(Ι)
Διχοτομώντας ξεχωρίζεις
μη με ρωτήσεις τι, δεν ξέρω να σου πω
αντ’ αυτού ρώτα με πώς
νιώθω
-διχοτομημένη-
με έκοψες,
με κόβεις ξανά και ξανά
στα δύο,
στα τέσσερα
κάθε τεταρτημόριο
αντίδωρο στους θεούς μας
κι η πίστη μας εγκιβωτισμένη
σε ένα χωρίς οξυγόνο, φίνο κατά τα άλλα παρόν
**
(ΙΙ)
Κρατώ την ανάσα μου, όπως τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων
-ένα, δύο, τρία και-
μακροβούτι
σε ύδατα αχαρτογράφητα
ο κίνδυνος πνιγμού μεγάλος
παρόλα αυτά ρισκάρω
να ζήσω
πεθαίνοντας
μέσα στους στήμονες του άνθους σου
ως ένα αγονιμοποίητο ωάριο.
**
(ΙΙΙ)
Η μήτρα μου κυοφορεί μαύρες σκέψεις.
Δική μου;
δεν την αναγνωρίζω!
σε προχωρημένη σήψη, αποφάνθηκε ο γιατρός.
τι σήμαινε αυτό, δεν κατάλαβα
μάλλον αποκλειόταν μια πιθανή μελλοντική γονιμοποίηση
και συνεπακόλουθα μια καρποφορία.
Η κοιλιά μου δεν είναι η κοιλία της Μαριάμ.
Την ώρα εκείνη δεν ούρλιαξα
έσφιξα τις παλάμες μου γροθιές
- πάλεψα –
ψελλίζοντας «ευχαριστώ, γιατρέ».
Η μήτρα είναι σε προχωρημένη σήψη, λοιπόν.
Η μήτρα μου.
Κι εγώ;
Είμαι κι εγώ άραγε σε σήψη;
Σαπίζω δηλαδή;
Μέρες αργότερα διαφάνηκε η πορεία των πραγμάτων
εγώ, η χελώνα, αποσύρθηκα
ίσως και να ήμουν μύδι
που έκρυβα το μαργαριτάρι μου.









