Πριν λίγο καιρό η καθηγήτρια ιταλικής φιλολογίας και μεταφράστρια Ευαγγελία Πολύμου κυκλοφόρησε δύο βιβλία με ποιήματα του Παζολίνι από τις εκδόσεις 24γράμματα. Το πρώτο από αυτά έχει τον τίτλο: «Αναγάπητος εγώ». Στίχος από το τελευταίο ποίημα αυτής της δίγλωσσης έκδοσης με ποιήματα που ανθολόγησε και μετάφρασε η Πολύμου έχοντας πίσω της χρόνια μελέτης του έργου αυτού του Ιταλού αναγεννησιακού δημιουργού.
Στο πρώτο, λοιπόν, αυτό βιβλίο, μεταφράζονται ποιήματα του Παζολίνι της περιόδου 1945-1973, από οκτώ συλλογές του αλλά και ένας κύκλος ποιημάτων και συλλογών διασκορπισμένων και ανέκδοτων. Μια προσεκτική διαλογή της μεταφράστριας που μας φανερώνει τη χρονολογική και θεματολογική εξέξιξη της τέχνης του Παζολίνι. Μια ποίηση βαθιά ανθρώπινη, εξομολογητική, πολιτική. Ένας ποιητικός λόγος υπαρξιακού περιεχομένου, με έντονο το αποφθεγματικό του στοιχείο όχι εξαιτίας ενός στείρου διδακτισμού, αλλά από μια βιωματική σοφία που ο Παζολίνι κατέκτησε με το σώμα. Στίχοι σκληροί και στίχοι εύθραυστοι. Ειρωνικοί, ρομαντικοί, παγκόσμιοι και εθνικοί. Στίχοι με καθημερινές λέξεις, με λαϊκές εικόνες, με οραματικά στοιχεία αλλά και με στοιχεία τόσο γήινα, τόσο κοινωνικά προσυλωμένα, γεμάτοι συναισθήματα διάψευσης και απογοήτευσης. Και με βαθιά θρησκευτικότητα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία προχώρησε στον αφορισμό όλου του έργου του. Γιατί ήταν Χριστιανός και Μαρξιστής με τον δικό του τρόπο. Οι ίδιος έλεγε, όπως μας θυμίζει η Πολύμου στο βιβλίο: «Μου είπαν ότι εχω τρία είδωλα. Τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φροιντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα». Κι όμως τα ποιήματά του δεν είναι κυνικά, πεζά, μονοδιάστατα όπως μια πραγματικότητα. Είναι ποιήματα πολλών πραγματικοτήτων, όπως ήταν και ο ίδιος.
«Αναγάπητος εγώ», λοιπόν. Έτσι απέδωσε το «sono senza amore»η Πολύμου. Με αυτό το τραγικά υπέροχο μονολεκτικό επίθετο που τον περιλαμβάνει ακέραιο, που αποδίδει όλη αυτή την τραγικότητα της ύπαρξης και του θανάτου του. Ένα επίθετο -προσδιορισμός που κανένα μηχάνημα τεχνητής νοημοσύνης δεν θα μπορούσε να επιλέξει μέσα από τις εκατοντάδες επιλογές του. Τουλάχιστον ακόμα. Πιθανόν τώρα πια, μετά κι από αυτόν τον τίτλο, να το εντάξει στην κάβα του. Έχει όμως προηγηθεί ο άνθρωπος. Αυτή η σπουδαία σύγχρονη μεταφράστρια. Η Ευαγγελία Πολύμου.
Έκανα το πείραμα προς απόδειξη των όσων γράφω. Ζήτησα από το ChatGPT να μεταφράσει τον στίχο. Ιδού οι απαντήσεις του:
Η φράση «sono senza amore» στα ελληνικά σημαίνει:
👉 «είμαι χωρίς αγάπη».
-Αν θέλεις, μπορώ να σου δώσω και πιο λογοτεχνικές ή συναισθηματικές αποδόσεις (π.χ. «νιώθω χωρίς αγάπη» ή «είμαι μόνος/μόνη χωρίς αγάπη»). Θες να το κάνω;
-Ναι, του απαντώ.
