνήεντα και τα σύμφωνα, είχαν γίνει πουλιά και κελαηδούσαν». Βλ. Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, ό.π., σελ. 128.

5. Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, ό.π., σελ. 479-480.

6. Περιττώς αναφέρω ότι οι στιγμές της Αγίας Ώρας έχουν την καταβολή τους στην ώρα που ο Ιησούς Χριστός προσευχήθηκε περίλυπος στη Γεθσημανή λίγο πριν τη σύλληψή του.

7. Ραψωδίες Θ 1290-1291, Ι 51-55, Λ 1073-1074, Κ 1034-1038.

8. χαλκάς, (μτφρ.) πεισματάρης. Όπως έχω αναφέρει και αλλού, η εξήγηση, όποτε κρίθηκε απαραίτητο, των ιδιότυπων λέξεων του Καζαντζάκη έγινε με βάση το πολύτιμο γλωσσάρι του Γεώργα: Βασίλειος Α. Γεώργας, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2024.

9 απάλε, ερωτική «πάλη».

10 αποστούπι, κατόπιν εορτής.