Έχω ζήσει σε κάθε γωνία,

κάθε ακμή αυτού του σπιτιού

έχει κόψει κι από ‘να κομμάτι μου

κι έχω ραντίσει τον κάθε κόκκο σκόνης

στις κουφάλες στα κουφώματα και κάτω απ’ τα σανίδια

έχω αφήσει και κάτι δικό μου.

Τώρα το βλέπω στα κόκαλα.

Οι τοίχοι του πάλλονται σα στομάχια.

Όταν τραβήξω τις περσίδες

θα μ’ έχει πια καταπιεί και

θα χει χωνέψει πια την οσμή μου και

κάποιος άλλος θα τις ανοίξει,

κάποιος άλλος θα σύρει τα γόνατα στις τάβλες

και θα προσεύχεται σχεδόν

όπως κι εγώ προσευχόμουν

-μ’ ολόκλειστα μάτια.

Ίσως διαβάσει τα ιερογλυφικά που σκάλισα

στα πλακάκια, στις πόρτες,

ίσως να μάθει τι σημαίνουν

ίσως μια μέρα να πιστέψει

ότι τα έγραψε αυτός -δεν θα ναι αλήθεια

γιατί είναι δικά μου.

Αυτό το σπίτι

δεν υπήρξε πριν ζήσω σ’ αυτό

κι ούτε ξανά θα υπάρξει

αφού εγώ τώρα φεύγω

κι ούτε θ’ ακούσει ξανά τις ωκεάνιες βοές

των αμαξιών

τα φθινοπωρινά κρουστά στο ψιλοβρόχι

την ξεροτραχηλιά του ασανσέρ στο κατέβασμα

το κρώξιμο της τέντας στον αέρα

το ξύλινο κλάμα του παρκέ

ή τη στεγνή αναπνοή -σα ρόγχο-

που φτύνει όπως περνώ το κατώφλι.

Έχω ζήσει σε κάθε γωνία,

κάθε ακμή αυτού του σπιτιού

έχει στομώσει κι έχει πάρει τη μορφή μου

κάθε καρφί και κάθε σωλήνας

είναι ακροδάχτυλο και φλέβα

και κάθε ντουβάρι όσο στέκεται

είναι το κέλυφός μου -δίχως εμένα

θα σαπίσει -στέκεται μονάχα

στο κορμί μου

και όλη του η ζωή

δεν είναι μα μονάχα η ζωή μου.

 

Σκισμένο το ανάγλυφο αυτού του δικτύου

από νευρώνες, πέτσα κι αίμα,

έρπομαι στο χολ και τους διαδρόμους

απορροφώντας το τσιμέντο

κι όλες τις χάλκινες κολώνες

τα καρούμπαλα του ασβέστη

τους αποχρωματισμούς και τα καλώδια

που εκσπερματώνουνε στις μπρίζες.

Έχω ξεράσει στη λεκάνη όσα έφαγα,

ανασαίνω σαν έντομο όταν ροχαλίζω

κι όταν δακρύζω δακρύζει κι αυτό αφού

καρφωμένος ζω στην επίφυσή του.

Γνωρίζει η πολυκατοικία

και όλη η γειτονιά όταν περνώ

όπως κι ο ήλιος όταν τινάζεται στα τζάμια

και μου τσακίζει τις κουρτίνες

ή μου θαμπώνει τις οθόνες μου

ενώ φυλλομετρώ τα ποιήματά μου

πως κάτι παρασιτεί σ’ αυτούς τους χώρους

-καθώς οι λαμπτήρες τρεμοπαίζουνε

όπως σπίρτα βρεγμένα που δε λένε

ν’ ανάψουν

ή πόρτες που δεν κλείνουνε

με πόμολα στραβά, χωρίς

την εποπτεία των καθρεφτών

αφού τέτοια γυαλιά δεν έχω βάλει,

να μη βλέπουν τα μωσαϊκά

να μην αντανακλούν το μέσα-

το ξέρουν όλοι πως

στήνω τα είδωλά μου στο μυαλό

αυτού του τρύπιου διαμερίσματος·

τ’ ομολογώ:

εγώ ήρθα για να βασιλέψω εδώ

κι αφού πια χώνεψα τα πάντα

ψάχνω τους νέους ξενιστές

για να ερημώσω.

 

Έχω ζήσει σε κάθε γωνία,

κάθε αιχμή αυτού του σπιτιού

φορτώθηκε και μια αλληγορία

απ’ όσα προσπαθούσα να εξηγήσω.

Δεν έζησα μονάχα εγώ·

εκτός απ’ αυτούς που φύγανε και

εκτός απ’ αυτούς που θα ρθουν και

εκτός από μένα και τους τοίχους μου και

εκτός από κείνες και τους άλλους

ζούσε και κάτι ακόμα:

σαν υγρασία στις μπαλκονόπορτες

ή τη μυρωδιά καμένου λαδιού

κι ανικανότητα απορροφητήρα

ή τρίχες που βουλώνουν το σιφόνι

ή φλούδες σκόνης στον ανεμιστήρα

και στο πορτατίφ

στάχτες στα πατώματα και

νύχια διασκορπισμένα,

ζούσε και κάτι ακόμα:

κοιτάζοντάς με απ’ τα παράθυρα

και τρέχοντας να πιάσει τη σκιά μου

σκαλίζοντας στο δέρμα μου

τα ιερογλυφικά

-αυτό ζούσε μαζί μου.

Παίρνοντας το κάθε σχήμα που περίσσευε

γεμίζοντας τους χώρους

λέγοντας τις λέξεις που μου διέφευγαν

τραβώντας τους θορύβους όταν πλάκωνε

η ησυχία.

Αυτό

παρασιτούσε

Αυτό

γινόταν άλλοι

όταν ξεχείλωνα τα χέρια μου

και κρέμαγα γκραβούρες

και χτύπαγα καρφιά με το σφυρί

και ράγιζα τους τοίχους

Αυτό

γλιστρούσε απ’ τις χαραμάδες

και σκάλιζε τους στίχους μου

Αυτό

ζούσε σαν κατσαρίδα

και δίχως ποτέ να ψοφά το δέρμα του έφτυνε

στα συρτάρια

τρώγοντας ό,τι μου πεφτε

ρουφώντας κάθε ψήγμα αντανάκλασης

προσπαθώντας να μιμηθεί

εμένα

-Αυτό που μ’ ακολουθεί

όπου κι αν πάω

κι όταν φεύγω φεύγει κι Αυτό

κι όταν φτάνω με περιμένει.