– Ωραία. Εδώ είναι μερικές πιο εκφραστικές αποδόσεις της φράσης «sono senza amore» στα ελληνικά, ανάλογα με το ύφος που θέλεις να δώσεις:
- 💔 Νιώθω χωρίς αγάπη — πιο συναισθηματική, δείχνει εσωτερικό κενό.
- 🌧️ Είμαι μόνος/μόνη χωρίς αγάπη — τονίζει τη μοναξιά.
- 🌫️ Η ζωή μου είναι χωρίς αγάπη — πιο δραματική, ποιητική.
- 🌙 Ζω χωρίς αγάπη — απλή αλλά δυνατή φράση, συχνά χρησιμοποιείται σε τραγούδια ή ποίηση.
- 🕯️ Η καρδιά μου είναι άδεια από αγάπη — πολύ ρομαντική και λυρική εκδοχή.
Εύκολα κανείς συμπεραίνει ότι το επάγγελμα ενός σπουδαίου μεταφραστή /μεταφράστριας λογοτεχνίας, προς το παρόν δεν κινδυνεύει να εξαφανιστεί.
Η Πολύμου εδώ και πολλά χρόνια μεταφράζει τους Ιταλούς και τις Ιταλίδες, σύγχρονους και παλαιότερους, βγάζει υπέροχα βιβλία και το σημαντικότερο: με σεβασμό και στις δύο γλώσσες. Μόνο αν κατέχεις τα μυστικά και των δυο γλωσσών μπορείς να τις γεφυρώσεις. Η Πολύμου γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, αυτό είναι το μυστικό των εξαιρετικών της μεταφράσεων. Έχει ένα τεράστιο οπλοστάσιο και διαλέγει κάθε φορά το κατάλληλο όπλο της. Όχι για να σκοτώσει μια γλώσσα κατά τη γνωστή θεωρία της ζυγαριάς σύμφωνα με την οποία η κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας έχει επιβλαβείς συνέπειες στην ανάπτυξη και διατήρηση της πρώτης γλώσσας, αλλά για να τη σημαδέψει σωστά και να βρει τον στόχο. Χωρίς τα διλήμματα της επιλογής λόγιας ή λαϊκής γλώσσας, μοντέρνας ή ακαδημαϊκής. Χρησιμοποιεί τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιήσει για να αποδώσει το πρωτότυπο κείμενο μεταγγίζοντας το αίμα της μίας στην άλλη ώστε να κρατήσει και τις δύο ζωντανές.
Σήμερα, λοιπόν, εδώ, αυτή την νεκρική ημέρα του Παζολίνι, αφού σαν σήμερα τα ξημερώματα, δολοφονήθηκε πριν από πενήντα χρόνια, ένα έγκλημα όχι ερωτικού πάθους όπως επιχείρησαν να το προσδιορίσουν για να ξεμπερδεύουν μια για πάντα με τον ίδιο, αλλά ένα έγκλημα καθαρά πολιτικό, έχουμε στα χέρια μας την έκδοση δυο βιβλίων που αποδεικνύουν ότι τέτοιου είδους δημιουργοί δεν πεθαίνουν, δεν δολοφονούνται, δεν αποσιωπώνται με κανέναν τρόπο.

*
Το δεύτερο βιβλίο της Πολύμου έχει μιαν εκλογή από τα φριουλάνικα ποιήματα του Παζολίνι. Η ίδια, όπως γράφει στην Εισαγωγή του βιβλίου, κατέβαλε την κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε αυτά τα ποιήματα, να αποδοθούν απευθείας από τα φριουλάνικα εμβαθύνοντας στις ιδιαιτερότητες αυτής της διαλέκτου σε σύγκριση με άλλες διαλέκτους και ιδιώματα της ιταλικής και με τη συνδρομή ειδικών λεξικών. Θα μπορούσε εύκολα να πάρει τις εκδοχές των φριουλάνικων στην κοινή ιταλική, τις οποίες έχει παραθέσει και ο ίδιος ο Παζολίνι σε έργα του και να μεταφράσει πολύ πιο ξεκούραστα και λιγότερο αγχωμένα για το τελικό αποτέλεσμα. Η Πολύμου όμως διάλεξε τον δύσκολο δρόμο. Να ενσκήψει στη διάλεκτο, στα φριουλάνικα, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τον σεβασμό που δείχνει στη μεταφραστική της τέχνη, την ιερότητα του λειτουργήματος που επιτελεί. Γιατί για την Πολύμου οι γλώσσες δεν είναι απλά λέξεις, ή τεχνικά εργαλεία. Είναι η ίδια η ζωή.
Και αυτό το αποδεικνύει και ο Παζολίνι για τον οποίο, όπως μαθαίνουμε από την εισαγωγή της Πολύμου, τα φριουλάνικα ήταν η μειονοτική γλώσσα της βορειανατολικής Ιταλίας που μιλούσαν στο Φρίουλι, στο μικρό χωριό Καζάρσα τον τόπο καταγωγής της μητέρας του. Συνεπώς η επιλογή του Παζολίνι να γράψει σε αυτή τη γλώσσα ήταν συναισθηματική αλλά και μια πολιτική πράξη.
Ήταν συνειδητή επιλογή να συνδέσει τη χρήση αυτής της λαϊκής γλώσσας των φριουλάνικων που δεν γνώριζαν οι αστοί Ιταλοί με όλη του την κοσμοθεωρία υπεράσπισης των αδύναμων, των περιθωριακών, των αδικημένων, των απόμερων, των δυστυχισμένων, του μύθου του «υποπρολεταριάτου». Ένας τέτοιος δημιουργός, με τέτοια βιώματα και τέτοια ευαισθησία, δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να μη φανεί συνεπής τους και στη γλώσσα. Ασχέτως αν έγραψε και πάρα πολλά έργα στην επίσημη ιταλική. Έγραψε και σε αυτήν την επίσημη. Όχι όμως μόνο σε αυτήν, όπως θα μπορούσε και όπως θα του εξασφάλιζε ένα καλύτερο ίσως μέλλον. Μια αναγνώριση, δηλαδή, από τους κριτικούς. Αλλά αυτό θα γινόταν αν τους έδινε την αξία που οι ίδιοι δίνουν πολλές φορές αυτάρεσκα στον εαυτό τους.
Η επιλογή του Παζολίνι για τα φριουλάνικα ήταν όμως και γλωσσολογική. Καταλάβαινε ότι οι γλώσσες έχουν μέσα τους ψυχή. Έχουν σημασία αλλά έχουν και ήχο. Η Πολύμου στην εισαγωγή της μας παροτρύνει να διαβάσουμε φωναχτά τους φριουλάνικους στίχους γιατί όπως μας λέει: «Με την αυθεντικότητα που βγάζει ο ήχος τους, είναι δυνατόν να ανακαλύψουμε τη γοητεία της μουσικότητάς τους». Ο Παζολίνι, ποιητής, αλλά και φιλόλογος και γερός αναγνώστης, αλλά και εξαιρετικός γνώστης της ισπανικής, της γαλλικής και της προβηγκιανής γλώσσας καταλάβαινε τη σημασία των φριουλάνικων ως σημαίνον και σημαινόμενο. Και η Πολύμου βυθίστηκε μέσα σε αυτή τη γλώσσα για να καταλάβει και τη γλώσσα και τον ποιητή.
Ένας ακόμα λόγος που ο Παζολίνι επέλεξε να γράψει στα φριουλάνικα, μια προφορική γλώσσα, είναι και ο πλέον ισχυρός. Σας τον διαβάζω όπως εμπεριέχεται στο βιβλίο. Η διήγηση είναι του Παζολίνι:
«Ένα πρωί του καλοκαιριού του 1941 βρισκόμουν στον ξύλινο εξώστη στο σπίτι της μητέρας μου. Ο γλυκός και δυνατός φριουλάνικος ήλιος χτυπούσε πάνω σ’ όλ’ αυτό το αγαπημένο ρουστίκ υλικό…πάνω σ’εκείνον τον εξώστη όπου ή σχεδίαζα […], ή έγραφα στίχους.Και τότε αντήχησε η λέξη ROSADA (ΔΡΟΣΙΑ). Ήταν ο Λίβιο, το αγόρι των γειτόνων απέναντι, των Σοκολάρι, που μιλούσε.[…] Είναι βέβαιο ότι αυτή η λέξη ανά τους αιώνες της χρήσης της στο Φρίουλι, που εκτείνεται σ’ αυτή την πλευρά του Ταλιαμέντο, ουδέποτε είχε γραφτεί. Δεν ήταν παρά μόνο ένας ήχος. Ό,τι κι αν έκανα εκείνο το πρωί, ζωγράφιζα ή έγραφα, σίγουρα το σταμάτησα αμέσως. […] Κι έγραψα πάραυτα κάποιους στίχους, σ’ εκείνη τη φριουλάνικη διάλεκτο της δεξιάς πλευράς τουΤαλιαμέντο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο ένα σύνολο ήχων: Ξεκίνησα κάνοντας, πρώτη φορά, το Γράφημα της λέξης ROSADA».
![]()
Για το τέλος, θέλω να σημειώσω ότι η Πολύμου και στα δυο αυτά βιβλία καταθέτει δύο πυκνά εισαγωγικά σημειώματα, έχοντας μελετήσει τη σχετική βιβλιογραφία και στήνοντας ένα δοκιμιακό οδοιπορικό στη ζωή και το έργο του ιταλού δημιουργού. Ο δοκιμιακός -φιλολογικός λόγος της Πολύμου είναι ένα στοιχείο με ξάφνιασε ως μια πτυχή της που δεν την είχα αναγνωρίσει στο βάθος της μέχρη σήμερα. Μακριά από έναν εύκολο βιογραφισμό, αναπαραγωγή στοιχείων που μπορεί να βρει κανείς με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο. Τα εισαγωγικά κείμενά της λειτουργούν συμπληρωματικά των ποιημάτων ακόμα κι αν τα δεύτερα, όπως και κάθε τέχνη, δεν χρειάζεται τον κριτικό ή δοκιμιακό λόγο για να υπάρξει ή να αποκωδικοποιηθεί. Η Πολύμου όμως σαν να κάνει μια δοκιμιακή μυθιστορηματική βιογραφία του ποιητή και του έργου του, φτιάχνει μια γέφυρα μαζί τους δίχως υπερβολές στον λόγο της, δίχως καμία προσπάθεια αγιοποίησης ή ειδωλοποίησης της πολυκύμαντης ζωής του ποιητή.
Στις εποχές του φθηνού εντυπωσιασμού, των περιστατικών από τις ζωές των ανθρώπων που ερεθίζουν τα κατώτερα ένστικτα των αναγνωστών και των θεατών, η Πολύμου κρατά το μέτρο και την ουσία. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την εξαιρετική τυπογραφική απόδοση των εκδόσεων 24 γράμματα. Μια δίγλωσση έκδοση, φροντισμένη στις λεπτομέρειες με σχέδια και καθαρές γραμματοσειρές, όπως αξίζει να φροντίσει κανείς αυτό το τόσο πληγωμένο εν ζωή αλλά και εν θανάτω σώμα του Παζολίνι.
Στα βιβλία περιγράφεται η φρικιαστική κατάσταση που βρέθηκε το σώμα του, κατασπαραγμένο από τις ρόδες του αυτοκινήτου που πέρασε πάνω του δεκάδες φορές, ξημέρωμα 1ης προς 2ης Νοεμβρίου.
Θα κρατήσω την πιο τραγική εικόνα: «Η καρδιά ραγισμένη».
Για αυτό ακόμα και στο τέλος του ο Παζολίνι: «Αναγάπητος εγώ».
*
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΒΙΒΛΙΑ ΕΔΩ:









